ΠΕΡΙΛΗΨΗ
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ως Σκοπό της Μελέτης καθορίσθηκε η οριοθέτηση της έκτασης και σοβαρότητας του Ζητήματος των Τσάμηδων και η εκτίμηση των διαφαινομένων προοπτικών όπως διαμορφώνονται από την ανάλυση των σχετικών παραγόντων που το επηρεάζουν.
2. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ
Το Ζήτημα των Τσάμηδων γεννήθηκε ταυτόχρονα με τον Αλβανικό Μεγαλοϊδεατισμό (Δημιουργία Μεγάλης Αλβανίας) που έχει τις ρίζες του στην περίοδο της δημιουργίας του αλβανικού κράτους (Συνθήκη Λονδίνου 1913) όταν στα όρια του νεοσύστατου κράτους δεν περιελήφθησαν τα «αλβανικά εδάφη» που είχε οριοθετήσει η Λίγκα του Πρίζρεν το 1878(Παράρτημα Α)
Στις παραπάνω περιοχές και σ΄ότι αφορά την Ελλάδα περιλαμβάνεται ολόκληρη η σημερινή ελληνική Ήπειρος προβαλλόμενη από την αλβανική προπαγάνδα και «Τσαμουριά» (Παράρτημα «Β»).
, Την ίδια περίοδο μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου από τον ελληνικό Στρατό (Φεβρουάριος 1913) οι κατοικούντες στην περιοχή Θεσπρωτίας μουσουλμάνοι Τσάμηδες (εξισλαμισθέντες χριστιανοί κατά τον 16ο αιώνα), διαφοροποιούνται ως κοινότητα ενώ ταυτόχρονα εμφανίζονται και οι πρώτες προσπάθειες για την προσάρτηση της Θεσπρωτίας στο νέο αλβανικό κράτος (Νοέμβριος 1913).
Έτσι το Ζήτημα των Τσάμηδων συνδέεται πλέον αναπόσπαστα με τον Αλβανικό Μεγαλοϊδεατισμό ως αλλυτρωτικό πρόβλημα «Αλβανών Μουσουλμάνων Αδελφών» στους οποίους ανήκει, ως υποστηρίζουν ,η Θεσπρωτία.
Κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου οι Τσάμηδες συνεργάζονται με Ιταλούς και Γερμανούς κατά την κατοχή και διαπράττουν φρικαλέα εγκλήματα κατά του ελληνικού πληθυσμού επιδιώκοντας την αυτοδιάθεση της Θεσπρωτίας και την στην συνέχεια συνένωσή της με την Αλβανία.
Περί το τέλος του πολέμου συγκρούονται με τις αντιστασιακές δυνάμεις του ΕΔΕΣ που δρούσαν στην περιοχή και τελικά με την κατάρρευση του Άξονα φοβούμενοι τις συνέπειες των τρομερών εγκλημάτων που διέπραξαν εγκαταλείπουν θεληματικά την περιοχή και εγκαθίστανται μόνιμα στην Αλβανία. Ο αποδεδειγμένος επίσημα αριθμός των Τσάμηδων που εγκατέλειψαν την περιοχή είναι 18.576 (Παράρτημα «ΣΤ»).
3. ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ
Από τις αρχές του 1990 ταυτόχρονα με τις εξελίξεις στην Αλβανία προς την κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού και των ανοιγμάτων προς τη Δύση εμφανίζονται έντονα και οι υποβόσκουσες εθνικιστικές τάσεις του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού (Παραρτήματα «Γ» ).
Οι στην συνέχεια εξελίξεις στο Κοσσυφοπέδιο στη Νοτ. Σερβία και τα Σκόπια επιβεβαιώνουν την εφαρμογή μιας Εθνικής Στρατηγικής με γενικότερο στόχο τον Αλβανικό Μεγαλοϊδεατισμό. Ταυτόχρονα από το 1990 παρουσιάζεται μια έντονη δραστηριότητα πολύπλευρης προβολής του Ζητήματος των Τσάμηδων είτε από πλευράς επίσημης αλβανικής κυβερνήσεως και ως θέμα εσωτερικής πολιτικής, και σε επίπεδο διεθνών και διμερών σχέσεων (Παράρτημα «Δ»), αλλά και μέσω οργανώσεων στο εσωτερικό και στη διασπορά.
Οι παραπάνω δραστηριότητες επικεντρώνονται στη διεθνή προβολή του Ζητήματος των Τσάμηδων μέσω μιας έντονης προπαγάνδας με ευρεία χρήση του διαδικτύου, επιδίωξη εκπροσώπησης σε διάφορους διεθνείς οργανισμούς (ΜΚΟ), προσφυγή σε επίσημους διεθνείς οργανισμούς ,εξασφάλιση υποστήριξης από άλλα κράτη όπως η Τουρκία και σύνδεση του όλου θέματος με τον Μουσουλμανικό Φονταμεταλισμο.
Το Ζήτημα των Τσάμηδων εξ άλλου φαίνεται ότι συνδυάσθηκε άμεσα – ως μέρος του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού – και με τις πρόσφατες εξελίξεις στα Βαλκάνια και κατά δημοσιογραφικές πληροφορίες συνδέθηκε με τη δράση του Αλβανικού Απελευθερωτικού Στρατού (UCK).
.
Ανεξάρτητα της αληθείας των παραπάνω, η σύνδεση του UCK με το Ζήτημα των Τσάμηδων θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη αφού η διεκδίκηση της λεγομένης Τσαμουριάς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του γενικότερου εθνικού αλβανικού στόχου της Μεγάλης Αλβανίας, στόχο με τον οποίο έχει ταυτίσει και την ύπαρξη και δράση του ο UCK.
4. ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ
Ως κύριοι παράγοντες που επηρεάζουν το υπό μελέτη θέμα ,οι οποίοι και αναλύθηκαν λεπτομερώς ,εκτιμήθηκαν :
• Η Δημογραφική Κατάσταση της Ηπείρου και των Τσάμηδων συμπεριλαμβανομένου και του θέματος των Αλβανών Μεταναστών
• Η σχέση του Ζητήματος των Τσάμηδων με τον Αλβανικό Μεγαλοϊδεατισμό και τον UCK σε συνδυασμό με τις Βαλκανικές εξελίξεις και προοπτικές.
• Οι ελληνικές πολιτικές και τις γενικότερες γεωπολιτικές δυνατότητες της Ελλάδος.
• Οι πολιτικές της Αλβανίας σχετικά με το Ζητημα των Τσάμηδων και τον αλβανικό Μεγαλοϊδεατισμό ,την σχέση με τον UCK και την στάση της έναντι της ελληνικής μειονότητας.
• Οι πολιτικές της Τουρκίας,της Διεθνούς Κοινότητας γενικά και των λοιπών Βαλκανικών κρατών.
Τα κύρια σημεία εκ της ανάλυσης των παραγόντων περιλαμβάνονται στα Συμπεράσματα και Διαπιστώσεις
5. ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΠΡΟΤΑΣΕIΣ
Εκτιμάται ως χρήσιμη η λεπτομερής αναδρομή των Συμπερασμάτων και Προτάσεων να γίνει από το κυρίως σώμα της Μελέτης
Διαπιστώσεις – Συμπεράσματα
Το Ζήτημα των Τσάμηδων – Υπαρκτό Πρόβλημα
• Το Ζήτημα των Τσάμηδων είναι υπαρκτό για τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα μετά δε τις πρόσφατες Βαλκανικές εξελίξεις θα πρέπει να θεωρείται «πρόβλημα» υπό την μορφή του «ενδεχομένου» για την χώρα μας «κινδύνου» αφού είναι συνυφασμένο διαχρονικά και αναπόσπαστα με τον Αλβανικό Μεγαλοϊδεατισμό ο οποίος με κύριο φορέα υλοποίησής του τον UCK βρίσκεται σε δυναμική εξελικτική τροχιά.
Οριοθέτηση Προβλήματος
Οι Τσάμηδες Υπαρκτή Εθνοτική Ομάδα
• Οι Τσάμηδες αποτελούν μια υπαρκτή πληθυσμιακή ομάδα.
Η αποχώρηση των Τσάμηδων από την Θεσπρωτία το 1944 μετά τον αγώνα των ανταρτικών τμημάτων του ΕΔΕΣ θα πρέπει να θεωρείται γεγονός εθνικής σημασίας για τη χώρα μας. Εάν τούτο δεν είχε συμβεί, οι Τσάμηδες το πιθανότερο θα αποτελούσαν σήμερα μια υπερτερούσα πληθυσμιακή εθνοτική ομάδα στην περιοχή με αυτονόητες συνέπειες για την περιοχή και την Ελλάδα γενικότερα.
• Το πληθυσμιακό μέγεθος της ομάδας κατά μια στατιστική προσέγγιση (έντονοι ρυθμοί δημογραφικής ανάπτυξης) υπολογίζεται σε 85-100 χιλ. συμπεριλαμβανομένων και των Τσάμηδων της διασποράς.
• Δεν διαπιστώνεται διακριτή παρουσία Τσάμηδων στη χώρα μας, θα πρέπει όμως να αναμένεται μια αναλογική παρουσία μέσα στο σύνολο των Αλβανών μεταναστών η οποία όμως για την Ήπειρο και ειδικότερα την Θεσπρωτία εκτιμάται ως εξαιρετικά μικρή (0,2-0,3% του γηγενούς ελληνικού πληθυσμού) ώστε να είναι δυνατόν να στηριχθούν γεωπολιτικές διεκδικήσεις και ανάλογη στρατηγική από πλευράς αλβανικού παράγοντα και ιδιαίτερα σ΄ ότι αφορά πιθανή δράση του UCK κατά τα πρότυπα Κοσσυφοπεδίου και Σκοπίων.
• Είναι πιθανή και δυνατή υπό ορισμένες συνθήκες η δημιουργία μιας πραγματικής ή πλασματικής εθνοτικής παρουσίας μέσω του μεταναστευτικού ρεύματος κυρίως για δημιουργία εντυπώσεων λόγω ελαστικότητας του μεταναστευτικού Νόμου και της αδυναμίας ελέγχου του όλου συστήματος (είσοδος, νομιμοποίηση, παραμονή, εγκατάσταση, μετακίνηση) από πλευράς δήμων και κοινοτήτων στους οποίους έχει μεταβιβασθεί η όλη αρμοδιότητα.
Τσάμηδες, Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός και Αλβανικός Απελευθερωτικός Στρατός (UCK)
• Παρά το ότι το ζήτημα της διεκδικήσεως της λεγόμενης Τσαμουριάς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού, οι σημερινές πραγματικότητες δεν επιτρέπουν την εφαρμογή εκ μέρους του αλβανικού παράγοντα και ειδικότερα του UCK πολιτικών και στρατηγικών ομοίων με αυτούς που με επιτυχία εφαρμόσθηκαν στο Κοσσυφοπέδιο, Νοτ. Σερβία και Σκόπια.
• Βασικός λόγος πέραν των λοιπών αποτρεπτικών παραγόντων (γεωπολιτική ισχύς Ελλάδος, στάση διεθνούς κοινότητος κ.λ.π) είναι ότι στην χώρα μας δεν πληρούται η βασική προϋπόθεση για την ύπαρξη μιας τέτοιας πολιτικής αλλυτρωτικών διεκδικήσεων και της αντίστοιχης στρατηγικής που είναι η ύπαρξη «εθνοτικού αλβανικού χώρου».
• Τα παραπάνω επιβάλλουν στον αλβανικό παράγοντα σε ότι αφορά τις αλλυτρωτικές διεκδικήσεις για την Τσαμουριά :
• Να αρκεστεί αρχικά σε έναν ενδιάμεσο περιορισμένο ΑΝΣΚ που από πολιτικής πλευράς φαίνεται να είναι η διεθνής αναγνώριση των Τσάμηδων ως μειονότητα στην Ελλάδα και την σύνδεσή τους με την διεκδικούμενη αλλυτρωτική περιοχή.
• Να επιδιώξει σε δεδομένη στιγμή τη δημιουργία μιας «τεχνητής μειονοτικής παρουσίας» Τσάμηδων στην Ελλάδα μέσω του μεταναστευτικού ρεύματος.
• Να χρησιμοποιήσει εκβιαστικά την ελληνική μειονότητα της Βορείου Ηπείρου για την επίτευξη ορισμένων αντισταθμιστικών ωφελημάτων υπέρ των Τσάμηδων είτε μέσω της επισήμου Αλβανίας είτε με ανεπίσημη δράση του UCK που μπορεί να λάβει τη μορφή τεχνητής έντασης παρουσιαζομένη ως σύγκρουση ελληνικών και αλβανικών εθνοτήτων και κατά συνέπεια δεν θα πρέπει να αποκλεισθεί.
• Να εκμεταλλευθεί την επίσημα εκδηλωμένη συμπαράσταση της Τουρκίας ιδιαίτερα στην περίπτωση ελληνοτουρκικής κρίσης ή και σύρραξης.
Δυνατότητες Δράσης του UCK στην Ελλάδα
• Η διεξαγωγή κάποιου είδους έστω ανταρτοπολέμου από τον UCK με οργανωμένες δυνάμεις που κατά καιρούς αναφέρθηκαν από δημοσιογραφικές πληροφορίες (Ταξιαρχία Τσαμουριάς κ.λ.π) εκτιμάται σαν «ακραία» επιχείρηση με υψηλό βαθμό κινδύνου αποτυχίας από στρατιωτικής πλευράς αλλά και ιδιαίτερα δύσκολο να αποφασισθεί από πλευράς πολιτικής διότι :
Ελλείπει η τοπική πολιτική και στρατιωτική στήριξη λόγω ανυπαρξίας μονίμου αλβανικού στοιχείου.
Η υποστήριξη της Αλβανίας ως γειτονικού κράτους («κράτος υποστήριξης» στον ανταρτοπόλεμο) εκτιμάται αν όχι αδύνατη ως εντελώς περιορισμένη.
Οι Ένοπλες Δυνάμεις της Ελλάδος συγκρινόμενες με εκείνες της Σερβίας και Σκοπίων είναι κατά πολύ ισχυρότερες και αποτελεσματικότερες με δυνατότητες που δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για διεξαγωγή οργανωμένου ανταρτοπολέμου της έκτασης διαρκείας που είναι αναγκαία για επίτευξη ουσιαστικών στρατηγικών αποτελεσμάτων.
Μετά τα παραπάνω εκτιμάται ότι στην πλέον ακραία περίπτωση η πιθανή εμπλοκή του UCK σ΄ότι αφορά το θέμα της καλουμένης Τσαμουριάς αν και εφ΄όσον εκδηλωθεί, το πιθανότερο θα συνδυασθεί με την προσπάθεια δημιουργίας μιας «τεχνητής» εθνοτικής παρουσίας Τσάμηδων στην περιοχή, θα είναι εντελώς περιορισμένης εκτάσεως και διάρκειας με τη μορφή μιας «συμβολικής» παρουσίας στην περιοχή και σκοπό θα έχει τη δημιουργία εντυπώσεων και την κατά κάποιο τρόπο «δήλωση» διεθνώς της ύπαρξης μειονότητας Τσάμηδων και τις σχέσεις της με την υπόψη περιοχή.
• Στρατιωτική δράση του UCK στην Ελλάδα δυνατόν να αποτελέσει έναν ουσιαστικό από βορρά «ενδεχόμενο συναφή κίνδυνο» μη δυνάμενο να παραβλεφθεί στην περίπτωση μιας ελληνοτουρκικής σύγκρουσης αφού :
• Είναι αποδεδειγμένη η πολιτική υποστήριξη της Τουρκίας στο θέμα των Τσάμηδων και η απ΄ευθείας σχέση της με τον UCK.
• Δυνατόν να χρησιμοποιήσει τον UCK σε περίπτωση συρράξεως για δημιουργία αντιπερισπασμού είτε στην περιοχή Τσαμουριάς είτε στο εσωτερικό της χώρας μας σε συνεργασία με ακροθενικά στοιχεία μεταξύ των μεταναστών.
• Σε περίπτωση ελληνοτουρκικής σύρραξης εκτιμάται ότι η χώρα μας θα έχει στερηθεί το πιθανότερο και το τεκμήριο της πολιτικής στήριξης από τους διεθνείς οργανισμούς (ΝΑΤΟ, ΕΕ) και τις ΗΠΑ. Αλβανία και UCK θα ενεργούν κατά της χώρας μας χωρίς να υπολογίζουν συνέπειες έναντι της Διεθνούς Κοινότητας.
Δραστηριότητες για την Προώθηση του Ζητήματος των Τσάμηδων και Αλβανική Προπαγάνδα
Οι γενικότερες δραστηριότητες που έχουν σχέση με την προώθηση του θέματος των Τσάμηδων οργανώνονται και προβάλλονται στα πλαίσια μιας έντονης προσπάθειας του αλβανικού παράγοντα από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 μέσω ενός πλήθους αλβανικών εθνικιστικών οργανώσεων (αναφέρονται αναλυτικά στη μελέτη) που δραστηριοποιούνται τόσο στην Αλβανία όσο και στην Διασπορά ενώ παράλληλα αναπτύσσεται και αντίστοιχη πολιτική δραστηριότητα εκ μέρους των αλβανικών κομμάτων, της επίσημης αλβανικής εξωτερικής πολιτικής ή και ακόμα επισήμως από ξένα κράτη όπως η Τουρκία.
