του Φάνη Μαλκίδη
Α. Η συγκρότηση της αλβανικής εθνικής ιδεολογίας
H ανάδειξη του αλβανικού εθνικού ζητήματος στη χρονική φάση μετά τη δημιουργία ενός ακόμη (εξαρτημένου) βαλκανικού κράτους, μπορεί να κατανεμηθεί σε τρεις περιόδους:
Η πρώτη ξεκινά από το 1913, έτος δημιουργίας του αλβανικού κράτους, και φτάνει μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, συμπυκνώνοντας αναζητήσεις, διεκδικήσεις, οράματα και εκπλήρωση εθνικών πόθων.
Τις παραμονές του Συνεδρίου του Βερολίνου με την ενθάρρυνση και ανοχή των Οθωμανών αλλά και την βοήθεια της Ιταλίας συστάθηκε στο Κοσσυφοπέδιο η «Αλβανική Ένωση για τα Δικαιώματα του Αλβανικού Έθνους» («Λίγκα του Πρίζρεν»- Prizren) με επικεφαλής την οικογένεια Φράσερι και έδρα την Κωνσταντινούπολη, η οποία βαθμιαία επέκτεινε τις δραστηριότητές της μέχρι τα Ιωάννινα και την Πρέβεζα.
Mε την υποστήριξη της Ιταλίας και της Αυστροουγγαρίας, θα δημιουργηθεί το 1912 στην Αυλώνα η υπό το βουλευτή του οθωμανικού κοινοβουλίου Ισμαήλ Κεμάλ «Εθνική Συνέλευση», η οποία θα διακηρύξει την ανεξαρτησία της Αλβανίας. Κατά τις προκαταρκτικές διαβουλεύσεις στην πρεσβευτική Συνδιάσκεψη του Λονδίνου, όπου και αναγνωρίστηκε το νέο κράτος (17-30 Μαΐου), οι Αλβανοί αντιπρόσωποι της προσωρινής κυβερνήσεως προέβαλαν απαιτήσεις που περιελάμβαναν ολόκληρο το Κοσσυφοπέδιο και τις περιοχές των Σκοπίων και Μοναστηρίου, την περιοχή Βορειοδυτικά της Καστοριάς, ανατολικά του Μετσόβου μέχρι τον Αμβρακικό δηλαδή την περιοχή του «Βιλαετίου Ιωαννίνων», αιτήματα που είχαν τεθεί από την Λίγκα του Πρίζρεν το 1878.
Τα σύνορα του νέου κράτους καθορίστηκαν με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (17 Δεκεμβρίου 1913) και παρότι το αλβανικό κράτος μετρούσε ώρες από τη δημιουργία του, φρόντιζε να ταυτισθεί με τις διακηρύξεις της Λίγκας του Prizren, της πρώτης οργανωμένης προσπάθειας των Αλβανών για τη συγκεκριμενοποίηση των εθνικών αιτημάτων, προτάσσοντας τα ζητήματα των εδαφών και πληθυσμών. Η αναφορά για τους Τσάμηδες στην Κοινωνία των Εθνών, είναι ένα δείγμα όπως, δείγμα είναι και οι κινήσεις του, για ένα εξάμηνο, πρωθυπουργού Φαν Νόλη (Fan Noli), τόσο στην Αλβανία, όσο και στο εξωτερικό για το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου.
Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η ιταλική και η γερμανική παρουσία και κατοχή στα Βαλκάνια, γέμισε προσδοκίες και εν μέρει υλοποίησε τα βασικά αιτήματα του αλβανικού εθνικού ζητήματος. Η συμμετοχή των αλβανικών πληθυσμών της περιοχής στα ιταλικά και γερμανικά στρατεύματα ήταν διακριτή και είχε συγκεκριμένους στόχους. Παρά τις ψυχροπολεμικές αναλύσεις του ηγέτη του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας (ΚΕΑ) Ενβέρ Χότζα (Enver Hoxha) και ορισμένων Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου, οι οποίοι προέτασσαν την συμμετοχή στον αντιφασιστικό αγώνα, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Το αλβανικό αίτημα για εθνική ολοκλήρωση βρήκε συμπαραστάτες στις δυνάμεις του Άξονα, κατέχοντας περιοχές με αλβανικούς ή αλβανόφωνους πληθυσμούς (Κοσσυφοπέδιο, πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας-πΓΔΜ, Σερβία- Μαυροβούνιο, Ήπειρος στην Ελλάδα). Η μεραρχία των SS, η οποία έφερε το όνομα του πρίγκιπα που αντιστάθηκε στους Οθωμανούς Ι. Καστριώτη -Σκεντέρμπεη (Skandeberg) και αποτελούνταν από 11.000 Αλβανούς είχε ουσιαστική και συμβολική σημασία, αφού εκτός από τη συμμετοχή στις επιχειρήσεις στην πΓΔΜ και το Κοσσυφοπέδιο, συνεισέφερε και στην απελευθέρωση των Αλβανών της Βαλκανικής και στην ανύψωση του ηθικού.
Η νίκη των Συμμάχων και η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου σηματοδοτούσαν και τη δεύτερη περίοδο του αλβανικού εθνικού ζητήματος. Σε γενικές γραμμές η Αλβανία για δικούς της εσωτερικούς λόγους προσπάθησε να ενεργοποιήσει το ζήτημα των Αλβανών της πΓΔΜ και του Κοσσυφοπεδίου, χωρίς φτάσει σε ακρότητες, παρά την πίεση που δεχόταν από τις ριζοσπαστικές δυνάμεις αυτών των δημοκρατιών και επαρχιών της Γιουγκοσλαβίας.
Η μετά τον Ψυχρό Πόλεμο περίοδος, ανοίγει την τρίτη χρονική φάση του αλβανικού εθνικού ζητήματος. Η κατάρρευση του καθεστώτος του ΚΕΑ και η άνοδος του Σαλή Μπερίσα (Sali Berisha) στην προεδρία της χώρας, ανέδειξε το καταπιεσμένο, σύμφωνα με την μετακομμουνιστική ρητορεία, αίσθημα των βόρειων Αλβανών και των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου. Ο Μπερίσα, στηριζόμενος στα λόμπυ των Αλβανών μεταναστών του εξωτερικού και σε κάποιες ξένες δυνάμεις (ΗΠΑ, Γερμανία), επανέφερε το εθνικό ζήτημα στο προσκήνιο, είτε με την πολιτική του δράση, είτε με τη στελέχωση του ιδιόμορφου μηχανισμού του με τους βόρειους Αλβανούς και τους συγγενείς τους από το Κοσσυφοπέδιο.
Την ίδια περίοδο το αλβανικό κίνημα στο Κοσσυφοπέδιο και στην πΓΔΜ κατευθύνθηκε προς τη ριζοσπαστικοποίηση της δράσης του με την εμφάνιση στρατιωτικών τμημάτων. Την αποχώρηση του Μπερίσα από την προεδρία μετά την κατάρρευση των παρατραπεζών («πυραμίδες»), ο οποίες είχαν άμεση σχέση με όλο το φάσμα του οργανωμένου εγκλήματος, το οποίο με τη σειρά του είχε σχέση με τη χρηματοδότηση των πολυποίκιλων ένοπλων αλβανικών ομάδων στις γειτονικές χώρες, ακολούθησε μία μικρή παρένθεση ήπιας διαχείρισης των εθνικών οραμάτων. Η εντεινόμενη δράση των αλβανικών στρατιωτικών σωμάτων στο Κοσσυφοπέδιο συνέπεσε με τη θεωρητική τεκμηρίωση του εθνικού ζητήματος από τη δημοσίευση-πρωτοβουλία της Ακαδημίας Επιστημών των Τιράνων- του κειμένου για το εθνικό ζήτημα. ενός εξαιρετικής σημασίας βιβλίου με τίτλο «Πλατφόρμα για την επίλυση του Αλβανικού Εθνικού ζητήματος», το οποίο κυκλοφόρησε στην αλβανική γλώσσα1 καθώς και στην αγγλική, και κατέγραφε την αλβανική οπτική για τη χερσόνησο του Αίμου και τους αλβανικούς πληθυσμούς του χώρου, σκοπεύοντας να το μετατρέψει σε πρόγραμμα δράσης όλων των Αλβανών.