Η Προπαγάνδα
Ο γενικότερος γεωπολιτικός ΑΝΣΚ που επιδιώκεται μέσω της όλης αλβανικής προπαγάνδας που πραγματοποιείται κυρίως μέσω των διαφόρων οργανώσεων της διασποράς με ευρυτάτη χρήση του διαδικτύου,είναι η αναγνώριση των Τσάμηδων ως μειονότητα και η ταύτισή τους με τον χώρο της καλουμένης Τσαμουριάς δηλαδή το πρώτο βήμα για την αναγνώριση εν σπέρματι του αλβανικού «εθνοτικού χώρου» στην Ελλάδα έστω και εν απουσία της εθνοτικής πληθυσμιακής ομάδας η οποία υποτίθεται ότι «εκδιώχθηκε βίαια».
Η Αλβανική Πολιτική
• Η σημερινή Αλβανία είναι εκ των πραγμάτων υποχρεωμένη να συγκαλήψει το όραμα της Μεγάλης Αλβανίας με μια «δυτικόστροφη» πολιτική των «ανοικτών συνόρων», «ελεύθερης μετακίνησης « και «ελεύθερης επικοινωνίας» του αλβανικού πληθυσμού.
• Στα παραπάνω πλαίσια το Ζήτημα των Τσάμηδων :
• Ως μέρος του «Εθνικού Θέματος» υποστηρίζεται από όλα τα αλβανικά πολιτικά κόμματα.
• Προβάλλεται σε διεθνές και διμερές επίπεδο ως θέμα ενδιαφέροντος της Αλβανίας για τα δικαιώματα μιας «αλβανικής μειονότητας».
• Δεν συνδέεται άμεσα με εδαφικές διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδος πλην όμως έμμεσα πάντα ταυτίζεται με την λεγόμενη Τσαμουριά.
• Επιδιώκεται η διεθνοποίηση του θέματος με σκοπό την αναγνώριση των Τσάμηδων ως μειονότητα μέσω ΜΚΟ και του αλβανικού Λόμπυ.
• Οι προβαλλόμενες διεκδικήσεις συγκεκριμενοποιούνται με την καταβολή αποζημιώσεων στους Τσάμηδες για την απώλεια των περιουσιών τους.
• Παρ΄ότι η επίσημη αλβανική πολιτική ουδέποτε παρεδέχθη σχέσεις με τον UCK και την δραστηριότητά του, η ανεπίσημη υποστήριξη του UCK κατά τις πρόσφατες επιχειρήσεις στη Βαλκανική και η πολιτική διασύνδεση τουλάχιστον με το κόμμα του Σαλί Μπερίσα πρέπει να θεωρούνται δεδομένα. Υπό την έννοια αυτή είναι δυνατόν η Αλβανία ανεπίσημα να «ανεχθεί» κάποιες δραστηριότητες του UCK είτε άμεσα εναντίον της Ελλάδος είτε έμμεσα κατά της ελληνικής μειονότητας δηλώνοντας επίσημα «αδυναμία» ελέγχου της δράσης του UCK και φυσικά μη συμμετοχή.
Τουρκία
• Η Τουρκία είναι ίσως η μόνη χώρα που επίσημα θέτει Ζήτημα Τσάμηδων ως «μειονοτικό πρόβλημα» που δημιουργήθηκε ευθύνη της Ελλάδος με εκτεταμένη αναφορά επί του θέματος στην ιστοσελίδα του Τουρκικού ΥΠΕΞ ενώ κατά δημοσιογραφικές πληροφορίες φαίνεται ότι το θέμα εξετάζεται και από την στρατιωτική του διάσταση αφού η εκμετάλλευσή του συμπεριλαμβάνεται στους στόχους της Τουρκίας σε σχέση με την Αλβανία ( αποφασίστηκε σε σύσκεψη των Τούρκων Αρχηγών Επιτελείων Κιβρίκογλου και Κίλιτς στις 24 Νοεμβρίου 1997.)
• Με βάση τα παραπάνω η Τουρκία υποστηρίζει, προβάλλει και συντηρεί το θέμα των Τσάμηδων με προφανή σκοπό :
• Να προβάλλει τον ρόλο της στα Βαλκάνια ως προστάτιδα των μουσουλμανικών μειονοτήτων και να υποσκάψει τη διεθνή θέση της Ελλάδος.
• Σε περίπτωση ελληνοτουρκικής σύγκρουσης και σε συνεργασία με τον UCK να δημιουργήσει «επιχειρησιακό αντιπερισπασμό» και στρατιωτικό «κίνδυνο» στην Θεσπρωτία ή και στο εσωτερικό της χώρας μας (κατασκοπία, δολιοφθορές, υποκίνηση ταραχών κ.λ.π).
Εκτιμώμενες Βαλκανικές Εξελίξεις
• Εκτιμάται ότι ο αλβανικός παράγων θα συνεχίσει κυρίως με τη δράση του UCK τις προσπάθειές του προς την κατεύθυνση των αλλυτρωτικών του ΑΝΣΚ με προτεραιότητες που θα καθορίζονται από τις εκάστοτε εξελίξεις ιδιαίτερα στο Κοσσυφοπέδιο και ΠΓΔΜ.
Μέσα στο παραπάνω πλαίσιο εκτιμάται ότι δεν θα εμπλακεί άμεσα με το θέμα των Τσάμηδων όσο εκκρεμούν οι εξελίξεις στο Κοσσυφοπέδιο, Νοτ. Σερβία και ΠΓΔΜ που αποτελούν και τους μείζονος σημασίας και προτεραιότητος στόχους αλλά θα το συντηρεί κυρίως εφαρμόζοντας μια πολιτική «χαμηλών εντάσεων» (διμερείς σχέσεις, προπαγάνδα, προσφυγή σε διεθνείς οργανώσεις κ.λ.π).
• Σε περίπτωση όμως περαιτέρω ευνοϊκών εξελίξεων στο Κοσσυφοπέδιο και ΠΓΔΜ από πλευράς αλβανικών επιδιώξεων θα διαμορφωθούν ανάλογα και στρατηγικές «μεγαλυτέρων απαιτήσεων» και για την περίπτωση της Τσαμουριάς.
• Σε κάθε περίπτωση όμως εκτιμάται ότι από πλευράς στρατηγικών ΑΝΣΚ δεν φαίνεται πιθανόν να επιδιωχθεί η δημιουργία «εθνοτικού χώρου» στη Θεσπρωτία τόσο τουλάχιστον στο ορατό μέλλον, αλλά θα εφαρμοσθεί μια στρατηγική περιορισμένων επί μέρους στόχων (αναγνωρίσεως μειονότητας, αποζημιώσεων κ.λ.π) ενώ από πλευράς υλοποιήσεως δεν φαίνεται ότι πρόκειται να αναβαθμισθεί σε σχέση με τις λοιπές προτεραιότητες λαμβανομενων υπόψη και των λοιπών αποτρεπτικών ιδιαιτεροτήτων του θέματος (Διεθνής θέση και ισχύς της Ελλάδος κ.λ.π).
• Παρά όμως τα παραπάνω οι αστάθμητες εξελίξεις στην Βαλκανική δυνατόν να οδηγήσουν σε ευρύτερη Βαλκανική κρίση με εμπλοκή του συνόλου σχεδόν των Βαλκανικών χωρών κατά την θεωρία του Ντόμινο. Στην περίπτωση αυτή αλλά και στην περίπτωση ελληνοτουρκικής σύρραξης είναι δυνατόν να εμφανισθούν μαξιμαλιστικές επιδιώξεις και δράση του UCK της Τσαμουριάς είτε αυτοδύναμα είτε προς υποβοήθηση και σε συνεργασία με την Τουρκία.
Η Διεθνής Κοινότητα
Εκτιμάται ότι σε περίπτωση εκδηλώσεως οποιασδήποτε δραστηριότητας του UCK κατά της χώρας μας οι Δυτικοευρωπαϊκές χώρες και ιδιαίτερα οι ΗΠΑ ως επίσης και οι Διεθνείς Οργανισμοί (ΝΑΤΟ, ΕΕ, ΟΑΣΕ) :
• Θα καταδικάσουν επίσημα κάθε ενέργεια χωρίς καμιά περαιτέρω εμπλοκή.
• Θα ασκήσουν πιέσεις προς την αλβανική πλευρά η οποία όμως θα δηλώσει αμέτοχη και αδυνατούσα να ελέγξει την δράση «εξτρεμιστικών στοιχείων».
• Δυνατόν να ασκήσουν και κάποιες πιέσεις προς την Ελλάδα για χειρονομία καλής θέλησης (καταβολή αποζημιώσεων).
Ελλάδα
Παρά το ότι οι δυνατότητες των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και Σωμάτων Ασφαλείας εκτιμώνται ως υπέρ αρκετές για την αντιμετώπιση οποιωνδήποτε «ενδεχομένων» που μπορεί να επιχειρήσει ο αλβανικός παράγων στη χώρα μας, εκτιμάται ως πολιτικά και στρατιωτικά σκόπιμο και αναγκαίο και ότι αφορά το Ζήτημα των Τσάμηδων να μελετηθούν και σχεδιασθούν «προληπτικά» αλλά και «κατασταλτικά» μέτρα για κάθε «ενδεχόμενο» κίνδυνο όσο και να φαίνεται απομεμακρυσμένος. (Λεπτομέρειες Προληπτικών και Κατασταλτικών Μέτρων στα Συμπεράσματα της Μελέτης).
Προτάσεις
Πολιτικές
• Ανεξάρτητα της επίσημης ελληνικής πολιτικής η οποία ορθώς δεν αποδέχεται την ύπαρξη θέματος Τσάμηδων, θα πρέπει το υπόψη Ζήτημα των Τσάμηδων να αναγνωρισθεί ως «υπαρκτό πρόβλημα» για την ελληνική πραγματικότητα το οποίο ως αναπόσπαστο μέρος του ευρισκομένου ήδη σε τροχιά υλοποίησης Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού είναι δυνατόν να δημιουργήσει μελλοντικούς ενδεχομένως κινδύνους για τη χώρα μας η αντιμετώπιση των οποίων θα πρέπει έγκαιρα να μελετηθεί και σχεδιασθεί.
• Η Ελλάς δεν θα πρέπει να αναγνωρίσει ούτε το προβαλλόμενο από πλευράς επίσημης αλβανικής πολιτικής δικαίωμα αποζημιώσεων των Τσάμηδων αφού μια τέτοια αναγνώριση στην ουσία νομιμοποιεί διεθνώς τους Τσάμηδες ως «υπαρκτή μειονότητα» που εκδιώχθηκε βίαια από την Ελλάδα και τους συνδέει με την διεκδικουμένη περιοχή της Θεσπρωτίας.
Τσάμηδες και Μεταναστευτικό
• Με δεδομένο ότι η ανυπαρξία εθνοτικής ομάδας Τσάμηδων στην Ελλάδα και ειδικότερα στην Θεσπρωτία ,θα πρέπει να καταβληθεί από ελληνικής πλευράς κάθε προσπάθεια για την μη δημιουργία μιας πραγματικής ή και τεχνητής μειονότητος Τσάμηδων στην περιοχή Θεσπρωτίας μέσω του Μεταναστευτικού Ρεύματος των ευρισκομένων στην Ελλάδα Αλβανών.
• Για την υλοποίηση των παραπάνω και λαμβάνοντας υπόψη την «ελαστικότητα» με την οποία ο Νομος 2910/2001 αντιμετωπίζει το θέμα της νομιμοποίησης και παραμονής μεταναστών στη χώρα μας θα πρέπει :
• Να περιορισθεί κατά το δυνατόν η είσοδος και παραμονή των Αλβανών μεταναστών και λαθρομεταναστών στη χώρα μας.
• Η έγκριση παραμονής Αλβανών μεταναστών να γίνεται ελεγχόμενη και λελογισμένα ώστε να αποφεύγεται κυρίως η εγκατάστασή της σε παραμεθόριες περιοχές και ιδιαίτερα στην Ήπειρο όπου στρέφονται οι αλβανικές αλλυτρωτικές επιδιώξεις.
• Να ελέγχεται ο αριθμός των εκάστοτε συγκεντρωμένων Αλβανών μεταναστών στην Ήπειρο και ειδικότερα στη Θεσπρωτία.
Τα περιλαμβανόμενα στατιστικά στοιχεία της Μελέτης (εκ δημοσιογραφικών πληροφοριών) που αφορούν τα αποτελέσματα της απογραφής του 2001 στην περιοχή Ηπείρου /Θεσπρωτίας θα πρέπει να επιβεβαιωθούν ευθύς ως επισημοποιηθούν από τη Στατιστική Υπηρεσία.
• Η αρμοδιότης του ελέγχου των μεταναστών που έχει ανατεθεί με το Νόμο στους Δήμους και Κοινότητες θα πρέπει να επανέλθει στην ΕΛ.ΑΣ η οποία και διαθέτει τους κατάλληλους μηχανισμούς ελέγχου ως προς την έγκριση παραμονής, την εγκατάσταση και τη μετακίνηση των αλλοδαπών.
Η Αλβανική Προπαγάνδα
Εκτιμάται ότι η ελληνική αντίδραση στην αλβανική προπαγάνδα είναι δυνατή έστω και συγκεκαλυμμένα συντονιζόμενη όμως και κατευθυνόμενη από τον αρμόδιο κρατικό φορέα. Ειδικότερα :
• Ενεργοποίηση ΜΚΟ και Οργανώσεων Αποδήμων κυρίως στις ΗΠΑ.
• Ευρεία χρησιμοποίηση Διαδικτύου μέσω ΜΚΟ ή ελληνικών οργανώσεων της διασποράς ή και ακόμη μεμονωμένων ατόμων για την αντίκρουση της αλβανικής προπαγάνδας.
• Ενεργοποίηση ελληνικού Λόμπυ ιδιαίτερα στις ΗΠΑ.
Προσφυγή σε Διεθνείς Οργανισμούς ή Θεσμικά Όργανά των
Θα πρέπει να μελετηθεί από ελληνικής πλευράς ο τρόπος αντίδρασης για την διαφαινόμενη ήδη αλβανική πολιτική προσφυγής σε νομικά και θεσμικά όργανα των Διεθνών Οργανισμών όπως του Συνηγόρου του Πολίτη για τη διεκδίκηση συγκεκριμένων οικονομικών και άλλων διεκδικήσεων που έχουν σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα ή δικαιώματα μειονοτήτων.
Αντιμετώπιση Ενδεχομένων Κινδύνων
• Η δημιουργία από τον αλβανικό παράγοντα και ειδικότερα από τον Αλβανικό Εθνικό Απελευθερωτικό Στρατό καταστάσεων παρομοίων με εκείνες του Κοσσυφοπεδίου, Νοτ. Σερβίας και Σκοπίων στην Ελλάδα με την εφαρμογή της Στρατηγικής της ανοικτής σύγκρουσης θεωρείται εξαιρετικά απομεμακρυσμένη και λόγω απουσίας διακριτής εθνοτικής ομάδας Τσάμηδων στην Ελλάδα αλλά και λόγω της γενικότερης γεωπολιτικής ισχύος της χώρας μας (Διεθνής Θέσις, Στρατιωτική Ισχύς κ.λ.π).
Παρά τα παραπάνω θα πρέπει να μελετηθούν και σχεδιασθούν οι ανάλογες αντιδράσεις για την περίπτωση «ενδεχομένων» δραστηριοτήτων κυρίως του Αλβανικού Απελευθερωτικού Στρατού στη χώρα μας που είναι δυνατόν να επιχειρηθούν μετά από μια περαιτέρω επιτυχή μελλοντική εξέλιξη για τον αλβανικό παράγοντα στη Βαλκανική (Κόσσοβο, ΠΓΔΜ) και να στοχεύουν την επίτευξη περιορισμένων ενδιαμέσων ΑΝΣΚ (αναγνώριση μειονότητας, αποζημιώσεις) ή και ακόμη σε συνδυασμό μια ευρυτέρα Βαλκανική κρίση που θα εμπλακεί και η χώρα μας ή μια ελληνοτουρκική σύρραξη αποβλέποντας ίσως και σε ευρύτερους στόχους.
• Εκτιμάται κατά συνέπεια ότι για κάθε περίπτωση θα πρέπει να μελετηθούν και σχεδιασθούν «προληπτικά» και «κατασταλτικά» μέτρα για την αντιμετώπιση κάθε ενδεχομένων (Λεπτομέρειες στις Προτάσεις της Μελέτης).
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΜΕΡΟΣ Ι
ΚΕΦΑΛΑΙΟ "Α"
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Σελίδα
Τμήμα 1ο : Γενικά 1
Τμήμα 2ο : Σκοπός 1
Τμήμα 3ο : Προϋποθέσεις - Παραδοχές 1
ΚΕΦΑΛΑΙΟ "Β"
ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ
Τμήμα 1ο : Ιστορική Αναδρομή 3
* Ο Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός 3
* Οι Τσάμηδες 7
Τμήμα 2ο : Πρόσφατες Εξελίξεις 23
* Βαλκανικές Εξελίξεις 23
* Ανακίνηση Ζητήματος Τσάμηδων 31
Τμήμα 3ο : Προσδιορισμός Παραγόντων 40
ΚΕΦΑΛΑΙΟ "Γ"
ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ
Τμήμα 1ο : Δημογραφική Κατάσταση 43
* Δημογραφική Κατάσταση Ηπείρου 43
* Δημογραφική εκτίμηση περί Τσάμηδων 45
* Μετανάστευση και Λαθρομετανάστευση στην Ελλάδα 47
Τμήμα 2ο : Τσάμηδες - Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός –
UCK 55
* Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός και το Ζήτημα των
Τσάμηδων (Γεωπολιτικές Επιδιώξεις – Δυνατότητες-
Πολιτική – Διεθνής Προπαγάνδα) 56
* Δράση UCK (Πολιτικές Επιδιώξεις - Στρατηγική
και Τακτική - Δυνατότητες) 61
* Βαλκανικές Εξελίξεις και Προοπτικές 67
Τμήμα 3ο : Ελλάδα 69
* Πολιτικές 69
* Ελληνοαλβανικές Σχέσεις 71
Σελίδα
* Γεωπολιτικές Δυνατότητες (Διεθνής Θέση, Στρα-
τιωτικές Δυνατότητες) 73
Τμήμα 4ο : Αλβανία 76
* Πολιτικές (Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός,
Τσάμηδες) 76
* Σχέση με UCK 79
* Eλληνική Μειονότητα 81
Τμήμα 5ο : Τουρκία 82 * Πολιτική (Βαλκάνια – Αλβανοτουρκικές Σχέσεις) 82 * Τουρκία και Ζήτημα των Τσάμηδων 84
Τμήμα 6ο : Λοιπές Βαλκανικές Χώρες
(FYROM, ΟΔΓ, Βουλγαρίας) 85
Τμήμα 7ο : Διεθνής Κοινότητα 88
* Διεθνής Κοινότητα και Βαλκανική Κρίση 88
ΜΕΡΟΣ ΙΙ
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Διαπιστώσεις – Συμπεράσματα 91
Προτάσεις 104
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
«Α» Χάρτης Διεκδικήσεων της «Λίγκας του
Πρίζρεν (1978)
«Β» Χάρτης Διεκδίκησης της Σύγχρονης Αλβανικής
Προπαγάνδας για Τσαμουριά
«Γ» Διαταγές, Προκηρύξεις, Συμφωνίες
Χ Μεραρχίας ΕΔΕΣ (1944)
«Δ» Αλβανικές Δραστηριότητες κατά το διάστημα
1991-1993 στα Πλαίσια της Πολιτικής του
Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού
«Ε» Ενδεικτικές Αλβανικές Δραστηριότητες σχετικά
με του Τσάμηδες
«ΣΤ» Πίνακας Μουσουλμάνων Τσάμηδων στο
Νομό Θεσπρωτίας κατά την Απογραφή της
16-10-1940
ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΤΣΑΜΗΔΩΝ
ΜΕΡΟΣ Ι
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
Εισαγωγή
Τμήμα 1ον
Γενικά
Η παρούσα μελέτη εκπονήθηκε από 1 Ιουνίου έως 31 Οκτωβρίου του 2001 σύμφωνα με την από Μαΐου 2001 Σύμβαση Ανάθεσης Έργου μεταξύ ΓΕΕΘΑ και ΕΛ.Ε.Σ.ΜΕ.
Τμήμα 2ον
Σκοπός της Μελέτης
Ο σκοπός της μελέτης όπως καθορίσθηκε από την Oμάδα Mελέτης με την σύμφωνη γνώμη του ΓΕΕΘΑ στοχεύει :
α. Στην οριοθέτηση της έκτασης και σοβαρότητας του Ζητήματος των Τσάμηδων.
β. Στον προσδιορισμό και ανάλυση των παραγόντων που το επηρεάζουν ώστε να εκτιμηθούν οι διαφαινόμενες προοπτικές και να εξαχθούν τα ανάλογα συμπεράσματα και οι σχετικές προτάσεις.
Τμήμα 3ον
Προϋποθέσεις – Παραδοχές
α. Η μελέτη χαρακτηρίσθηκε ως ΑΠΟΡΡΗΤΗ με την σύμφωνη γνώμη του ΓΕΕΘΑ.Παρά ταύτα προτείνεται ο τελικός χαρακτηρισμός της Μελέτης από πλευράς ασφαλείας να γίνει από το ΓΕΕΘΑ κατά την κρίση του ανάλογα με τον περαιτέρω χειρισμό και με δεδομένο ότι κατά την εκτίμηση της Ομάδας Μελέτης ορισμένα από τα σημεία της μελέτης και ιδιαίτερα τα Συμπεράσματα και οι Προτάσεις δυνατόν να χρησιμοποιηθούν κατά ποικίλους ανεπιθύμητους τρόπους αν περιέλθουν σε γνώση αναρμοδίων.
β. Το Παγκόσμιο Σύστημα Ασφαλείας, οι υπάρχουσες γεωπολιτικές ισορροπίες μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων και ο ρόλος των κυρίων Διεθνών Οργανισμών (ΟΗΕ, ΕΕ, ΟΑΣΕ, ΝΑΤΟ) δεν θα διαφοροποιηθούν χαρακτηριστικά στο ορατό μέλλον.
γ. Η ανάλυση των παραγόντων που επηρεάζουν το θέμα και ιδιαίτερα οι εξελίξεις στην Βαλκανική και οι πολιτικές και σχέσεις των εμπλεκομένων κρατών ,Διεθνών Οργανισμών και Μεγάλων Δυνάμεων θα επικεντρωθεί κυρίως στο αντικείμενο της μελέτης χωρίς να καλύψει το όλο πλέγμα των γενικότερων θεμάτων (π.χ. ελληνοτουρκικές σχέσεις).
δ. Οι στατιστικές αναλύσεις που περιλαμβάνονται στην παρούσα μελέτη αποτελούν απλώς μια μέθοδο προσέγγισης με σκοπό να δημιουργηθεί μία λογική βάση για περαιτέρωεκτιμήσεις και κατά συνέπεια δεν αποτελούν πραγματικά δεδομένα
γ. Για την ευκολία της Μελέτης ο Αλβανικός Απελευθερωτικός Στρατός αναφερεται γενικά ως UCK .
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
Ανάλυση του Θέματος
Τμήμα 1ον
Ιστορική Αναδρομή
Η ιστορική αναδρομή καλύπτει την περίοδο από δημιουργίας του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού και του Ζητήματος των Τσάμηδων μέχρι τις πρόσφατες εξελίξεις στα Βαλκάνια (αρχές δεκαετίας 90) και έχει σκοπό να προσδιορίσει τους παράγοντες που ιστορικά επηρεάζουν το θέμα και κυρίως :
• Την σχέση του Ζητήματος των Τσάμηδων με τον Αλβανικό Μεγαλοϊδεατισμό
• Τις γενεσιουργές αιτίες δημιουργίας του Ζητήματος
• Την δημογραφική εκτίμηση περί Τσάμηδων.
• Την συνέχεια του θέματος από της δημιουργίας του μέχρι και την σύνδεσή του με τις πρόσφατες Βαλκανικές εξελίξεις (Τμήμα 2ον).
• Τον προσδιορισμό των σημείων που ιστορικά αποτελούν τη βάση της αλβανικής πολιτικής επί του θέματος και τα κύρια επιχειρήματα της αντίστοιχης διεθνούς προπαγάνδας (Τμήμα 2ον ) .
• Τις ελληνικές πολιτικές που κατά καιρούς εφαρμόσθηκαν και τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις τους.
• Τις ιστορικές σχέσεις του Αλβανικού Αλυτρωτισμού με τον θρησκευτικό φονταμεταλισμό και την αντίστοιχη εμπλοκή της Τουρκίας.
Ο Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός
Η γενεσιουργός αιτία του Ζητήματος των Τσάμηδων θα πρέπει να αναζητηθεί ταυτόχρονα με την δημιουργία του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού.
Ανεξάρτητα από υποστηριζόμενα από τους Αλβανούς περί καταγωγής τους από τα αρχαία Ιλλυρικά φύλλα που προϋπήρχαν στο Δυτικό Τμήμα των Βαλκανίων, η δημιουργία του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού θα πρέπει να τοποθετηθεί την περίοδο που η Οθωμανική Αυτοκρατορία άρχισε να καταρρέει (περίοδος Ανατολικής Κρίσης 1885-1887). Για πολλούς θεωρείται ότι κατά την περίοδο αυτή η Οθωμανική εξωτερική πολιτική διαβλέπουσα την αδυναμία της να διατηρήσει στο μέλλον τις Βαλκανικές κατακτήσεις και προκειμένου να εμποδίσει την διανομή τους μεταξύ των ορθοδόξων βαλκανικών κρατών, επιδίωξε την δημιουργία του Αλβανικού έθνους δίνοντας για πρώτη φορά εθνική υπόσταση στον αλβανικό παράγοντα της περιοχής. Όπως είχαν διαμορφωθεί οι συνθήκες ένα είδους «προτεκτοράτου» ελεγχόμενο από εκτουρκισθέντες «μουσουλμάνους Αλβανούς αδελφούς» είναι ότι το καλύτερο μπορούσε να επιδιώξει η Οθωμανική πολιτική.
Σαν αποτέλεσμα και σε αντίδραση των προβλέψεων της Συνθήκης του Αγ. Στεφάνου (3 Μαρτίου 1878) που προέβλεπε την “απώλεια” περιοχών όπου υπήρξε έκδηλη παρουσία αλβανόφωνου πληθυσμού προς όφελος των ορθοδόξων , της Σερβίας, της Βουλγαρίας (Μεγάλη Βουλγαρία) και του Μαυροβουνίου, η Τουρκία επινόησε το αλβανικό έθνος και δημιούργησε την απαρχή του αλβανικού εθνισμού.
Την παραμονή του Συνεδρίου του Βερολίνου με την ενθάρρυνση και ανοχή των Τούρκων αλλά και την βοήθεια της Ιταλίας συστάθηκε το Κοσσυφοπέδιο η “Αλβανική Ένωση για τα Δικαιώματα του Αλβανικού Έθνους” γνωστή ως “Λίγκα του Πρίζρεν” η οποία και καθοδηγείτο από μία κεντρική οργάνωση ονομαζόμενη “Αλβανική Κοινωνία” που είχε έδρα την Κωνσταντινούπολη και βαθμιαία επέκτεινε και τις δραστηριότητές της μέχρι τα Ιωάννινα και την Πρέβεζα.
Έτσι κατά το Συνέδριο του Βερολίνου (Ιούλιος 1878) που επακολούθησε παρουσιάσθηκαν για πρώτη φορά οι αντιπρόσωποι της Λίγκας και η Τουρκία κατόρθωσε με την βοήθεια και της Αυστρίας να αντιτάξει τα “δικαιώματα” του Αλβανικού Έθνους και να ματαιώσει τις προβλέψεις της Συνθήκης του Αγ. Στεφάνου Στη συνέχεια, κατά την Διάσκεψη Πρεσβευτών Μεγάλων Δυνάμεων της Κωνσταντινούπολης το 1881, με τη βοήθεια και της Ιταλίας περιόρισε της απαιτήσεις της Ελλάδος στη Θεσσαλία και μικρό μέρος της Ηπείρου νότια του Αράχθου και της Άρτας.
Παρά το ότι στο Συνέδριο του Βερολίνου ουδεμία νύξη έγινε για “αυτονομία αλβανικών εδαφών” ο παράγων “Αλβανοί” εισέρχεται πλέον στην πολύπλοκη Βαλκανική και Ευρωπαϊκή διπλωματία της περιόδου.
Μέσα στα πλαίσια της παραπάνω πολιτικής και της περιστασιακής “σύμπτωσης” των συμφερόντων μεταξύ Τούρκων και Αλβανών, η Λίγκα του Πρίζρεν ζητά από την Πύλη την ένωση όλων των «αλβανικών εδαφών» που μέχρι τότε ήταν διηρημένα στα Βιλαέτια (οθωμανικές διοικητικές περιφέρειες) Σκόρδας, Κοσσυφοπεδίου, Μοναστηρίου και Ιωαννίνων σ΄ένα “αυτόνομο” Βιλαέτι υπό την επικυριαρχία της Πύλης (Παράρτημα «Α»).
Είναι φανερό ότι η περιοχή που καλύπτει το επιδιωκόμενο τότε να δημιουργηθεί αυτόνομο Βιλαέτι στην ουσία οριοθετεί και την μέχρι σήμερα διεκδικούμενη Μεγάλη Αλβανία και σ΄ότι αφορά την Ελλάδα περιλαμβάνει ολόκληρη την ελληνική περιοχή Άρτας – Πρέβεζας – Θεσπρωτίας – Ιωαννίνων γενικότερα, προβαλλόμενη από την αλβανική προπαγάνδα ως Τσαμουριά (Παράρτημα «Β»).
Στη φάση αυτή συγκεκριμενοποιείται πλέον ο «Αλβανικός Εθνικισμός» και εκφράζονται κατά πρώτον οι διεκδικήσεις για τη δημιουργία Αλβανικού Έθνους . Σαν αποτέλεσμα, όταν έγινε φανερό ότι η Πύλη δεν προτίθεται να παραχωρήσει αυτονομία, η Λίγκα κηρύσσει μονομερώς το Κοσσυφοπέδιο ανεξάρτητο και σχηματίζει προσωρινή Κυβέρνηση προκαλώντας έτσι την αντίδραση των Τούρκων που πνίγουν την κίνηση αυτή στο αίμα και διαλύουν την Λίγκα του Πρίζρεν όπως και την Αλβανική Κοινωνία της Κωνσταντινούπολης.
Η Λίγκα επανασυγκροτήθηκε το 1897 ως “Λίγκα του ΠΕΚ’’ και τάσσεται αρωγός των Τούρκων στον πόλεμο κατά της Ελλάδας ώστε, ως διακηρύττει, να αποφευχθεί η απώλεια “αλβανικών εδαφών” ενώ με υποκινητή την Αυστροουγγαρία στις αλβανικές διεκδικήσεις προστίθεται και το Βιλαέτι της Θεσσαλονίκης. Με την λήξη του πολέμου η Λίγκα διαλύθηκε.
Επακολούθησαν, κυρίως μεταξύ 1909 και 1911, αλβανικές εξεγέρσεις κατά των Τούρκων με σπουδαιότερες στο Κοσσυφοπέδιο και την Πρίστινα ενώ σε άλλες περιπτώσεις Αλβανοί αγάδες, ακόμη και καπεταναίοι επιδιώκουν ευκαιριακά να δημιουργήσουν προϋποθέσεις σύστασης Αλβανικού κράτους .
Την άνοιξη του 1912, παραμονές του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, Ιταλία και Αυστρία, η κάθε μια για την εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων στην Αδριατική και υπολογίζοντας να θέσουν εύκολα υπό την επιρροή τους ένα μελλοντικά νεοσύστατο αλβανικό κράτος, υποκίνησαν την εξέγερση των Γκέκηδων Αλβανών της Βορ. Αλβανίας και των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου κατά των Νεότουρκων που ήδη είχαν αναλάβει την εξουσία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (1909).
Η εξέγερση επεκτάθηκε μέχρι την Ήπειρο και επανασυγκροτήθηκε η Λίγκα του Πρίζρεν.
Ο επικρατέστερος εκ των Αλβανών ηγετών και μέλος της πρώτης Οθωμανικής Βουλής Ισμαήλ Κεμάλ Βλιώρα, ζητά από την κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης την αυτονομία των «αλβανικών εδαφών» και την δημιουργία αλβανικού στρατού. Η Τουρκική κυβέρνηση, υπό την πίεση των γεγονότων αποδέχεται μόνο το αίτημα της αυτονομίας (4 Σεπτεμβρίου 1912) και έτσι, για πρώτη φορά, συγκεκριμενοποιείται εδαφικά η έννοια του Αλβανικού Κράτους.
Με την έναρξη του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, οι Αλβανοί συντάσσονται με την Τουρκία κυρίως για να «υπερασπίσουν τα αλβανικά εδάφη» και «να αποτρέψουν τον διαμελισμό της Μεγάλης Αλβανίας» χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά τον όρο αυτόν στην προβολή των εθνικών τους επιδιώξεων.
Τελικά με την υποστήριξη της Αυστρίας που ανησυχούσε ήδη με τις εξελίξεις του Α΄Βαλκανικού Πολέμου και εννοούσε την δημιουργία ενός Αλβανικού Κράτους αλλά και της Ιταλίας ο Ισμαήλ Βλιώρα κηρύσσει στην Αυλώνα την 18 Νοεμβρίου 1912 την ανεξαρτησία της Αλβανίας την οποία και σπεύδουν να αναγνωρίσουν οι Μεγάλες Δυνάμεις (Δεκέμβριος 1912).
Οι στην συνέχεια επιτυχίες των Συμμάχων και η εσωτερική κατάσταση στην Τουρκία (δεύτερη επανάσταση Νεότουρκων) υποχρεώνουν τον Σουλτάνο να δεχθεί την πρόταση των Μεγάλων Δυνάμεων για σοβαρές εδαφικές παραχωρήσεις. Σαν αποτέλεσμα στις 17 Μαΐου 1913 υπογράφεται μεταξύ των εμπολέμων η Συνθήκη του Λονδίνου με την οποία παραχωρήθηκαν στους συμμάχους όλα τα επί της Ευρώπης εδάφη της Τουρκίας δυτικά της γραμμής Αίνου – Μήδειας πλην του νεοσυσταθέντος κράτους της Αλβανίας. Τα οριστικά σύνορα και ο διακανονισμός όλων των άλλων θεμάτων του νεοσύστατου κράτους ανατέθηκαν στις Μεγάλες Δυνάμεις (αρ.3) οι οποίες επίσης θα αποφαίνοντο και για την οριστική τύχη των νήσων του Αιγαίου. Κατά τις προκαταρκτικές διαβουλεύσεις (Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη) οι Αλβανοί αντιπρόσωποι της προσωρινής κυβερνήσεως προέβαλαν απαιτήσεις που περιελάμβαναν ολόκληρο το Κοσσυφοπέδιο και οι περιοχές Σκοπίων, Μοναστηρίου που κατέχονταν από τη Σερβία.