Η νατοϊκή επέμβαση στο Κοσσυφοπέδιο και οι συγκρούσεις στην πΓΔΜ, έδωσαν τη δυνατότητα στον αλβανικό παράγοντα να εδραιώσει και να υλοποιήσει εν μέρει ξανά, πενήντα χρόνια μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τις εθνικές του διεκδικήσεις . στο μεν Κοσσυφοπέδιο με την de facto κυριαρχία των Αλβανών και τη μονομερή ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του στις αρχές του 2008, στη δε πΓΔΜ με την αλλαγή της κατάστασης και την ουσιαστική συγκυβέρνηση με το σλαβικό πληθυσμό. Ακολούθησαν τα αιτήματα για παραχώρηση περισσότερων δικαιωμάτων στους Αλβανούς του Μαυροβουνίου και της Ελλάδας, που συμπληρώνουν μαζί με τη νέα αναβαθμισμένη αλβανική θέση στη νότια Σερβία (κοιλάδα του Πρέσεβο) τη νέα ολοκληρωμένη προσέγγιση του εθνικού ζητήματος. Προσέγγιση που ταυτίζεται με την πολιτική που ακολουθεί όλο το φάσμα της αλβανικής πολιτικής σκηνής στη μεταβατική περίοδο, τόσο στην Αλβανία όσο και στη Διασπορά.
Πριν λίγες ημέρες ο πρωθυπουργός της Αλβανίας, Σαλί Μπερίσα, από το Κοσσυφοπέδιο μίλησε περί κατάργησης των συνόρων, μεταξύ των περιοχών των Βαλκανίων, όπου κατοικούν αλβανικοί πληθυσμοί.
«Είμαστε πεπεισμένοι ότι στη δήλωση αυτή πρέπει να υπάρξει η δέουσα αντίδραση, πρωτίστως από την πλευρά της ΕΕ, αλλά και από την πλευρά του ΝΑΤΟ», δήλωσε ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, κατά τη συνάντησή του με τον Σέρβο ομόλογό του Βουκ Γέρεμιτς.
«Προς το παρόν, παρόμοια αντίδραση δεν ακούσαμε. Ελπίζω ότι χωρίς δημόσιες δηλώσεις από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες η απαραίτητη εργασία με την αλβανική ηγεσία γίνεται σχετικά με το θέμα αυτό», είπε ο κ. Λαβρόφ, σημειώνοντας ότι συζητά το ζήτημα του Κοσόβου, τόσο με Ευρωπαίους, όσο και με Αμερικανούς ομολόγους του.
Όπως σημειώνει το ρωσικό πρακτορείο ΡΙΑ-Νόβοστι, ο Αλβανός πρωθυπουργός δήλωσε ότι «η Αλβανία, καθώς και το Κόσοβο και τμήμα της "Μακεδονίας", όπου διαμένουν κυρίως Αλβανοί, οφείλουν να ανοίξουν τα σύνορα και να ενεργοποιήσουν τις σχέσεις μεταξύ των Αλβανών».
Σύμφωνα με το ρωσικό πρακτορείο, «ορισμένοι Αλβανοί ονειρεύονται από καιρό τη δημιουργία της λεγόμενης μεγάλης Αλβανίας, η οποία συμπεριλαμβάνει την ίδια την Αλβανία, το Κόσοβο, τη "Μακεδονία", την ελληνική περιφέρεια της "Τσαμουριάς" και ορισμένες ακόμη περιοχές».
Από την άλλη ο Μπερίσα μίλησε για παρανόηση των δηλώσεών του, σημειώνοντας δηκτικά: "Ο υπουργός Λαβρόφ προχθές είπε αυτά που εγώ δεν είπα. Δεν νομίζω ότι ο ίδιος επιθυμούσε να πει αυτά που εγώ δεν είπα. Ελπίζω αυτό να έχει προκληθεί από την εγγενή δυσκολία που οι Ρώσοι έχουν από παλιά στο να μεταφράζουν από τα αλβανικά στα ρωσικά".
Β. Η Αλβανική Ακαδημία Επιστημών
Σχετικά νεοσύστατη- ιδρύθηκε το 1972- η Αλβανική Ακαδημία Επιστημών, είναι το πιο σημαντικό επιστημονικό ίδρυμα της χώρας. Περιλαμβάνει επιστημονικά ιδρύματα, κέντρα και οργανισμούς, και παρότι η νομοθεσία μετά το 1991 καθορίζει το καθεστώς της ως ανεξάρτητο ίδρυμα, εντούτοις συνεχίζει να χρηματοδοτείται από την κυβέρνηση.
Οι κύριοι στόχοι της Ακαδημίας είναι η ανάληψη και η δημοσιοποίηση μελετών και ερευνών σε διάφορους τομείς της επιστήμης, η συνεργασία με το δίκτυο των ιδρυμάτων της και άλλα επιστημονικά ιδρύματα και πανεπιστήμια στην Αλβανία, η συμμετοχή του επιστημονικού της δυναμικού σε ποικίλες δραστηριότητές τους, η συγκρότηση των διαδικασιών για την απόκτηση επιστημονικών βαθμών και τίτλων, η οργάνωση εθνικών και διεθνών δραστηριοτήτων, η δημιουργία και η σύσφιγξη σχέσεων καθώς και η συνεργασία με τις ξένες ακαδημίες.
Η Ακαδημία Επιστημών ήδη επί καθεστώτος Χότζα και ΚΕΑ, είχε δείξει κάποιες τάσεις προς την κατεύθυνση τεκμηρίωσης και ανάληψης της πρωτοπορίας στο εθνικό ζήτημα, όταν σε έκδοσή της με τον τίτλο «Οι Αλβανοί και οι περιοχές τους» (1982) είχε συμπεριλάβει κείμενα πανεπιστημιακών από το Κοσσυφοπέδιο. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, η ίδια Ακαδημία θα έλθει πολλές φορές σε αντιπαράθεση με την ομόλογή της του Βελιγραδίου, πάνω στο ερώτημα, κατά πόσον οι σημερινοί Αλβανοί είναι απόγονοι των αρχαίων Ιλλυριών, συνεπώς οι αλβανικοί πληθυσμοί του Κοσσυφοπεδίου είναι αυτόχθονες πριν από την κάθοδο των σλαβικών φύλων. Η αποφασιστική όμως τομή στη δράση της Ακαδημίας ήρθε με τη δημοσίευση της «Πλατφόρμας για την επίλυση του Αλβανικού Ζητήματος».
Το βιβλίο αυτό- αντίτυπα του οποίου θα πουληθούν σε μαζική κλίμακα στην Αλβανία, στο Κοσσυφοπέδιο, τις αλβανικές επαρχίες της πΓΔΜ, και στην αλβανική Διασπορά- χαρακτηρίζεται από αλυτρωτισμό, αφού υποστηρίζεται η «ένωση όλων των Αλβανών σε ένα εθνικό κράτος» και γίνεται λόγος για «το σύνολο του Κοσσυφοπεδίου, με την πρωτεύουσά του τα Σκόπια», ενώ τα όρια του «ιστορικά εθνικού αλβανικού χώρου» απλώνονται πολύ πέρα από τις κατοικούμενες από Αλβανούς περιοχές της πρώην Γιουγκοσλαβίας, για να περιλάβουν την «μείζονα Τσαμουριά» (μέχρι την Πρέβεζα), την Καστοριά και τη Φλώρινα. Κεντρικό ρόλο στη δημοσίευση του κειμένου θεωρείται ο καθηγητής Ίλι Πόπα (Illy Popa), πρόεδρος της Αλβανικής Ακαδημίας και ηγετικό στέλεχος της Αλβανικής Επιτροπής του Ελσίνκι. Αναλαμβάνοντας την προεδρία του ιδρύματος το 1997, θα διαβεβαιώσει τον τότε πρόεδρο της χώρας καθηγητή Ρετζέπ Μεϊντάνι (Rehxep Meidani), με τον οποίο διατηρούσε στενές σχέσεις ότι «θα είναι ιδιαίτερα παρών στα μέσα ενημέρωσης, προκειμένου να υπηρετήσει τα εθνικά συμφέροντα» και πως «το εθνικό ζήτημα θα είναι στο εξής η προτεραιότητα της Ακαδημίας»2.