Προς νότο ,την περιοχή μέχρι λίγο ΒΔ της Καστοριάς, αμέσως ανατολικά του Μετσόβου και στη συνέχεια τα προ του Α΄Βαλκανικού Πολέμου ελληνικά σύνορα μέχρι τον Αμβρακικό δηλαδή την περιοχή του“Βιλαετίου Ιωαννίνων” που βέβαια περιλαμβάνει και την Θεσπρωτία.
Τελικά η μετά από την Πρεσβευτική Διάσκεψη του Λονδίνου (Αύγουστος 1913) και παρά τις αντιδράσεις των Ελλήνων της Βορ. Ηπείρου, οριστικοποιούνται νότια σύνορα της Αλβανίας με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (17 Δεκεμβρίου 1913) η δε ελληνική κυβέρνηση ,έντονα πιεζόμενη από τις Μεγάλες Δυνάμεις υποχρεούται να αποσύρει τα στρατεύματά της από την Βόρ. Ήπειρο έναντι της παραχωρήσεως των νήσων του Αιγαίου.
Η οριστικοποίηση των νοτίων συνόρων της Αλβανίας παρά τους αγώνες των Βορειοηπειρωτών και της προσπάθειας των ελληνικών κυβερνήσεων και του Ελ. Βενιζέλου , ουσιαστικά επήλθε μετά το πέρας του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου από το Συμβούλιο Πρεσβευτών των Μεγάλων Δυνάμεων (Γαλλία, Μεγ.Βρετανία, Μάλτα και Ιαπωνία) το οποίο στις 9 Νοεμβρίου 1921 αναγνώρισε τα προβλεπόμενα από το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας το1913 παρά το ότι τούτο είχε ανατραπεί με το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας της 17ης Μαΐου 1914 και της απόφασης του Ανωτάτου Συμβουλίου Ειρήνης της 14ης Ιανουαρίου 1920.
Έτσι τελικά και πέραν από κάθε έννοια δικαίου η ελληνικότατη Βορ. Ήπειρος θυσιάστηκε στο βωμό των συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων και ιδιαίτερα της Ιταλίας και περιελήφθη οριστικά στα όρια του νεοσύστατου κράτους της Αλβανίας.
Πέραν των προαναφερθέντων οι Αλβανοί, κατά τη διάρκεια κυρίως του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου εξεδίωξαν μέσω διαφόρων συμμαχικών επιχειρήσεων την προσάρτηση των εδαφών του Κοσσυφοπεδίου και των σημερινών Σκοπίων . Οι Αλβανοί ουδέποτε συμβιβάσθηκαν με τα όρια που διεθνώς αναγνωρίσθηκαν με την σύσταση του Αλβανικού κράτους υποστηρίζοντας ότι σε αυτά έπρεπε να συμπεριληφθούν και τα υπόλοιπα “αλβανικά εδάφη” όπως αυτά είχαν προβλεφθεί από την Λίγκα του Πρίζρεν το 1878.
Την περίοδο αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί ότι συγκεκριμενοποιήθηκε και ο Αλβανικός Αλυτρωτισμός και Μεγαλοϊδεατισμός αφού ο μεν αλβανικός εθνικισμός είχε βρει ανταπόκριση με τη δημιουργία του αλβανικού κράτους η οριστικοποίηση όμως των συνόρων άφησε έξω τις περιοχές των «Αλβανών αδελφών» που κατά την αλβανική αντίληψη δικαιωματικά τους ανήκαν δηλαδή Κοσσυφοπέδιο, Μαυροβούνιο, Σκόπια και προς νότο ή Ήπειρος που έμειναν έξω από το νέο αλβανικό κράτος.
Αποτελεί κατά συνέπεια μόνιμο εθνικό στόχο και κύριο άξονα της εθνικής αλβανικής πολιτικής “η απελευθέρωση των σκλαβωμένων Αλβανών” και η ενσωμάτωση των αλβανικών εδαφών στην Αλβανία.
Ειδικότερα έναντι της Ελλάδος ο Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός συγκεκριμενοποιείται με την εδαφική περιοχή του πάλαι ποτέ Βιλαετιού των Ιωαννίνων που ταυτίζεται με τη σημερινή ελληνική Ήπειρο την οποία η αλβανική προπαγάνδα παρουσιάζει στο σύνολο της Τσαμουριά παρά το ότι ο όρος ιστορικά στην ουσία αναφέρεται στην ελληνική Θεσπρωτία.
Από της περιόδου αυτής και ιδιαίτερα με την απελευθέρωση της Ηπείρου από τον ελληνικό στρατό κατά τους πολέμους του 1912-1913 και την ενσωμάτωση της Νότιας Ηπείρου στο ελληνικό κράτος η Αλβανία στα πλαίσια των αλλυτρωτικών επιδιώξεών της δημιουργεί το θέμα των Τσάμηδων της Θεσπρωτίας.
Στα επόμενα χρόνια του Μεσοπολέμου η ασταθής και ανώμαλη εσωτερική πολιτική κατάσταση, οι αντιπαλότητες μεταξύ των διαφόρων ομάδων και αρχηγών και η οικονομική εξαθλίωση επέτρεψαν στην Ιταλία να εφαρμόσει με επιτυχία τον γεωπολιτικό της στόχο δηλαδή την πλήρη εξάρτηση της Αλβανίας την οποία σύντομα κατέστησε προτεκτοράτο.
Η Αλβανία εφαρμόζοντας πάντα μια πολιτική παρουσία στην διεθνή σκηνή μέσω ενός ισχυρού προστάτη θεώρησε την περίοδο αυτή ότι η ευθυγράμμισή της με την φασιστική Ιταλία θα της έδινε τη δυνατότητα μετά από τις επεκτατικές βλέψεις της τελευταίας έναντι της Ελλάδος να υλοποιήσει και η ίδια τους μεγαλοϊδεατικούς της στόχους στην περιοχή.
Πράγματι κατά τον διαμελισμό της Γ/Β το 1941 μεταξύ Γερμανίας, Ιταλίας, Ουγγαρίας και Βουλγαρίας, η Αλβανία, κατόπιν αιτήσεως του Ντούτσε, έλαβε ως αμοιβή της ουσιαστικής πολεμικής της συνεργασίας κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, μεγάλο μέρος του Κοσσυφοπεδίου μέρος των σημερινών Σκοπίων ενώ επιχείρησε το ίδιο και στην Θεσπωτία (Ο ρόλος της Αλβανίας και η παράλληλη δράση των Τσάμηδων κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αναλύεται παρακάτω “Το Ζήτημα των Τσάμηδων”).
Με το πέρας του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου η Αλβανία με την βοήθεια της τότε Κομμουνιστικής Γ/Β επεδίωξε να αναγνωρισθεί “αντίπαλο κράτος” του Άξονα και να συμμετάσχει με την ιδιότητα του “συμμάχου”, στην Διάσκεψη Ειρήνης των 21 στο Παρίσι (1946) που οδήγησε στη γνωστή Συνθήκη του 1947.
Υποστηριζόμενη από την τότε Κομμουνιστική Γ/Β η Αλβανία δεν κατόρθωσε μεν να προσκληθεί στη Σύσκεψη ως 22ο κράτος, πέτυχε όμως να κληθεί για να “ακουστεί απλώς”.
Η Αλβανική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον ερυθρό δικτατορίσκο Ε.Χότζα, πρωτοστάτησε τότε στην ανθελληνική προπαγάνδα με αιχμή του δόρατος το «δήθεν» πρόβλημα των Τσάμηδων.
Τελικά οι σύμμαχοι επεφύλαξαν στην Αλβανία μεταχείριση “θύματος” της φασιστικής επεκτατικής πολιτικής και η Ελλάς έμεινε ουσιαστικά η μόνη χώρα που θεωρούσε και νομικά την Αλβανία σύμμαχο του άξονα κατά τον Β΄Π.Π.
Οι σύμμαχοι προς χάριν της τηρήσεως της ακεραιότητας της Αλβανίας αρνήθηκαν στην Ελλάδα την Β. Ήπειρο παρά τις κατά τη διάρκεια του πολέμου υποσχέσεις των.
Η Αλβανία στα χρόνια που επακολούθησαν εντάχθηκε στο «κομμουνιστικό» μπλοκ και άλλαξε κατά καιρούς διάφορους προσανατολισμούς εξαρτώμενη άλλοτε από την ΕΣΣΔ ή την Κίνα και άλλοτε επιλέγοντας τον διεθνή απομονωτισμό.
Κατά τη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου η Αλβανία επεδίωξε να εκμεταλλευθεί την όλη κατάσταση για να υλοποιήσει τους μεγαλοϊδεατικούς της στόχους.
Η Αλβανία παρέχοντας στους Έλληνες “κομμουνιστές” κάθε είδους βοήθεια, προσδοκούσε την δημιουργία στην Ελλάδα ή έστω στο Βόρειο τμήμα της ενός κομμουνιστικού κράτους το οποίο θα διέγραφε το θέμα της Βορ.Ηπείρου και θα αποκαθιστούσε τους Τσάμηδες στη Θεσπρωτία. Μετά την αποτυχία αυτής της προσπάθειας ο αλβανικός κομμουνιστο-μεγαλοϊδεατισμός στράφηκε πλέον κατά της ελληνικής μειονότητας την οποία επεχείρησε να εξανδραποδίσει ή τουλάχιστον να της αφαιρέσει την εθνική ταυτότητα (αλλαγή ονομάτων, αθεϊσμός, κλείσιμο εκκλησιών, γλώσσα, παιδεία κ.λ.π). Τα χρόνια που ακολούθησαν αφ΄ενός οι γενικότερες διεθνείς συνθήκες (διπολισμός) αφ΄ετέρου και η διεθνής θέση της Αλβανίας δεν της επιτρέπουν την προβολή εθνικιστικών διεκδικήσεων, που παρέμειναν εν υπνώσει μέχρι το 1991.
Το Ζήτημα των Τσάμηδων
• Η καταγωγή των Τσάμηδων της Θεσπρωτίας
Τσαμουριά κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ονομαζόταν η περιοχή της Ηπείρου που περιελάμβανε τις επαρχίες Παραμυθιά, Φιλιατίου, Πάργας και Μαργαριτίου (με την περιφέρεια Θυαμίδος) καθώς και μερικά χωριά του Δελβίνου και άρχιζε από την εκβολή του Αχέροντα φτάνοντας μέχρι του Βουθρωτό προς τα μεσόγεια δε μέχρι τις Δυτικές υπώρειες του Ολύτσικα (Τομάρου).
Γεωγραφικά ο χώρος αυτός συμπίπτει με την κατά την αρχαιότητα χώρα της Ηπείρου Θεσπρωτία κατοικημένη από το ελληνικό φύλλο των Θεσπρωτών. Συναφές με την Τσαμουριά είναι και το όνομα Τσάμης και Τσάμηδες που προέρχεται πιθανότατα από την παραφθορά του αρχαίου ονόματος του Ποταμού Καλαμά (Θυαμίς-Τσιαμίς-Τσάμης).
Κατά την ελληνική άποψη η ελληνική καταγωγή των Τσάμηδων είναι απόλυτα αποδεδειγμένη . Συγκεκριμένα υποστηρίζεται να πρόκειται για το μέρος εκείνο του ελληνικού πληθυσμού της Θεσπρωτίας (Χριστιανοί από τον ΣΤ΄αιώνα περίπου) οι οποίοι κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας εξισλαμίσθηκαν είτε δια της βίας είτε θεληματικά για να σωθούν τα κτήματά τους από τους Αλβανούς μπέηδες της περιοχής .
Είναι εξ άλλου αναμφισβήτητο ότι οι Τσάμηδες δεν μπορεί να προέρχονται από τους Αλβανούς αφού έχει βάσιμα αποδειχθεί ότι ποτέ δεν εγκαταστάθηκαν στην Θεσπρωτία Αλβανοί από την ιστορικά παραδεκτή Αλβανία (Βορ.Αλβανία) ακόμη δε και από την Κεντρική ή Νότια Περιοχή της.
Είναι επίσης αποδεδειγμένο ότι ουδεμία σχέση μπορεί να έχουν και με τους Τούρκους, αφού κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ο αριθμός των Τούρκων που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Θεσπωτίας υπήρξε ασήμαντος .Στην Παραμυθιά ,μεγαλύτερο τότε κέντρο του χώρου εγκαταστάθηκαν μόνο δύο οικογένειες.
Οι εξισλαμισθέντες Τσάμηδες αρχικά μιλούσαν την ελληνική ως μητρική γλώσσα και τα ήθη και έθιμά τους ταυτίζονταν μ΄εκείνα των χριστιανών κατοίκων με τους οποίους σε ορισμένες περιπτώσεις διατηρούσαν και δεσμούς αίματος.
Με την πάροδο όμως των χρόνων η κατ΄ ανάγκη αλλαγή που αρχικά ήταν επιφανειακή μεταβλήθηκε σε ουσιαστική και διαφοροποίησε τους μουσουλμάνους Τσάμηδες οι οποίοι από γενιά σε γενιά μεταβλήθηκαν στους σκληρότερους διώκτες των Χριστιανών και του Ελληνισμού ενώ παράλληλα η εξάρτηση και οι σχέσεις της με τους Αλβανούς Αγάδες της περιοχής οδήγησε στην άρνηση και της ελληνικής γλώσσας και την υιοθέτηση της αλβανικής.
• Δημιουργία του Ζητήματος των Τσάμηδων από το 1912 έως το 1935
Το σπέρμα του διαχωρισμού των Τσάμηδων ως μια ξεχωριστή κοινότητα στην περιοχή Θεσπρωτίας φαίνεται ότι δημιουργήθηκε κατά την περίοδο του Βαλκανικού Πολέμου και μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου από τον Ελληνικό Στρατό.
Μέχρι το Φεβρουάριο του 1913 που λευτερώθηκε η Ήπειρος, οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες ήταν Τούρκοι υπήκοοι, όπως ήταν και όλοι οι κάτοικοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Από τότε, σύμφωνα με το άρθρο 4 της Συνθήκης Ειρήνης της Αθήνας, μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας της 1/14 Νοεμβρίου 1913, οι μουσουλμάνοι : “ως κατοικούντες εν ταις Οθωμανικαίς χώρες ταις περιερχόμενες εις την κυριαρχίαν της Ελλάδος, κατέστησαν Έλληνες υπήκοοι”.
Με την ανωτέρω συνθήκη προβλέπονταν υποβολή Δηλώσεων Επιλογής της Οθωμανικής Ιθαγένειας (άρθρο 4). Οι μουσουλμάνοι όμως της Τσαμουριάς που υπέβαλαν δηλώσεις ήταν ελάχιστοι, όλοι δε αυτοί (που υπέβαλαν δήλωση) έφυγαν για την Τουρκία. Το σύνολό τους σχεδόν παρέμεινε στη Θεσπρωτία διατηρώντας όλα τα περιουσιακά στοιχεία. Σ΄αυτούς ανήκαν εκτεταμένες και ευφορώτατες αγροτικές περιουσίες, ιδιαίτερα στον παραλιακό τομέα, απέραντοι ελαιώνες, σημαντικές βοσκήσιμες εκτάσεις, καθώς και αξιόλογη αστική περιουσία.
Μετά τη Συνθήκη του Λονδίνου (Μάιος 1913) εξ άλλου και κατά την περίοδο των εργασιών της Πρεσβευτικής Συνδιάσκεψης (Σεπτέμβριος 1913) και της Διεθνούς Επιτροπής Καθορισμού των Νοτίων Συνόρων φαίνεται ότι οι Αλβανοί υποκίνησαν ορισμένους Τσάμηδες να διεκδικήσουν την προσάρτηση της Θεσπρωτίας στο νέο Αλβανικό κράτος. Αυτό φαίνεται από το 6-11-1913 Υπόμνημα που υπέβαλαν οι Μουσουλμάνοι της Παραμυθιά, στη “Διεθνή Επιτροπή Ελέγχου επί της Οργανώσεως της Αλβανίας”, με το οποίο αποκρούουν έντονα κάθε ιδέα ενσωμάτωσης με την Αλβανία αποκαλώντας την Ελλάδα “μητέρα” και “Πατρίδα” ομολογώντας περίπου τη μοναδική αλήθεια για την προέλευσή τους,
Το θέμα λαμβάνει συγκεκριμένη πλέον μορφή συνδυασμένο άμεσα με τον Αλβανικό Μεγαλοϊδεατισμό από την περίοδο των διαπραγματεύσεων της Συνθήκης της Λωζάνης.
Σύμφωνα με την Σύμβαση Ελλάδος-Τουρκίας της 30 Ιανουαρίου 1923 περί ανταλλαγής πληθυσμών και σύμφωνα με έκθεση της Μεικτής Επιτροπής της KτΕ κρίθηκε ότι το Μουσουλμανικό στοιχείο έχει “Τουρκική καταγωγή και συνείδηση” και κατά συνέπεια θεωρείται ανταλλάξιμο.
Η Αλβανία αποβλέπουσα στα πολλαπλά οφέλη εκ της δημιουργίας μιας αλβανικής μειονότητας στην Ελλάδα και με την παρακίνηση και υποκίνηση της Ιταλίας προβάλλει την αξίωση να εξαιρεθούν οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες της ανταλλαγής παρουσιάζοντάς τους ως Αλβανούς. Σε αντίθετη περίπτωση η Αλβανία θα ελάμβανε μέτρα κατά των Βορειοηπειρωτών.
Το 1924 οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες υποβάλλουν υπόμνημα προς την ΚτΕ διαμαρτυρόμενοι για την απολοτρίωση των τσιφλικιών και από την ελληνική διοίκηση αν και γνώριζαν ότι το ίδιο είχε γίνει και με τα τσιφλίκια των Χριστιανών προκειμένου να αποκατασταθούν οι πρόσφυγες από την Μικρά Ασία.
Ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη οι εργασίες της Επιτροπής για την ανταλλαγή, η αλβανική κυβέρνηση επιδιώκοντας τη ματαίωση, της από την Ελλάδα προς την Τουρκία “μετανάστευσης”, κυρίως των Μουσουλμάνων της Τσαμουριάς, ζήτησε να έλθει ξανά το θέμα στο Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών.
Τον Σεπτέμβριο του 1924 με απόφαση του Συμβουλίου της ΚτΕ το όλο ζήτημα των Μουσουλμάνων Τσάμηδων εντάχθηκε στα πλαίσια της εφαρμογής της Συνθήκης του 1920 μεταξύ Συμμαχικών Δυνάμεων και Ελλάδος για την προστασία των μειονοτήτων. Έτσι εμμέσως πλην σαφώς αναγνωρίζονται ως μειονότητα οι Τσάμηδες της Θεσπρωτίας.
Περαιτέρω η ελληνική κυβέρνηση θεωρώντας προφανώς ότι εξαιρούνται της ανταλλαγής μόνο όσοι έχουν γεννηθεί στην Αλβανία, εξομοίωσε τους θεωρούμενους Αλβανικής καταγωγής με τους Τούρκους. Αποτελεί δε γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση είχε στείλει στη Θεσπρωτία από το 1923 περίπου 18.000 πρόσφυγες για εγκατάσταση στη χώρα των για ανταλλαγή Μουσουλμάνων Τσάμηδων (18.568) που θεωρήθηκε ότι υπόκειντο στις προβλέψεις σχετικής Συνθήκης. Όπως ήταν φυσικό οι ελληνικές αρχές ανέλαβαν αληθινή εκστρατεία για να “πείσουν τους Τσάμηδες να φύγουν με ιδιαίτερη προσπάθεια στον προσεταιρισμό των θρησκευτικών τους αρχηγών (Μουφτήδων) και προκρίτων πολλοί των οποίων είχαν ταχθεί υπέρ της ανταλλαγής και εγκατάστασής τους στην Τουρκία.
Η αλβανική προπαγάνδα κινήθηκε δραστικά χρησιμοποιώντας κάθε μέσο (χρήματα, απειλές, εκβιασμούς ακόμη και δολοφονίες) για να εξουδετερώσει αυτές τις κινήσεις. Σαν αποτέλεσμα οι μουσουλμάνοι της Θεσπρωτίας για να αποφύγουν την ανταλλαγή με το υπ΄αριθμ. 2874/2 από 18-2-1926 Υπόμνημά τους προς την Ελληνική Κυβέρνηση, υποστήριξαν ότι είναι : “Αλβανοί την φωνήν και το γένος, μουσουλμάνοι το θρήσκευμα, αλλά πολίται Έλληνες από του ευτυχούς γεγονότος του 1912-1913”
Τελικά μετά από πολλές παρεμβάσεις και παλινδρομήσεις στο ζήτημα αυτό στις 6 Ιουλίου 1925 κατά παρά την αρχική αρνητική θέση της Τουρκίας, ο Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Tevfik Rustu γνωστοποίησε στον Ιωάννη Πολίτη επιτετραμμένο της Ελλάδας στην Άγκυρα την απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης να δεχτεί 5.000 Μουσουλμάνους της Τσαμουριάς. Αν και ο αριθμός αυτός δεν ήταν εκείνος που ήθελε η ελληνική πλευρά, ωστόσο η απόφαση αυτή όμως αποτελούσε κάποια επιτυχία, ιδίως αν ληφθεί υπόψη η πεποίθηση των αρχών της Ηπείρου ότι αν έφευγε έστω και ένας περιορισμένος αριθμός Μωαμεθανών, θα ακολουθούσε γρήγορα η μετανάστευση και των υπολοίπων.
Η Ελλάδα όμως δεν επωφελήθηκε από την ευκαιρία που της παρουσιαζόταν. Ήδη πριν γνωστοποιήσει ο Tevfik Rustu την απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης στον Ιωάννη Πολίτη, είχε καταλάβει την εξουσία στην Ελλάδα ο Αντιστράτηγος Θεόδωρος Πάγκαλος, ο οποίος, στα πλαίσια της γενικότερης πολιτικής του προσέγγισης με την Αλβανία, “πάγωσε” κάθε προσπάθεια σχηματισμού “ρεύματος εξόδου” μεταξύ των Μουσουλμάνων της Τσαμουριάς.
Οι «καλές προθέσεις» του Θ.Πάγκαλου φαίνεται όμως ότι δεν αρκούσαν.
Το ζήτημα ειδικά των Μουσουλμάνων της Τσαμουριάς εξακολουθούσε να αποτελεί, για την αλβανική πλευρά, ένα από τα μεγαλύτερα “αγκάθια”. Πράγματι ύστερα από αίτηση της αλβανικής πλευράς το ζήτημα εγγράφηκε στην ημερήσια διάταξη της 37ης Συνόδου (7-16 Δεκεμβρίου 1925) του Συμβουλίου της Κοινωνίας των Εθνών. Στη συνεδρίαση αυτή ο αντιπρόσωπος της Αλβανίας αναφέρθηκε στη συμφωνία μεταξύ Αγκύρας και Αθήνας, εξαιτίας της οποίας 5.000 Τσάμηδες είχαν χαρακτηρισθεί ανταλλάξιμοι και, αφού τόνισε ότι 800 από αυτούς υποχρεωνόταν ήδη από τις ελληνικές αρχές να εγκαταλείψουν τις εστίες τους για να σταλούν στη Μικρά Ασία, ζήτησε από το Συμβούλιο να ακυρώσει τη “θανατική ποινή” που βάραινε πάνω στα “δυστυχισμένα αυτά άτομα” και να βάλει τέλος στη διαδικασία της ανταλλαγής όσον αφορά την Τσαμουριά. Στη συνεδρίαση αυτή δεν παρευρισκόταν ο αντιπρόσωπος της Ελλάδας. Το συμβούλιο επιφυλάχθηκε να εκδώσει απόφαση αργότερα.
Λίγο αργότερα όμως, το Ιανουάριο 1926, άρχιζαν στην ελληνική πρωτεύουσα “συνομιλίες” με σκοπό την επίλυση των προβλημάτων που εμπόδιζαν την βελτίωση των σχέσεων Ελλάδας και Αλβανίας.
Τα αποτελέσματα των συνομιλιών υπήρξαν θεαματικά. Η ελληνική κυβέρνηση δέχθηκε να εξαιρέσει από την ανταλλαγή των πληθυσμών “όλους τους Τσάμηδες” και, ακόμη περισσότερο να διαλύσει τους βορειοηπειρωτικούς συλλόγους, η ύπαρξη των οποίων ιδιαίτερα ενοχλούσε τα Τίρανα.
Η ελληνική κυβέρνηση δεν άργησε να εκπληρώσει τις υποσχέσεις που είχε δώσει.
Στις 11 Φεβρουαρίου εκδόθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών “διαταγή” διάλυσης των βορειοηπειρωτικών συλλόγων τα αρχεία των οποίων έπρεπε να παραδοθούν στους “οικείους νομάρχες” και η περιουσία τους να περιέλθει στην Εθνική Τράπεζα.
Τον ίδιο μήνα, ο Πάγκαλος, σε δηλώσεις του, ανακοίνωσε την απόφασή του να κινήσει τη διαδικασία χορήγησης αμνηστίας σε όσους Μωαμεθανούς της Τσαμουριάς, είχαν επιβληθεί ποινές, επειδή “ενεργούσαν” προπαγάνδα υπέρ της Αλβανίας.
Παράλληλα, έκανε απροσδόκητα λόγο για ύπαρξη στην Ελλάδα “Αλβανικής μειονότητας”.
Τώρα η προοπτική επίλυσης του ζητήματος των Μουσουλμάνων της Τσαμουριάς σύμφωνα με τις απόψεις των Τιράνων ήταν πιο σαφής. Έτσι τελικά οι Μουσουλμάνοι της Τσαμουριάς παρέμειναν οριστικά στην Ελλάδα αφού και οι 800 Τσάμηδες που είχαν αναφερθεί από την Αλβανία στην 37η Σύνοδο της ΚτΕ δεν εστάλησαν στην Τουρκία.
Η εφαρμογή αυτής της εξωτερικής πολιτικής από την κυβέρνηση Θ. Πάγκαλου, έναντι της Αλβανίας και ειδικότερα σ’ ότι αφορά στο ζήτημα των Τσάμηδων υπήρξε βαρύτατο σφάλμα. με μακροχρόνιες επιπτώσεις για τον ελληνισμό της Θεσπρωτίας ο οποίος πλήρωσε βαρύ τίμημα τα κατοπινά χρόνια μέχρι το 1944.
Τον Αύγουστο του 1926 ανατράπηκε η δικτατορία Παγγάλου (κίνημα Κονδύλη). Η απόφαση όμως για ανάκληση της εξαιρέσεως της ανταλλαγής δεν ήταν δυνατή. Έτσι 18.568 Τσάμηδες έμειναν στη Θεσπρωτία ενώ οι 18.000 Έλληνες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία μετακινήθηκαν πλέον αναγκαστικά προς τη Μακεδονία.
Το 1927 η Αλβανία θέτει έντονα το θέμα της αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων κτημάτων. Η ελληνική κυβέρνηση κάνει σαφές ότι δεν θα αναγνωριζόταν στους Αλβανούς κτηματίες δικαίωμα αποζημίωσης μεγαλύτερης από εκείνη που θα καταβαλλόταν στους Έλληνες.
Τα Τίρανα σκληραίνουν τη στάση τους ισχυριζόμενα ότι οι ελληνικές αρχές “κατάτρεχαν” τους Μουσουλμάνους της Τσαμουριάς. Στην Αθήνα διάχυτη ήταν η εντύπωση ότι η κατηγορία αυτή δεν ήταν, παρά μέσο πίεσης για την, σύμφωνα με τις αλβανικές απόψεις, επίλυση του ζητήματος των κτημάτων
Ο Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός ήδη χρησιμοποιούσε κάθε μέσον για τον διεθνή διασυρμό της Ελλάδας και την προβολή του “μειονοτικού προβλήματος” των καταπιεζόμενων από τους Έλληνες Τσάμηδων.
Τον Μάρτιο του 1928 ταυτόχρονα με το θέμα της ειδικής αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων κτημάτων, ο Αλβανός ΥΠΕΞ προσφεύγει στην ΚτΕ και θέτει θέμα αναγνώρισης των Τσάμηδων ως μειονότητα εντός της ελληνικής δημοκρατίας.
Είναι φανερό ότι τα Τίρανα, περνώντας στη δεύτερη φάση εφαρμογής μιας “σταθερής πολιτικής” τους, προσπαθούσαν ανοιχτά πια, την “ασήμαντη αυτή μειονότητα” να την ανάγουν σε εστία “αλβανικού αλυτρωτισμού” μέσα στο ελληνικό έδαφος με σκοπό αφ’ενός να δικαιολογήσουν τις ήδη εκδηλωθείσες στην Αλβανία αλλυτρωτικές διεκδικήσεις έναντι της Ελλάδος αφ’ ετέρου να εκβιάσουν για την αποδοχή της λύσης που επεδίωκαν για το ζήτημα των κτημάτων .Θύμα επίσης των τάσεων αυτών ήταν η εθνική ελληνική μειονότητα της Βορ.Ηπείρου.
Η απόρριψη, τον Ιούνιο του 1928, της αλβανικής προσφυγής στο Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών (50η Σύνοδος του Συμβουλίου της ΚΤΕ), επέφερε την αλλαγή της τακτικής της αλβανικής πλευράς, που έκτοτε θα προσπαθούσε να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητές της με την ελληνική όχι ασκώντας σε αυτή πίεση, αλλά, κυρίως, δίνοντας δείγματα καλής θέλησης. (Πρέπει πάντως να αναφερθεί ότι αναφορές τόσο της αλβανικής κυβέρνησης όσο και των Τσάμηδων σχετικά με την “κατάσταση” της αλβανικής μειονότητας στην Ελλάδα υποβλήθηκαν στον Γενικό Γραμματέα της ΚτΕ και το 1934 και το 1935. Όμως το Συμβούλιο που τις εξέτασε δεν έκρινε ότι ήταν αναγκαίο να ασχοληθεί με τις διαμαρτυρίες που περιεχόταν σε αυτές).
Το 1928, άλλωστε, υπήρξαν εξελίξεις αποφασιστικής σημασίας στην πολιτική ζωή των δύο χωρών. Πράγματι, οι εκλογές της 19ης Αυγούστου στην Ελλάδα είχαν ως αποτέλεσμα τη θριαμβευτική επάνοδο του Ελευθερίου Βενιζέλου στην εξουσία. Παράλληλα σχεδόν, η Αλβανία ανακηρύχθηκε την 1η Σεπτεμβρίου, σε βασίλειο με μονάρχη τον μέχρι τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Αχμέτ Ζώγου, ο οποίος έγινε ο “βασιλιάς των Αλβανών” Ζώγου Α΄. Προς στιγμήν φάνηκε ότι οι στόχοι των δύο χωρών βρίσκονται σε καλό δρόμο.
Τους πρώτους μήνες του 1929, το πρόβλημα της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας δημιούργησε και πάλι ένταση μεταξύ Αθήνας και Τιράνων – και ο ίδιος ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να κάνει απαισιόδοξες δηλώσεις, που δημοσιεύθηκαν στην αλβανική εφημερίδα Gazetta e Korces.
Συνέπεια της επιδείνωσης αυτής του κλίματος στις σχέσεις των δύο χωρών ήταν πως, σε όλο το διάστημα κατά το οποίο ήταν στην εξουσία, ο Βενιζέλος το ζήτημα των κτημάτων παρέμεινε ουσιαστικά σε εκκρεμότητα, εφόσον η ελληνική πλευρά εξαρτούσε τη διευθέτησή του, κυρίως από την επίλυση του προβλήματος της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αλβανία. Παράλληλα, από τα τέλη, ιδίως του 1930, η αλβανική πλευρά άρχισε να εκφράζει οξύτερες διαμαρτυρίες κατά της ελληνικής και – το κυριότερο – να διατυπώνει και πάλι αιτιάσεις σχετικά με τη μεταχείριση των Τσάμηδων από τις Αρχές της Ηπείρου και για το θέμα των αποζημιώσεων.
Το 1935 τελικά παρασχέθηκε με Νόμο η δυνατότητα προσφυγής στην Επιτροπή απαλλοτριώσεων εκείνων οι οποίοι θεωρούσαν ότι είχαν παράπονα για το θέμα των αποζημιώσεων και έγιναν μεμονωμένα πρόσφυγες και επανεκδικάσθηκε.
Επί Μεταξά εξ΄άλλου έγινε μια προσπάθεια να δανειοδοτηθούν χριστιανοί κάτοικοι της περιοχής Θεσπρωτίας για την αγορά κτημάτων που ανήκαν στους μουσουλμάνους Τσάμηδες οι οποίοι επιθυμούσαν να φύγουν για την Τουρκία. Παρά την προσπάθεια υπολογίζεται ότι έφυγαν μόνο 10 οικογένειες.
• Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 1940
• Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός και Τσάμηδες τις Παραμονές του Πολέμου
Οι βλέψεις της Ιταλίας για τον έλεγχο και την “απέναντι ακτών” της Αδριατικής αποτελούσαν από τις αρχές του 19ου αιώνα ένα από τους κυρίους γεωπολιτικούς στόχους. Μέσα σ΄αυτό το γενικότερο πλαίσιο η Ιταλική πολιτική επεδίωξε και πέτυχε τη δημιουργία του Αλβανικού κράτους με σκοπό τη χρησιμοποίησή του ουσιαστικά ως προτεκτοράτου της υπό τον απόλυτο έλεγχό της.
Η πολιτική αυτή υπήρξε ιδιαίτερα επιζήμια για την Ελλάδα η οποία τελικά και παρά τους αγώνες της δεν κατόρθωσε να περιλάβει στα σύνορά της την Ελληνική Βόρ.Ήπειρο.
Από το 1926 η Ιταλία άρχισε να εφαρμόζει μια σχεδιασμένη πολιτική και οικονομική διείσδυση στην πολλαπλά εξαρτώμενη Αλβανία η οποία έλαβε μια ιδιαίτερα έντονη μορφή μετά την κατάληψη της Αιθιοπίας από το 1935, οπότε ο Ιταλικός φασισμός άρχισε να οραματίζεται την αναβίωση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Στα πλαίσια αυτής της πολιτικής η Ιταλική προπαγάνδα χρησιμοποίησε τον Αλβανικό Μεγαλοϊδεατισμό και ειδικότερα τους Τσάμηδες για να υποσκάψει και αποδυναμώσει την ελληνική κυριαρχία. Στην περιοχή Θεσπρωτίας αναπτύχθηκε δίκτυο κατασκοπίας και προπαγάνδας αρχηγός του οποίου υπήρξε ο Μαζάρ Ντίνο και υπαρχηγός ο αδελφός του Νουρή Ντίνο Παραμυθιώτες Τσάμηδες με Τουρκική υπηκοότητα. Η Αλβανοϊταλική προπαγάνδα κατευθυνόταν από τα προξενεία Ιταλίας και Αλβανίας στα Γιάννενα και την Κέρκυρα.