Το κείμενο της Ακαδημίας περιλαμβάνει το κεφάλαιο εισαγωγής στο αλβανικό εθνικό ζήτημα, ενώ στη συνέχεια αναπτύσσονται οι θέσεις της Ακαδημίας Επιστημών για την αποκοπή των εθνικών εδαφών από τη μητέρα πατρίδα, η άρνηση στους αλβανικούς πληθυσμούς του δικαιώματος στον ατομικό αυτοπροσδιορισμό, ο περαιτέρω «αποχωρισμός», όπως τονίζεται των εθνικών εδαφών, η προκήρυξη για τη Δημοκρατία του Κοσσυφοπεδίου, η οδός για την επίλυση του ανοιχτού θέματος του Κοσσυφοπεδίου, ενώ το βιβλίο κλείνει με τις αναλυτικές αναφορές στο ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου, των Αλβανών της πΓΔΜ, του Μαυροβουνίου, της Ελλάδας και των γλωσσικών και πολιτιστικών μειονοτικών ομάδων (Ιταλία, Ελλάδα, Βουλγαρία, Ουκρανία, Βεσσαραβία, Σλαβονία, Δαλματία, Αίγυπτος και αλλού).
Γ. Η σημασία της έκδοσης
Το κείμενο αποτελεί μία σημαντική έκδοση για τους εξής λόγους:
1. Η εξιστόρηση και ανάλυση του αλβανικού εθνικού ζητήματος, γίνεται με άξονα «τον σερβικό εθνικισμό (στο Κοσσυφοπέδιο), την ελληνική Μεγάλη Ιδέα» ( πολιτική η οποία, όπως υποστηρίζεται από την Ακαδημία «είχε σαν αποτέλεσμα ν΄ αποκοπεί από τον αλβανικό εθνικό κορμό η Φλώρινα, η Καστοριά και η «Τσαμουριά»- σύμφωνα με την αλβανική θέση είναι η νότια Αλβανία η οποία φτάνει μέχρι την Πρέβεζα-) και τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων. Τα παραπάνω δεδομένα είχαν σαν αποτέλεσμα την διαίρεση των αλβανικών εδαφών, σε μία περίοδο, στην οποία όπως αναφέρεται, οι «Έλληνες, οι Βλάχοι, οι Σέρβοι, οι Μαυροβούνιοι, οι «Μακεδόνες», οι Τούρκοι, ήταν μειονοτικές νησίδες σε μία ανοιχτή Αλβανική θάλασσα».
2. Ο αλβανικός αγώνας για την ανεξαρτησία από το οθωμανικό κράτος (Σύνδεσμος του Prizren, διακήρυξη της ανεξαρτησίας στην Αυλώνα), δεν ολοκλήρωσε την εθνική ενότητα αφού εκτός του αλβανικού κράτους έμειναν παραπάνω από το μισό των εθνικών εδαφών.