Οι αδελφοί Ντίνο οργανώνουν το δίκτυο της στρατολόγησης μεταξύ των Τσάμηδων κτηματιών και μικροεπαγγελματιών τους οποίους και φανάτισαν κατά της Ελλάδος. Οι χρηματικές παροχές και οι υποσχέσεις για ικανοποίηση των διεκδικήσεών τους υπήρξαν τα κύρια μέσα που χρησιμοποίησαν.
Αποτέλεσμα ήταν οι συχνές και έντονες καταγγελίες προς την ΚτΕ για παραβίαση των δικαιωμάτων των Τσάμηδων με σκοπό τον διεθνή διασυρμό τους ενώ τηρούσαν ταυτόχρονα μια στάση αντιπαλότητας και ανυπακοής προς το κράτος και τους νόμους. Την περίοδο αυτή αρχίζει και μια αυξανομένη κίνηση λαθροδιαφυγής κυρίως νέων Τσάμηδων προς την Αλβανία με σκοπό να αποφύγουν την στράτευση και άλλων για τους οποίους υπάρχουν διωκτικές αποφάσεις.
Με το δεδομένο της πολλαπλής διείσδυσης της Ιταλίας στην Αλβανία όταν την 7η Απριλίου του 1939 η Ιταλία αποβιβάζει στρατιωτικές δυνάμεις και σχεδόν αμαχητί καταλαμβάνει την Αλβανία με το πρόσχημα της αποκαταστάσεως της τάξεως, οι Αλβανοί δέχονται την όλη κατάσταση σαν μια φυσική των πραγμάτων συνέπεια και διαβλέπουν ότι μια ευθυγράμμισή της με τις δυνάμεις του άξονα μεταξύ των άλλων θα αποτελέσει το μέσον πραγματοποίησης των αλλυτρωτικών της σκοπών .
Η Ελλάδα έχει περιέλθει σε δυσχερή θέση. Οι πληροφορίες από διάφορες πηγές έφεραν την Ιταλία αποφασισμένη να ενεργήσει για την κατάληψη της Κέρκυρας και της Τσαμουριά μέσα στο 1940 .
Οι Αλβανοί ήδη κατά το θέρος και φθινόπωρο του 1940 μέχρι την ημέρα της Ιταλικής εισβολής την 28η Οκτωβρίου 1940 προπαρασκευάζονται πυρετωδώς για τον επικείμενο πόλεμο κατά της Ελλάδος. Λαμβάνονται δρακόντεια μέτρα κατά των Βορειοηπειρωτών που οδηγούνται κατά ομάδες σε φυλακές ή σε ειδικό στρατόπεδο συγκέντρωσης ακόμη και στην Ιταλία. Οι Έλληνες υπήκοοι απελαύνονται από την Αλβανία. Οργανώνονται πλείστες διαδηλώσεις κατά της Ελλάδος, από τα ΜΜΕ προβάλλουν διεθνώς κινητοποιήσεις των Τσάμηδων, ηρωποιείται ο φόνος του ληστή Νταούτ Χότζα ως γενόμενος υπό των Ελλήνων και ζητείται εκδίκηση. Οι διανοούμενοι δίνουν συνεχείς διαλέξεις εναντίον του «προαιώνιου εχθρού της Αλβανίας που κατέχει ειδικά και παράνομα τις Αλβανικές περιοχές της Τσαμουριάς».
Στη Θεσπρωτία η Αλβανοϊταλική προπαγάνδα, μέσω του δικτύου των αδελφών Ντίνο, προβάλλει έντονα την ιδέα του εθνικού αλυτρωτισμού και χαλκευμένες πληροφορίες για καταπιέσεις και φόνους Τσάμηδων με αποτέλεσμα η διαφυγή νέων Τσάμηδων προς την Αλβανία για να πολεμήσουν στο πλευρό των Ιταλών να παίρνει από τον Ιούνιο του 1939 μέχρι τον Ιούλιο 1940 μεγάλες διαστάσεις.
Στις παραμονές του πολέμου άνθρωποι του Νταούτ Χότζα μεταφέρουν όπλα στα χωριά της Θεσπρωτίας που ανακαλύπτονται σε σπίτια Τσάμηδων που προληπτικά εκτοπίζονται από τις αρχές.
• Η Δράση των Τσάμηδων κατά την Διάρκεια του Πολέμου
• Η Εισβολή
Έτσι προετοιμασμένοι υλικά και ηθικά οι Αλβανοί συνεπιτίθενται με την φασιστική Ιταλία κατά της Ελλάδος την 28η Οκτωβρίου 1940. Ο Αντιβασιλέας Γιακομόνι που είχε μεταβεί στο Αργυρόκαστρο ανακοίνωσε την ίδια ημέρα στο συγκεντρωμένο πλήθος ότι τα “Ιταλο-αλβανικά στρατεύματα διήλθαν τα ελληνοαλβανικά σύνορα για να φέρουν ελευθερία στους αδελφούς Τσάμηδες “ .
Τα Ιταλικά στρατεύματα με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου προχώρησαν στο Ελληνικό έδαφος συνοδευόμενα από 14 Αλβανικά Τάγματα Τακτικού Αλβανικού Στρατού εκ των οποίων διεκρίνοντο τα τάγματα Μελανοχιτώνων του Δρινού, του Ταράμπος και του Τόμορη.
Σύμφωνα με το υπ΄αριθμ. 122/26-6-1939 απόρρητο έγγραφο της Ιταλικής Στρατιωτικής Διοικήσεως Κορυτσάς, οι Αλβανικοί σχηματισμοί ξεχωριζόταν : “Εις τάγματα τακτικής στρατολογίας ενσωματωμένα εις τας Μεραρχίας, και εις ατάκτους εθελοντικάς μονάδας και συμμορίας, τοπικώς στρατολογημένας, προς φρούρησιν ορισμένων σκοπών. Οι άτακτοι ούτοι σχηματισμοί και συμμορίαι έχουν χαρακτήρα και σκοπούς κατ΄εξοχήν πολιτικούς”.
Το Αλβανικό Τάγμα της υπό τον στρατηγό Ριβόλτα Μεραρχίας Ιππικού του Θεσπρωτικού τομέα, πλαισιωνόταν από αρκετούς φυγάδες μουσουλμάνους Τσάμηδες της Θεσπρωτίας και άλλους των παραμεθορίων χωριών της Αλβανίας όπως της Κονισπόλεως (πόλη που βρίσκεται εντός του αλβανικού εδάφους κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα).
Με την κατάληψη του Φιλιατιού οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες επιδόθηκαν σε όργια μέσα στην πόλη σε σημείο που οι Ιταλοί αναγκάσθηκαν να αφοπλίσουν αρκετούς από αυτούς, οι οποίοι είχαν ως αρχηγό τον μουσουλμάνο φασίστα από την πόλη των Φιλιατών Χατζή Σέϊκο ενώ άλλες μωαμεθανικές συμμορίες υπό την αρχηγία του από την Κονίσπολη Χουσεϊν Χαϊρουλά διέπραξαν σωρεία εγκλημάτων στην περιοχή της “Σκάλας” του Φιλιατιού.
Την 29-10-1940 τη σύμπτυξη του στρατού μας ακολούθησαν μεγάλα τμήματα του χριστιανικού πληθυσμού της επαρχίας Φιλιατιού, στην εξέλιξη δε των γεγονότων ακολούθησαν και των επαρχιών Ηγουμενίτσας και Μαργαριτιού, καθώς και ασήμαντος αριθμός των κατοίκων Παραμυθιάς. Τα εγκαταλειμμένα σπίτια των ανωτέρω πληθυσμών λεηλατήθηκαν , αλλά και πυρπολήθηκαν από τους μουσουλμάνους κατοίκους των ιδίων περιοχών, οι οποίοι άνανδρα πυροβολούσαν το στρατό μας κατά την υποχώρησή του.
Το απόγευμα της 6-11-1940 η Ηγουμενίτσα, η οποία είχε εκκενωθεί, έπεσε στα χέρια των Ιταλών και ουσιαστικά των δύο Αλβανικών Ταγμάτων που τους ακολουθούσαν, άνδρες των οποίων (μουσουλμάνοι από την Θεσπρωτία που από χρόνια είχαν φυγοδικήσει στην Αλβανία) λεηλάτησαν και πυρπόλησαν την πόλη, συνέλαβαν και Προκρίτους ορισμένους από τους οποίους εκτέλεσαν μέσα στην πόλη. Το πρωί της 8-11-1940 κυρίεψαν το Μαργαρίτι ενώ στις 8 η ώρα το βράδυ της ίδιας ημέρας, αναγνωριστικό τους τμήμα 80 ανδρών Ιταλών και Μουσουλμάνων μπήκε στην πόλη της Παραμυθιάς.
Γενικά μέχρι τις 14-11-1940 που σημειώθηκε η αρχική Ιταλική επιχείρηση στο ελληνικό έδαφος, οπότε άρχισαν οι αντεπιθέσεις των ελληνικών δυνάμεων, οι μουσουλμάνοι ενώ υποδέχονταν σ΄όλα τα χωριά σαν ελευθερώτριες τις Ιταλικές δυνάμεις με ζητωκραυγές και ασυγκράτητους ενθουσιασμούς, διέπραξαν λεηλασίες περιουσιών των χριστιανών Θεσπρωτών, εμπρησμούς σπιτιών και καταστημάτων καθώς και δολοφονίες.
Με την έναρξη των ελληνικών αντεπιθέσεων οι Ιταλικές δυνάμεις με τα δύο Αλβανικά τάγματα, καταδιωκόμενες από τις Ελληνικές δυνάμεις από την 14-11-1940, αναγκάσθηκαν ύστερα από σκληρές μάχες να υποχωρήσουν και τελικά την 28-11-1940 να διαφύγουν στο Αλβανικό έδαφος. Τούτους, ακολούθησαν θεληματικά και αρκετοί Θεσπρωτοί μουσουλμάνοι Τσάμηδες .
Στις αρχές Δεκεμβρίου 1940, οι Ελληνικές Δημόσιες Αρχές που με την εισβολή των εχθρικών δυνάμεων είχαν απομακρυνθεί από τις έδρες τους, επανεγκατεστάθηκαν στις πόλεις της Θεσπρωτίας. Τότε, για λόγους ασφαλείας των νώτων του μαχόμενου στρατού μας στο μέτωπο της Βόρειας Ηπείρου, το Ελληνικό Κράτος έλαβε μέτρα εκτοπίσεως από τον Θεσπρωτικό χώρο σημαντικού αριθμού μουσουλμάνων αδρών Τσάμηδων στα νησιά Χίο και Μυτιλήνη.
• Οι Τσάμηδες Συνεργάτες των Αρχών Κατοχής
Ιταλική Κατοχή
Μετά την κατάληψη της Ελλάδας υπό των Γερμανό-Ιταλών, οι Ιταλικές δυνάμεις Κατοχής, από τις πρώτες μέρες της παρουσίας τους στο Θεσπρωτικό χώρο προχώρησαν μεθοδικά στον αφελληνισμό της Θεσπρωτίας σ΄εφαρμογή των δηλώσεων (και υποχρεώσεων) του Στρατάρχη Μπαντόλιο της 25-6-1939 στους Αλβανούς για επέκταση των συνόρων του Κράτους τους μέχρι και της πεδιάδας του Αχέροντα (Φανάρι της Θεσπρωτίας), καθώς και της ακόμα πιο επεκτατικής θέσεως του Μουσολίνι.
Από τις αρχές του Ιουλίου 1941, με διάταγμα της Ιταλικής Κυβέρνησης διορίσθηκαν οι Παραμυθιώτες μουσουλμάνοι (αδέλφια) Νουρή Ντίνο ως Ύπατος Αρμοστής της Θεσπρωτίας, φέροντας κατ΄απονομή τον βαθμό του Συνταγματάρχου του Ιταλικού Στρατού, και Μαζάρ Ντίνο, Γενικό Αρχηγό της Νεολαίας της Θεσπρωτίας. Αυτοί οργάνωσαν το μεγάλο έγκλημα αφελληνισμού του Θεσπρωτικού χώρου.
Στους μουσουλμάνους συνεργάτες τους έδιναν διαβεβαιώσεις ότι χάρη στην Ιταλική Αυτοκρατορία που τους υποστήριζε, θα έπρεπε να θεωρούν βέβαιη την προσάρτηση της Θεσπρωτίας στο Αλβανικό Κράτος.
Έτσι με συνεργάτες τους μουσουλμάνους Τσάμηδες άρχισαν την εκτέλεση ενός σχεδίου αφελληνισμού της περιοχής με βάση το οποίο:
Σε πόλεις και χωριά της Θεσπρωτίας, όπου ο πληθυσμός ήταν μικτός, αντικατάστησαν τα συμβούλια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης με μουσουλμάνους, οι οποίοι αποτελούσαν πλέον την όλη σύνθεσή τους.
Επεδίωξαν με διαφόρους τρόπους την καθιέρωση σαν επίσημης γλώσσας της Αλβανικής, χωρίς τελικά να επιτευχθεί τούτο. Αισθητή υπήρξε η αντίδραση των Ελληνικών Αρχών των επιστημονικών και άλλων κύκλων στην Παραμυθιά, κατά τα τέλη του 1942.
Ίδρυσαν την Αλβανική Φασιστική Νεολαία “ΜΙΛΙΤΣΙΑ”, η οποία σε σύντομο χρονικό διάστημα εξελίχθηκε σε ένοπλη στρατιωτική δύναμη εγκληματιών.
Επέτρεψαν την ανάρτηση στα Γραφεία Δημοσίων καταστημάτων της Παραμυθιάς της Αλβανικής Σημαίας .
Υποκίνησαν άμεσα και έμμεσα το μουσουλμανικό πληθυσμό εναντίον του Χριστιανικού με σκοπό τον αφελληνισμό του χώρου, την στην συνέχεια αυτοδιάθεση του και τελικά ενσωμάτωση του στην Αλβανία.
Σε γενικότερη έννοια επέτρεψαν και μάλιστα υποκίνησαν την έναρξη τρομοκρατικής και εγκληματικής δράσεως των μουσουλμάνων με τις κατωτέρω ενέργειές τους :
Χρησιμοποίησαν ικανό αριθμό μωαμεθανών, ειδικότερα στην πόλη της Παραμυθιάς, και σ΄όλη την επαρχία Σουλίου, σαν διερμηνείς, πράκτορες, καταδότες κ.λ.π.
Ανέχθηκαν, από τις πρώτες μέρες της Κατοχής, τον εξοπλισμό των μουσουλμάνων, στη συνέχεια δε τους ενίσχυσαν, εφοδιάζοντάς τους με ανάλογο οπλισμό. Έτσι σχημάτισαν πολυάριθμους μουσουλμάνους Τσάμηδες “πραιτοριανούς” υπό τον έλεγχό τους.
Υποστήριξαν έμμεσα, αλλά και άμεσα, την από τους μουσουλμάνους βίαιη ανακατάληψη των διεκδικούμενων περιουσιών με αποτέλεσμα να εισπράττουν – ενώ δεν είχαν το δικαίωμα – από τους νόμιμους ιδιοκτήτες και καλλιεργητές των άλλοτε κτημάτων τους, χριστιανούς, ποσοστό μέχρι 35% της παραγωγής.
Υπέθαλψαν τη συγκρότηση ληστοσυμμοριών μωαμεθανών Θεσπρωτών, οι οποίοι άσκησαν στο χριστιανικό πληθυσμό μεσαιωνική τρομοκρατία.
• Η Γερμανική Κατοχή
Όταν οι Γερμανοί ανέλαβαν την κατοχική διοίκηση της Ηπείρου χρησιμοποίησαν ως άμεσους συνεργάτες τους τους Μουσουλμάνους Τσάμηδες με δεδομένο ότι ήδη είχε οργανωθεί και δρούσε στην περιοχή η Ελληνική Εθνική Αντίσταση.
Ειδικότερα οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες με την υποστήριξή τους :
Ιδρύουν Κυβέρνηση Θεσπρωτίας με τον τίτλο Κοίλι Νασιονάλ Σκιπετάρ, γνωστή χάριν συντομίας ως “ΞΙΛΙΑ”
Ιδρύουν Αλβανική Χωροφυλακή (Τζινταμεριά).
Στρατολογούν ένοπλα τάγματα με επιστρατευμένους μουσουλμάνους με γερμανική στολή και οπλισμό και λαμβάνουν μέρος σε συγκρούσεις των γερμανικών αρχών κατοχής με τις αντιστασιακές οργανώσεις.
Έτσι οι Τσάμηδες, πειθήνιοι συνεργάτες των Γερμανών, συνέπραξαν στα τρομερά εγκλήματα που έγιναν στην περιοχή κατά την διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής.
• Καταστροφή του Φαναρίου
Τον Αύγουστο του 1943 οι Γερμανικές δυνάμεις Κατοχής ενισχυμένες με συμμορίες μουσουλμάνων Τσαμηδων υπό την αρχηγεία των αδελφών Ντίνο εκτελούν εκτεταμένες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην περιοχή Φαναρίου (κοιλάδα Αχέροντα).
Σαν αποτέλεσμα, 24 χωριά πυρπολήθηκαν, 800 έλληνες κάτοικοι εκτελέσθηκαν και 300 συνελήφθησαν ως όμηροι, βιάσθηκαν και απήχθηκαν γυναίκες και λεηλατήθηκαν οι ελληνικές περιουσίες. με αποτέλεσμα πολλοί Έλληνες κάτοικοι να καταφύγουν στα βουνά όπου και ένας μεγάλος αριθμός βρήκε το θάνατο από τις κακουχίες και την πείνα.
• Η Εκτέλεση των 49 Προκρίτων της Παραμυθιάς
Στις 29-9-1943 σε αντίποινα εκτελέσεως 6 Γερμανών στρατιωτών οι Γερμανοί εκτέλεσαν κατόπιν υποδείξεως των μουσουλμάνων Τσάμηδων 49 Προκρίτους της Παραμυθιάς. Τέτοιες εκτελέσεις από τους Γερμανούς έγιναν αμέτρητες στην περιοχή της Θεσπρωτίας που κατά βάση είχαν ως υποκινητές τους συνεργάτες μουσουλμάνους Τσάμηδες
Οι εκτελέσεις των 49 Προκρίτων της Παραμυθιάς δεν έφεραν, όπως περίμεναν οι μουσουλμάνοι, την αισθητή μείωση του χριστιανικού πληθυσμού της πόλης, ούτε την απογύμνωσή της από τις Δημόσιες Ελληνικές Αρχές, οι οποίες είχαν νωρίτερα επαυξηθεί με την προσωρινή μεταφορά στην Παραμυθιά της έδρας της Νομαρχίας Θεσπρωτίας. Έφεραν όμως την αποθράσυνση των ηγετών του μουσουλμανικού πληθυσμού της Θεσπρωτίας, οι οποίοι έκριναν ότι είχε φτάσει η ώρα για την προσάρτηση της περιοχής αυτής στην Αλβανία.
• Οι Προσπάθειες για την Αυτοδιάθεση της Θεσπρωτίας
Στις 18-12-1943 ύστερα από διαταγή του Γερμανικού Φρουραρχείου Παραμυθιάς, έγινε στην αίθουσα της Αλβανικής Διοικήσεως (ΞΙΛΙΑ) Παραμυθιάς συγκέντρωση 15 χριστιανών Προέδρων Κοινοτήτων, καθώς και του Σαλή Μουχεντίν, Προέδρου της Κοινότητας Παραμυθιάς. Σ΄αυτή παραβρέθηκαν οι εξής: Ο Νομαρχών Νικ. Κουτρούλης, ο Μαζάρ Ντίνος, ο Ρετζέπ Ντίνος, διάφοροι μουσουλμάνοι της πόλεως και περιφέρειας Παραμυθιάς, Ηγέτες της Αλβανικής Κινήσεως της Θεσπρωτίας, ο Γερμανός Φρούραρχος Παραμυθιάς και ένας Γερμανός αξιωματικός ακόμη της δύναμης Ηγουμενίτσας.
Τα θέματα που συζητήθηκαν ήταν τα εξής :
Τα παραγόμενα προϊόντα στη Θεσπρωτία και
Η αριθμητική αναλογία (χριστιανών και μουσουλμάνων) των κατοίκων της Παραμυθιάς.
Η σύσκεψη είχε διάρκεια μόλις μισής ώρας, με αποκλειστικό μονόλογο των μουσουλμάνων ηγετών οι οποίοι διετείνοντο ότι είχε φθάσει η ώρα να ανακηρυχθεί επίσημα η Αυτοδιάθεση της Θεσπρωτίας.
Στο τέλος, ασκώντας τρομοκρατία, ζήτησαν από τους παρευρεθέντες Έλληνες να υπογράψουν το σχετικό πρακτικό που συνέταξαν χωρίς καμιά αντίρρηση.
Ο Ρετζέπ Ντίνο, είπε στον Νομαρχεύοντα Νικ. Κουτρούλη : “Αι Ελληνικαί Αρχαί δεν είναι πλέον ανεκταί εν Θεσπρωτία και ιδία η Ελληνική Χωροφυλακή, ήτις κατά το παρελθόν διέπραξεν όργια εις βάρος των μουσουλμάνων”. Συνέχισε δε λέγων ότι “…αύται θα αποχωρήσουν εκ της Θεσπρωτίας και ακόμα ότι η περιφέρεια θα διοικηθεί υπό των μουσουλμάνων”.
Οι δεκαπέντε Πρόεδροι αρνήθηκαν να υπογράψουν το πρακτικό και απεχώρησαν.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας σε μυστική σύσκεψη στην Παραμυθιά υπό την ηγεσία των Μαζάρ Ντίνο, Ρετζέπ Ντίνο και των μπέηδων μουσουλμάνων Τσάμηδων της Παραμυθιάς αποφασίσθηκαν τα παρακάτω :
Η εκλογή μελών Επιτροπής Μωαμεθανών για την άσκηση της Διοικητικής Εξουσίας στην περιφέρεια της Παραμυθιάς.
Η μη υπαγωγή πλέον των μουσουλμάνων Τσάμηδων της Επαρχίας Παραμυθιάς στις Ελληνικές Αρχές και ο με τρομοκρατικά μέσα εξαναγκασμός των Ελλήνων Δημοσίων Υπαλλήλων των ανδρών της Χωροφυλακής, των Τραπεζικών υπαλλήλων και άλλων για την άμεση αναχώρησή τους από την πόλη, και
Η προγραφή και η εκτέλεση δημοσίων υπαλλήλων, ιδιαίτερα των οργάνων της Χωροφυλακής.
Παρόμοια κίνηση σημειώθηκε και στο Φιλιάτι με την προσωρινή εγκατάσταση εκεί του Ρετζέπ Ντίνο, ο οποίος με την άσκηση τρομοκρατίας συντόνιζε την Αλβανική κίνηση για την αυτοδιάθεση της Θεσπρωτίας.
• Η Εθνική Αντίσταση και η Απελευθέρωση της Παραμυθιάς (27 Ιουνίου 1944)
Η πρώτη ομάδα εθνικής αντίστασης οργανώθηκε από τα τέλη του 1941. Με την ανατολή του 1943 στο χώρο της Θεσπρωτίας έχουμε πλέον μια οργανωμένη αντίσταση κυρίως από τον ΕΔΕΣ του Στρατηγού Ν. Ζέρβα κατά των Ιταλικών και στη συνέχεια Γερμανικών στρατευμάτων κατοχής καθώς και των Τσάμηδων συνεργατών τους .
Με τη διαφαινόμενη πλέον κατάρρευση της Γερμανικής κυριαρχίας περί τα μέσα του 1944, ήταν φανερό ότι πλησίαζε ο χρόνος της απελευθέρωσης από τις δυνάμεις του ΕΔΕΣ της μαρτυρικής πόλης της Παραμυθιάς και των λοιπών περιοχών της Θεσπρωτίας. Οι Γερμανοί για την αντιμετώπιση του άμεσου γι΄αυτούς κινδύνου, εξουσιοδότησαν τους αρχηγούς των μουσουλμάνων Τσάμηδων όπως καλέσουν σε κανονική επιστράτευση αρκετούς από αυτούς (Τσάμηδες). Έτσι επιστρατεύθηκαν εκατοντάδες μουσουλμάνοι που φόρεσαν Γερμανικές στολές, εφοδιάσθηκαν με Γερμανικά όπλα, εκπαιδεύτηκαν ανάλογα και αποτέλεσαν συντεταγμένα τμήματα του Γερμανικού στρατού, διοικούμενα από Γερμανούς αξιωματικούς, τα οποία και τοποθετήθηκαν σε δεσπόζουσες θέσεις γύρω από την Παραμυθιά.
Τη νύχτα της 25ης προς την 26η Ιουνίου 1944 η Παραμυθιά άρχισε να εγκαταλείπεται από τους Γερμανούς, τη διοίκηση δε και την ασφάλειά της ανέλαβαν οι ένοπλες ομάδες των μουσουλμάνων Τσάμηδων.
Στις 27-6-1944 έπειτα από σκληρή μάχη (Μάχη Αγ. Θεοδώρων – Παραμυθιάς) των ανταρτών του ΕΔΕΣ με τους μουσουλμάνους, απελευθερώθηκε η Παραμυθιά, η οποία αναδείχθηκε μια από τις πρώτες πόλεις που απελευθερώθηκαν από τον ζυγό του Γερμανού κατακτητού. Την ίδια στιγμή το μεγαλύτερο μέρος του μουσουλμανικού στρατού της “ΞΙΛΙΑ” για να αποφύγει την αιχμαλωσία του τράπηκε σε άτακτη φυγή, καταφεύγοντας τελικά στη Μαζαρακιά, ενώ οι λοιποί, αφού έκρυψαν τα όπλα τους, παρουσιάσθηκαν στην πόλη σαν φιλήσυχοι πολίτες.
Το απόγευμα της ίδιας μέρας εγκαταστάθηκε στην Παραμυθιά ο Αντισυνταγματάρχης Αριστείδης Κρανιάς, Διοικητής του 16ου Συντάγματος των ανταρτών ΕΔΕΣ. Από τις πρώτες πράξεις ήταν η παραπομπή στο Επαναστατικό Στρατοδικείο της Χ΄Μεραρχίας τριάντα πέντε (35) μουσουλμάνων της Παραμυθιάς. Το κατηγορητήριο ήταν ότι : “Έλληνες πολίτες όντες, ήγειραν τα όπλα κατά της πατρίδος, εφόνευσαν, επυρπόλησαν και εν γένει εκακούργησαν κατ΄αυτής”.
Με απόφαση του Στρατοδικείου καταδικάσθηκαν σε θάνατο οι 34 που εκτελέσθηκαν αμέσως .
• Το Τέλος του Γερμανού Κατακτητή και η Μάχη της Μενίνας
Η Μενίνα, μικρό μουσουλμανικό χωριό στις όχθες του Καλαμά, ήταν το τελευταίο οχυρό των Γερμανών στη Θεσπρωτία. Η φρουρά αποτελούνταν από 250 Γερμανούς (επιστράτους Ουγγρορουμάνους) της μεραρχίας ΕΝΤΕΛΒΑΪΣ ενισχυμένη με 100 μουσουλμάνους Τσάμηδες. Την 17η και 18η Αυγούστου 1944 δέχθηκε ισχυρότατη επίθεση από δύο Συντάγματα του ΕΔΕΣ, το 16ο με Διοικητή τον Αντισυνταγματάρχη Αριστείδη Κρανιά και το 3/40 με Διοικητή τον Γεώργιο Αγόρο. Η δεύτερη νύχτα βρήκε νεκρούς τον Άγγλο Ταγματάρχη Ντέϊβιντ Ουάλλας (εκπρόσωπος του Φόρεϊν Όφφις στα βουνά) και 24 αντάρτες, 92 Γερμανούς και 86 Τσάμηδες.
• Η Αποχώρηση των Τσάμηδων μετά την Κατάρρευση του Άξονα
Παρά την προδοτική στάση και τα τρομερά εγκλήματα των Τσάμηδων κατά την περίοδο αυτή, η Διοίκηση της Χ΄Μεραρχίας των Ε.Ο.Ε.Α. – ΕΔΕΣ, μετά τη μάχη της Παραμυθιάς και την αποχώρηση των Γερμανών περί το τέλος Σεπτεμβρίου 1944, σε εφαρμογή διαταγών του Αρχηγείου ΕΔΕΣ έκανε επανειλημμένες προσπάθειες για συνεννόηση με τους ηγέτες των μουσουλμάνων Μαζάρ και Νουρή Ντίνο και διαφόρους άλλους τοπικούς αρχηγούς τους, για αποφυγή της αιματοχυσίας. Έτσι ζητήθηκε η κατάθεση των όπλων από όλα τα ένοπλα τμήματα των μουσουλμάνων, προσφέροντας την εγγύηση της ηγεσίας των Ε.Ο.Ε.Α. – ΕΔΕΣ, για την ασφάλεια ζωής των ενόπλων μέχρι τότε μουσουλμάνων και των οικογενειών τους (Διαταγές, Προκηρύξεις, Συμφωνητικά Χ΄Μεραρχίας ΕΔΕΣ όπως στο Παράρτημα “Δ”).
Οι μουσουλμάνοι ένοπλοι προσπαθούσαν να εκμεταλλευθούν τον χρόνο και έχοντας πάντα εχθρικές διαθέσεις κατά της Μεραρχίας ΕΔΕΣ, οργανώνονταν και σχημάτιζαν διάφορα μέτωπα σε επίκαιρες θέσεις, ώστε με την ενίσχυση των Γερμανικών στρατευμάτων που κυριαρχούσαν ακόμα σχεδόν σε όλη τη Θεσπρωτία, να αναλάβουν γενική επίθεση κατά των δυνάμεων του ΕΔΕΣ της περιοχής της Παραμυθιάς. Τελικά μεταξύ της Επιτροπής της Χ΄Μεραρχίας ΕΔΕΣ και των Μουσουλμάνων Τσάμηδων υπογράφηκε στο χωριό Νικολίτσι της Παραμυθιάς στις 11-7-1944 Συμφωνητικό (Παράρτημα “Δ”) με το οποίο προεβλέπετο η κατάπαυση των εχθροπραξιών και η παράδοση του οπλισμού των Τσάμηδων του ΕΔΕΣ εγγυόμενου της ζωής και περιουσίας των. Οι Τσάμηδες επιφυλάχθηκαν ως προς τον όρο του αφοπλισμού με υποχρέωση να απαντήσουν μέχρι την 19-11-1944.
Επειδή οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες δεν απάντησαν σύμφωνα με το παραπάνω Συμφωνητικό την 19-7-1944 ως προς τον τρίτο όρο, δηλαδή την κατάθεση του οπλισμού τους, ο Αντισυνταγματάρχης Κρανιάς τους απέστειλε προειδοποιητική επιστολή (Παράρτημα “Γ”) για κατάθεση των όπλων εντός 24ώρου.
Το πρωί της 21-7-1944 έφθασε μουσουλμάνος αγγελιαφόρος στην Παραμυθιά προσκομίζοντας επιστολή την οποία έδωσε στον Α. Κρανιά. Με την επιστολή οι μουσουλμάνοι ζητούσαν και νέα αναβολή για τις απαντήσεις που όφειλαν να δώσουν.
Ο φόβος των ηγετών των μουσουλμάνων, το μίσος που μέσα στην Ιταλογερμανική κατοχή εκδήλωσαν με ασύλληπτες εγκληματικές πράξεις κατά των χριστιανών Θεσπρωτών, η προσπάθεια σφετερισμού περιουσιακών στοιχείων και η διατήρηση της ελπίδας ότι με τις πολεμικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να ανακαταλάβουν την Παραμυθιά με τα κεφαλοχώρια της, ώστε να διασώσουν τα σπίτια τους και τα περιουσιακά τους στοιχεία που στο σύνολο σχεδόν υπήρξαν προϊόντα ληστειών και εκβιασμών, τους έφεραν στη διακοπή κάθε συνεννόησης.
Έτσι ακολούθησαν οι μάχες που προαναφέρθηκαν και κυριότερα η εκούσια έξοδος από τη Θεσπρωτία των μουσουλμάνων Τσάμηδων, οι οποίοι φοβούμενοι την οργή και τα αντίποινα από τον γηγενή πληθυσμό την εγκατέλειψαν ακολουθώντας τον στρατό κατοχής, πέρασαν τα σύνορα και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Αλβανία.
Προσπάθειες που έγιναν από ορισμένους να επανεγκατασταθούν στην Θεσπωτία στις αρχές του 1945 δεν καρποφόρησαν .
Σύμφωνα με την απογραφή της 16ης Οκτωβρίου 1940 του Νομού Θεσπρωτίας, ο συνολικός πληθυσμός του ήταν 62.457 κάτοικοι, από τους οποίους Έλληνες Χριστιανοί 44.352 (ποσοστό 71%) και Μουσουλμάνοι, Έλληνες υπήκοοι 18.576 (ποσοστό 27%) το υπόλοιπο 2% ήταν Ισραηλίτες, Έλληνες υπήκοοι (Κεφάλαιο “Γ”, Τμήμα 1ο, Δημογραφική Κατάσταση Τσάμηδων).
Είναι λοιπόν επίσημα αποδεδειγμένο ότι το σύνολο των Τσάμηδων που εγκατέλειψαν την περιοχή δεν μπορεί να υπερβαίνει τον αριθμό των 18.576 ατόμων.
Από την 10-3-1945 που οι Κρατικές Αρχές εγκαταστάθηκαν στη Θεσπρωτία, έγιναν πολλές μηνύσεις από ιδιώτες και Υπηρεσίες της Ασφάλειας κατά πολυάριθμων μουσουλμάνων Τσάμηδων για συνεργασία με τον εχθρό, σαν δοσίλογοι. Καταδικάσθηκαν δε 1930 μουσουλμάνοι ερήμην από το Ειδικό Δικαστήριο Δοσίλογων Ιωαννίνων ως εγκληματίες πολέμου, δοσίλογοι και συνεργάτες, βάσει δε της υπ΄αριθμ. 344/23-5-1945 αποφάσεώς του σε στέρηση της ελληνικής ιθαγένειας, δήμευση των περιουσιακών τους (αργότερα διετέθησαν σε άκληρους δικαιούχους) και αρκετοί απ΄αυτούς σε θάνατο.