3. Το κείμενο επισημαίνει ότι οι Αλβανοί απογοητεύτηκαν κατά καιρούς από τη συμπεριφορά των Μεγάλων Δυνάμεων απέναντί τους (Βερσαλλίες 1920, Συνδιάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι το 1946, διάλυση Γιουγκοσλαβίας), σε αντίθεση με τη δική τους στάση. Η μεγάλη μάλιστα απογοήτευση ήταν στη δεκαετία του 1990 με την αναγνώριση των πρώην γιουγκοσλαβικών δημοκρατιών και την άρνηση για την επίλυση του ζητήματος του Κοσσυφοπεδίου.
4. Στο κεφάλαιο για την άρνηση στους αλβανικούς πληθυσμούς του δικαιώματος στον ατομικό αυτοπροσδιορισμό, έχει ενδιαφέρον η οπτική για τους αλβανικούς πληθυσμούς που βίωσαν τη φασιστική κατοχή αλλά και για τη μεταπολεμική κατάσταση (ρόλος Τίτο και Ελληνική πολιτική για τη Βόρειο Ήπειρο) όπως και για τους Τσάμηδες, οι οποίοι έφυγαν από την Ελλάδα μετά το 1944, σαν συνεργάτες των Ιταλογερμανών)
Από τις αρχές του 1990, ταυτόχρονα με τις ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις στην Αλβανία εμφανίζονται και οι εθνικιστικές τάσεις σχετικά με το ζήτημα, ενώ δημιουργήθηκε και η οργάνωση «Cameria» («Τσαμουριά») για τη διεκδίκηση των αιτημάτων των Τσάμηδων. Εκτός από την οργάνωση «Τσαμουριά» έχει ιδρυθεί και μία 100μελής άτυπη βουλή, η οποία έγινε μέλος της «οργάνωσης υπο-αντιπροσωπευμένων λαών» του ΟΗΕ το 1995, και από την οποία προπαγανδίζεται ότι έχει συσταθεί ο απελευθερωτικός στρατός της Τσαμουριάς (UCC- Ushtria Nacionalclirimtare e Chameria) ενώ στις 30 Ιουνίου 1994 η αλβανική βουλή καθιέρωσε ομόφωνα την 27η Ιουνίου ως ημέρα «Γενοκτονίας των Τσάμηδων».
5. Η Ακαδημία δίνει ιδιαίτερο βάρος, στους αλβανικούς πληθυσμούς του Κοσσυφοπεδίου και επισημαίνει ότι η επίλυση του ζητήματος του Κοσσυφοπεδίου και γενικότερα του αλβανικού εθνικού ζητήματος, παρότι είναι πιο πολύ περίπλοκη τώρα από ότι την περίοδο της ανεξαρτησίας, θα γίνει στη βάση του εθνικού αυτοπροσδιορισμού. Τότε και μόνο τότε τα Βαλκάνια θα έχουν ειρήνη, αφού η Διεθνής κοινότητα και η σερβική πολιτική θα αναγνωρίσουν τη Δημοκρατία του Κοσσυφοπεδίου.
6. Για τους Αλβανούς της πΓΔΜ- το βιβλίο γράφτηκε πριν τα αιματηρά γεγονότα του 2001 που οδήγησαν στη Συμφωνία της Αχρίδας και στην απονομή δικαιωμάτων στους αλβανικούς πληθυσμούς- υποστηρίζεται ότι αριθμούν περίπου το 35% του πληθυσμού και βαίνουν αυξανόμενοι-, ενώ θα μπορούσαν να έχουν μία αυτόνομη περιοχή στα πλαίσια της χώρας.
7. Για τους Αλβανικούς πληθυσμούς που κατοικούν στο Μαυροβούνιο η Αλβανική Ακαδημία Επιστημών υποστηρίζει ότι αποτελούν το 8% του πληθυσμού και η πιο ιδανική λύση γι΄ αυτούς θα ήταν η διοικητική και πολιτιστική αυτονομία, η παραχώρηση δηλαδή περισσότερων δικαιωμάτων. Το ζήτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά την διακηρυγμένη θέση για ανεξαρτησία του Μαυροβουνίου και την θέληση των αλβανικών πληθυσμών να παρέμβουν και εκεί.
8. Για τους Αλβανούς της Ελλάδας (το βιβλίο υποστηρίζει ότι αυτοί ζουν στη «Φλώρινα, Καστοριά και Τσαμουριά» και σύμφωνα με στοιχεία του 1985 ήταν τριάντα χιλιάδες- δεν αναφέρονται καθόλου οι Αλβανοί εργαζόμενοι) η καλύτερη λύση θα ήταν να διδάσκονται τη μητρική τους γλώσσα, δίνοντας ως παράδειγμα την ελληνική μειονότητα της Αλβανίας.
Το κείμενο αναφέρει και τους «αρβανίτικους» πληθυσμούς της Ελλάδας -περίπου διακόσιες χιλιάδες όπως τονίζεται – οι οποίοι αποτελούν μία γλωσσική και πολιτιστική μειονότητα, που θα έπρεπε να απολαμβάνει εκπαιδευτικά δικαιώματα. Είναι γεγονός ότι πάγια τακτική της αλβανικής πολιτικής τάξης είναι να θέτει ζήτημα αλβανικής μειονότητας στην Ελλάδα. Αλβανική μειονότητα η οποία με διάφορους τρόπους και πρέπει να υπάρξει αλλά και να αποδοθούν σ΄ αυτήν δικαιώματα.
Στην παρούσα φάση όχι κατ΄ ανάγκη τα ίδια με την ελληνική μειονότητα της Αλβανίας, αλλά και μόνο η ύπαρξη ενός αντίπαλου δέους θα αποτελεί μία σημαντική εξέλιξη για την αλβανική πλευρά. Είναι γεγονός ότι εκτός από τους «αρβανίτικους πληθυσμούς» τους οποίους προσπαθεί η αλβανική πλευρά να οικειοποιηθεί εδώ και χρόνια, με μία (μεταφυσική) επίκληση της «καταγωγής» τους, σε πολλές διμερείς επαφές αλλά και σε διεθνείς οργανισμούς αναφέρονται και οι Αλβανοί εργαζόμενοι στην Ελλάδα. Τα επιχειρήματα κοινά και με άλλες περιπτώσεις αλβανικών πληθυσμών στη χερσόνησο του Αίμου (εκπαιδευτικά, πολιτιστικά δικαιώματα, κ.λ.π) που ξεπερνούν όμως στην περίπτωση της Ελλάδας μία απλή διεκδίκηση του αυτονόητου δικαιώματος ενός οποιουδήποτε μετανάστη σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η δημιουργία ενός αντίβαρου, πολιτικής και νομικής φύσης, στην αναγνωρισμένη ελληνική μειονότητα της Αλβανίας φαίνεται ότι αποτελεί στόχο της αλβανικής πολιτικής, παρότι εκ των πραγμάτων φαίνεται ότι αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί άμεσα, πόσο μάλλον να γίνει συζήτηση για την ουσία του ζητήματος που κρίνεται ανεδαφικό. Όμως εάν γίνει αναγωγή σε άλλα παραδείγματα στην περιοχή προκύπτει ότι η πρόταση για «αλβανική μειονότητα στην Ελλάδα» δεν αποτελεί ουτοπία, αφού η συζήτηση για τον αλβανικό παράγοντα φαίνεται ότι δεν θα σταματήσει στην ανεξαρτητοποίηση του Κοσσυφοπεδίου ή στην παραχώρηση και άλλων δικαιωμάτων στους Αλβανούς της πΓΔΜ και στην ανάδειξη τους ζητήματος των Αλβανών του Πρέσεβο και του Μαυροβουνίου.
Έτσι φαίνεται ότι το ζήτημα της «αλβανικής παρουσίας στην Ελλάδα» δεν αποτελεί ένα ασήμαντο μέρος της πολιτικής της γειτονικής χώρας, που θα ήθελε να ικανοποιηθεί από ήσσονος, ίσως σημασίας, δικαιώματα. Και αυτό ισχύει και για τους Αλβανούς που ήρθαν με το 1991 αλλά και για τους «αρβανίτικους» πληθυσμούς.
9. Το κείμενο της Ακαδημίας Επιστημών κλείνει με τα λόγια του Αλβανού αντιπροσώπου στο Συνέδριο του Βερολίνου, Αβδούλ Φρασέρι (Abdul Fraseri), ο οποίος τονίζει πως «εάν οι Μεγάλες Δυνάμεις και τα γειτονικά με την Αλβανία κράτη δε δώσουν στους Αλβανούς την ελευθερία τους, αυτοί δε θα σταματήσουν να πολεμούν για την εθνική τους ανεξαρτησία. Όμως εάν αναγνωριστούν στους Αλβανούς τα εθνικά τους δίκαια τότε τα Βαλκάνια θα έχουν ειρήνη». Αυτά τα λόγια αποτελούν και το γενικό συμπέρασμα της Ακαδημίας Επιστημών, η οποία προτρέπει τη διεθνή κοινότητα (Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, Ευρωπαϊκή Ένωση, Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, Συμβούλιο της Ευρώπης, Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών) και τα γειτονικά με την Αλβανία κράτη να αποδώσουν πλήρη δικαιώματα στους Αλβανούς. Ανεξαρτησία στο Κοσσυφοπέδιο, ίση πολιτική δύναμη στην πΔΓΜ, αυτονομία στο Μαυροβούνιο, πολιτιστικά και εκπαιδευτικά δικαιώματα στην Ελλάδα.
Δ. Συμπερασματικές παρατηρήσεις
Το «εθνικό ζήτημα», όπως αναλύεται στην «Πλατφόρμα» συμπίπτει με τα οράματα των Αλβανών λίγο πριν τη δημιουργία του αλβανικού κράτους για ένωση των αλβανικών πληθυσμών της Βαλκανικής. Η Ακαδημία ήρθε στην κατάλληλη στιγμή να εκφράσει στο ιδεολογικό επίπεδο και ν΄ αναγάγει στο ζητούμενο, από την αλβανική κοινωνία, το όραμα και τους εθνικούς πόθους, στους οποίους συνηγόρησε η άφιξη και εγκατάσταση των νατοϊκών δυνάμεων στο αλβανικό έδαφος και η, έστω και πρόσκαιρη, αναβάθμιση του στρατηγικού ρόλου της χώρας, δεδομένα που θεωρήθηκαν ως το πρώτο αναγκαίο βήμα για την εκπλήρωση του εθνικού οράματος.
Αξίζει να σημειωθεί βεβαίως ότι το κείμενο της Ακαδημίας Επιστημών στάλθηκε και στην αντίστοιχη Ακαδημία της Πρίστινα, με στόχο να αποτελέσει κοινό πλαίσιο δράσης. Οι Αλβανοί όμως ακαδημαϊκοί του Κοσσυφοπεδίου απέρριψαν το κείμενο, αφού δεν έθετε το ζήτημα της περιθωριοποίησης του θέματος επί Χότζα, ενώ θεωρήθηκε μετριοπαθές, παρότι το εθνικό όραμα της Ακαδημίας των Τιράνων έθετε ως στόχο την αλβανική κυριαρχία σ΄ ολόκληρο το Κοσσυφοπέδιο, στο 50% του εδάφους της πΓΔΜ, στο 20% του Μαυροβουνίου και σύμφωνα την παρουσία των αλβανικών πληθυσμών στο 15% της Ελλάδας.
----
* Ο Φάνης Μαλκίδης είναι διδάκτωρ κοινωνικών επιστημών και διδάσκει στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Έχει γράψει τα βιβλία «Η εθνική ελληνική μειονότητα στην Αλβανία» (στην ελληνική, αγγλική, και αλβανική γλώσσα), «Οι ελληνοαλβανικές σχέσεις» και «Το αλβανικό εθνικό ζήτημα».