Το 1945 από έρευνα που έγινε μετά την απελευθέρωση για τις καταστροφές στον νομό Θεσπρωτίας από τους Τσάμηδες σε συνεργασία με τα στρατεύματα κατοχής προέκυψε ότι είχαν φονευθεί 780 Έλληνες πολίτες, είχαν πυρποληθεί 730 σπίτια και είχαν καταστραφεί εξ ολοκλήρου 12 χωριά. Στα παραπάνω δε περιλαμβάνονται οι παντός είδους άλλες ωμότητες και εγκληματικές ενέργειες που έγιναν, όπως βασανισμοί, ληστείες, βιασμοί, απαγωγές γυναικών, αρπαγές περιουσιών, καταδώσεις στους κατακτητές κ.λ.π.
Είναι φανερό ότι όλοι οι 18.756 Τσάμηδες που εγκατέλειψαν την Ελλάδα δεν μπορεί να ήταν εγκληματίες. Μαζί με τους εγκληματίες έφυγαν και κάποιοι φιλήσυχοι πολίτες από τον φόβο των αντιποίνων που σε μια ταραγμένη και τραγική τέτοια συγκυρία λαμβάνουν την μορφή της “απονομής δικαίου”. Θύματα υπήρξαν και αυτοί των φρικαλεοτήτων που διέπραξαν σχεδόν στο σύνολό τους οι ομόθρησκοί τους.
Συμπερασματικά, οι Τσάμηδες κατά την τραγική αυτή περίοδο, επιδιώκοντας να εκμεταλλευθούν την κατοχή της χώρας μας και να υλοποιήσουν τα οράματα του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού, επιχείρησαν να κηρύξουν την αυτοδιάθεση της Θεσπρωτίας και επιδίωξαν τον αφελληνισμό της συνεργαζόμενοι με τον κατακτητή και διαπράττοντας φρικαλέα εγκλήματα.
Μιας τέτοιας εκτάσεως και φρικαλεότητας εγκληματική δράση δεν είναι δυνατόν να αποδοθεί σε “κοινωνικές” διαρθρωτικές διαφορές με τους Έλληνες χριστιανούς. Αποδεικνύει ένα πάντα ενυπάρχουν αβυσσαλέο εθνικό και θρησκευτικό μίσος εκ μέρους των Τσάμηδων που αποτελεί φυλετικό βίωμα που εκδηλώθηκε στην σκοτεινή εκείνη εποχή με ιδιαίτερη σφοδρότητα με ένα μοναδικό στόχο, την απόσχιση της Θεσπρωτίας από την Ελλάδα και την προσάρτησή της στην «μητέρα Αλβανία». Τα χρόνια μετά αποδεικνύουν ότι τίποτε δεν άλλαξε ούτε ως προς τους στόχους ούτε ως προς τις νοοτροπίες και μεθόδους.
Τμήμα 2ον
Πρόσφατες Εξελίξεις
• Βαλκανικές Εξελίξεις και Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός
• Η Αφύπνιση του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού
Οι Εξελίξεις στην Ευρώπη που άρχισαν το 1989 και οδήγησαν στην κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και αλυσιδωτά στην κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων των κρατών της πρώην Ανατ. Ευρώπης, δεν άφησε ανεπηρέαστο και το κομμουνιστικό καθεστώς της Αλβανίας παρά τον απομονωτισμό της.
Βαθμιαία και υπό την πίεση βίαιων λαϊκών πιέσεων το καθεστώς Αλία προχώρησε σε διαδικασίες εκδημοκρατισμού (δημιουργία πολιτικών κομμάτων, εκλογές κ.λ.π) ενώ παράλληλα εγκαταλείπεται η πολιτική του απομονωτισμού και αρχίζουν τα ανοίγματα κυρίως προς τη Δύση (αποκατάσταση σχέσεων με ΗΠΑ το 1991).
Παράλληλα όμως με τον εκδημοκρατισμό, όπως άλλωστε συνέβη και στις άλλες πρώην ανατολικές ευρωπαϊκές χώρες, απελευθερώθηκαν οι μέχρι τότε υποβόσκουσες εθνικιστικές τάσεις και συγκεκριμένα ο Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός και ο αντίστοιχος αλυτρωτισμός για τους “αλβανούς μουσουλμάνους αδελφούς” των γειτονικών χωρών.
Είναι χαρακτηριστικό της αλβανικής πολιτικής ζωής ότι παρά την έντονη αντιπαλότητα μεταξύ των δύο μεγάλων αλβανικών κομμάτων, στα θέματα των εθνικών επιδιώξεων δεν παρουσιάζουν ουσιαστικές διαφορές και περιορίζονται απλώς στο να προσπαθεί η εκάστοτε αντιπολίτευση να υπερακοντίσει την κυβέρνηση σε εθνικισμό κατηγορώντας για μειοδοτική πολιτική, τόσο έναντι της Ελλάδος όσο και έναντι της Σερβίας και των Σκοπίων.
Από το 1990 περίπου ο Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός στηρίχθηκε στις αρχές που πάντα χρησιμοποιούσαν οι Αλβανοί για την επίτευξή του, προσαρμοζόμενοι στις σύγχρονες συνθήκες, που συνοψίζονται στα ακόλουθα:
Την εμμονή στους σκοπούς και στόχους όπως αυτοί είχαν καθορισθεί από την Λίγκα του Πρίζρεν (1878).
Την κεκαλυμμένη παρουσίαση εθνικών λυτρωτικών επιδιώξεων στη διεθνή κοινή γνώμη ως θέμα αρχών και κανόνων δικαίου για την απελευθέρωση ή αναγνώριση δικαιωμάτων των καταπιεζομένων “αλβανών μουσουλμάνων αδελφών”.
Στη χρησιμοποίηση των εκτός συνόρων της Αλβανίας αλβανικών πληθυσμών είτε ως μέσον για την επίτευξη των σκοπών δια των τοπικών κινημάτων (π.χ. Κόσσοβο) ή για την στήριξη του αγώνα (Αλβανοί διασποράς) επιφυλάσσοντας στην Αλβανία τον ρόλο του Εθνικού Κέντρου.
Την επίτευξη των σκοπών μέσω ενός ισχυρού προστάτη (Μεγάλες Δυνάμεις ή και Διεθνείς Οργανισμοί).
Την υλοποίηση του τελικά επιδιωκόμενου σκοπού της δημιουργίας της Μεγάλης Αλβανίας κατά φάσεις ώστε να μη προκαλούνται αντιδράσεις της διεθνούς κοινής γνώμης και αντιπαλότητα με τις Μεγάλες Δυνάμεις και Οργανισμούς (αυτονομία – ανεξαρτητοποίηση – ομοσπονδοποίηση – ενσωμάτωση).
Την ευρεία χρησιμοποίηση της διεθνούς προπαγάνδας μέσω των Αλβανών της διασποράς, των διεθνών ΜΜΕ και του Διαδικτύου.
Τα εδάφη που είχαν καθορισθεί από τη Λίγκα του Πρίζρεν με τα σημερινά δεδομένα είναι :
Από τη Σερβία, το Κοσσυφοπέδιο και οι με αυτό δυτικά εφαπτόμενες περιοχές Μενβέζντια, Μπουγιάνοβατς και Πρέσεβο.
Από το Μαυροβούνιο τις περιοχές Ούλιζιν, Χότι και Γκρούντα (όπου και η πρωτεύουσα Πονγκόριτσα).
Από τα Σκόπια οι περιοχές Τετόβου, Γκοστιβάρ, Ντιμπάρ και Στρούγκα οι οποίες κατά τους Αλβανούς συνιστούν την “Αυτόνομη Περιοχή της Ιλλυρίας”.
Από την Ελλάδα η Ελληνική Ήπειρος (κατά την αλβανική προπαγάνδα αποκαλούμενη Τσαμουριά) δηλαδή τους νομούς Ιωαννίνων, Θεσπρωτίας, Πρεβέζης και Άρτας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τις αρχές της δεκαετίας του ’90 (1991-1993) παρά την πολιτική αστάθεια, την οικονομική αθλιότητα και την ανυπαρξία του κράτους, παρουσιάζεται μια έντονη δραστηριότητα υπέρ των “δικαίων” των εκτός Αλβανίας καταπιεζομένων Αλβανών (κυρίως Κοσσόβου και Σκοπίων αλλά και των Τσάμηδων) τόσο διεθνώς όσο και στο εσωτερικό.
Η εθνικιστική αυτή τάση απετέλεσε σύντομα ένα από τα βασικά “όπλα” στον πολιτικό ανταγωνισμό των νεοϊδρυθέντων κομμάτων κυρίως από το Δημοκρατικό Κόμμα του Σαλί Μπερίσα ο οποίος το 1992 κατόρθωσε να κερδίσει τις εκλογές και να γίνει Πρόεδρος της Χώρας.
Η κατάσταση αυτή (πλην του ζητήματος των Τσάμηδων που περιγράφεται στη συνέχεια ξεχωριστά) “εικονογραφείται στο Παράρτημα «Δ» “Κύριες Αλβανικές Δραστηριότητες κατά το διάστημα 1991-1993 στα πλαίσια του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού”.
Οι γενικότερες εξελίξεις στην Βαλκανική σε σχέση με τις προαναφερθείσες περιοχές έχουν πολύ συνοπτικά και στην έκταση που απαιτείται για να εξαχθούν ορισμένα συμπεράσματα για τις πολιτικές και στρατηγικές που εφαρμόσθηκα, όπως παρακάτω :
Κοσσυφοπέδιο
Η ανάλυση των εξελίξεων της κρίσης του Κοσσυφοπεδίου έχει ιδιαίτερη σημασία αφού μέσα από τις εξελίξεις διαμορφώθηκε τελικά η Στρατηγική που φαίνεται ότι εφαρμόζει πλέον ο αλβανικός παράγοντας για την υλοποίηση των αλλυτρωτικών εθνικών στόχων της Αλβανίας.
Περί το τέλος του 70 όπως του 80 είχαν ήδη διαφανεί οι τάσεις διαλύσεως της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας της Γ/Β. Τούτο, σε συνδυασμό με την αποδυνάμωση της εξουσίας στο Κόσσοβο, αποτέλεσμα της δράσης των εθνικιστών Κοσσοβάρων Αλβανών που καλλιεργούσαν από μακρού την ιδέα της ανεξαρτητοποιήσεως, οδήγησαν τον τότε Πρόεδρο της Σερβίας Σ. Μιλόσεβιτς με την συγκατάθεση των ομοσπονδιακών αρχών και την συναίνεση των Αλβανικών Κοσσοβαρικών Αρχών στην κατάργηση της ευρείας αυτονομίας η οποία είχε δοθεί στην περιοχή από τον Τίτο το 1974.
Οι Αλβανοί εθνικιστές αντέδρασαν και προκάλεσαν μαζικές και βίαιες εκδηλώσεις με αποτέλεσμα την ανάλογη αντίδραση των δυνάμεων ασφαλείας και την πρόκληση πολλών θυμάτων.
Με την έναρξη της διάλυσης της Γ/Β οι Αλβανοί Κοσσοβάροι ενθαρρυνθέντες ανακοινώνουν τη Δημοκρατία του Κοσσόβου με Πρόεδρο τον Ι. Ρουγκοβα και διακόπτουν κάθε συμμετοχή της κρατικής λειτουργίας με τη Νέα Γ/Β (Σερβία και Μαυροβούνιο που συγκροτήθηκε το 1992) οργανώνοντας δικές τους κρατικές αρχές.
Η λανθάνουσα αυτή κατάσταση των “δύο εξουσιών”στο Κόσσοβο συνεχίζεται κάτω από συνθήκες σχετικά ήρεμες, μέχρι το 1995. Όταν, με τη Συμφωνία του Ντέϋτον για την Βοσνία, διαφάνηκε ότι καμιά “εμβόλιμη” πρόβλεψη δεν είχε ληφθεί για το Κόσσοβο όπως ήλπιζαν οι Αλβανοί Κοσσοβάροι, αρχίζει μια γενικευμένη αντίδραση με χρήση ένοπλης βίας και τρομοκρατίας, που οδήγησαν βαθμιαία σε μια κλιμάκωση που έλαβε πλέον και μορφή ανοικτής σύγκρουσης μεταξύ των δύο εθνοτήτων του Κοσσόβου, Σέρβων και Αλβανών.
Η Αλβανική πλευρά με τη βοήθεια της Αλβανίας αλλά και των διεθνών ΜΜΕ παρουσίασε το θέμα ως αποτέλεσμα της καταπίεσης του καθεστώτος Μιλόσεβιτς.
Στη φάση αυτή ο ανταγωνισμός ΗΠΑ – Γερμανίας για τον έλεγχο της Βαλκανικής και ιδιαίτερα της περιοχής της πρώην Γ/Β ευαισθητοποιεί τις Μεγάλες Δυνάμεις, που μέχρι τώρα θεωρούσαν το θέμα του Κοσσόβου εσωτερικό θέμα της Γ/Β, υπέρ της Αλβανικής πλευράς και κατά του Μιλόσεβιτς που θεωρήθηκε υπεύθυνος για τα “μαρτύρια” και την “γενοκτονία” των Αλβανών του Κοσσόβου.
Το 1997 εμφανίζεται στο προσκήνιο ο Αλβανικός Απελευθερωτικός Στρατός του Κοσσυφοπεδίου (UCK ή KLA) και η αντίδραση των Αλβανών του Κοσσόβου λαμβάνει την μορφή οργανωμένου αντάρτικου κινήματος που γρήγορα κατόρθωσε να ελέγχει μεγάλες περιοχές του Κοσσόβου (Ανάλυση περί UCK στο Παράρτημα ΣΤ)
Ο UCK από απλή οργάνωση μετατρέπεται σύντομα σε “πανεθνικό κίνημα” και αρχίζει να αποκτά ανάλογη πολιτική δύναμη. Η κλιμάκωση των επιχειρήσεων στο Κόσσοβο οδηγεί στην εμπλοκή των Σερβικών Ενόπλων Δυνάμεων με επακόλουθο σφοδρές συγκρούσεις με εκατέρωθεν απώλειες και δημιουργία κύματος αλβανών προσφύγων προς την γειτονική περιοχή.
Στα μέσα του 1998 ο UCK αποκτά πλέον πολιτική ηγεσία (υπό το κόμμα του Αντεμ Ντεμάτσι) και διαμορφώνει πλέον πολιτική και στρατηγική “ανοικτής σύγκρουσης” με τους Σέρβους ώστε να προκληθεί η παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων και Διεθνών Οργανισμών.
Σαν αποτέλεσμα μετά από πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων και υπό την απειλή Νατοϊκής παρεμβάσεως περί τα τέλη του 1998 (Οκτώβριος) υπογράφηκε η Συμφωνία Χόλμπρουκ-Μιλόσεβιτς για την απόσυρση των Σερβικών δυνάμεων και την εγκατάσταση παρατηρητών του ΟΑΣΕ.
Παρά τα παραπάνω ο UCK εντείνει τη δράση του με αποτέλεσμα να επακολουθήσουν ευρείας εκτάσεως εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Σερβικού Στρατού με πολλά θύματα και εκτεταμένες καταστροφές και μεγάλο αριθμό προσφύγων.
Μετά την αντίδραση της διεθνούς κοινότητος για ανάληψη στρατιωτικής δράσης, οι εμπλεκόμενοι καλούνται σε συνομιλίες στο Ραμπουγιέ (Φεβρουάριος-Μάρτιος 1990 όπου ο UCK συμμετέχει στις κύριες συνομιλίες.
Ο Μιλόσεβιτς τελικά αρνείται την υπογραφή της Συμφωνίας Ειρήνης κυρίως λόγω της προβλέψεως δημοψηφίσματος μετά 3 έτη για το μελλοντικό καθεστώς του Κοσσόβου. Οι Αλβανοί (UCK και Ρουγκόβα) υπογράφουν μονομερώς.
Στα τέλη Μαρτίου 1999) αρχίζουν οι Νατοϊκοί βομβαρδισμοί κατά Σερβικών στόχων και εντείνονται οι επιχειρήσεις των Σέρβων με αποτέλεσμα νέα μεγάλα κύματα προσφύγων.
Στις 3 Ιουνίου 1999 ο Μιλόσεβιτς συμφωνεί για ειρήνη άνευ όρων. Ακολουθεί η Συμφωνία των Νατοϊκών Δυνάμεων KFOR και των Ενόπλων Δυνάμεων της ΟΔΓ της 9ης Ιουνίου) και την επομένη ημέρα εκδίδεται η απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Ποια είναι η σημερινή κατάσταση δύο χρόνια μετά.
Σ΄εφαρμογή της απόφασης 1244 του Σ.Α. του Ιουνίου 1999 και μετά την εγκατάσταση της λεγομένης αποστολής του ΟΗΕ στο Κόσσοβο (UNMIK) και της Ε.Δ. δυνάμεως 45.000 ανδρών γνωστής ως KFOR η περιοχή αποτελεί ουσιαστικά διεθνές προτεκτοράτο υπό την απόλυτη εξουσία και διοίκηση του ειδικού αντιπροσώπου του Γ.Γ. του ΟΗΕ.
Η UNMIK επιδιώκει μέσα από μια συνεργασία με τις τοπικές πολιτικές δυνάμεις να εξασφαλίσει μία λαϊκή συμμετοχή στην όλη διαδικασία σ΄ότι αφορά την διακυβέρνηση της περιοχής αλλά και την διαμόρφωση των θεσμών και θεσμικών οργάνων πάνω στο οποίο θα στηριχθεί το μελλοντικό καθεστώς του Κοσσόβου.
Μέχρι τώρα φαίνεται ότι οι γενικότερες θεσμικές, πολιτικές, διοικητικές και οικονομικές δομές που αναπτύσσει η UNMIK κόβουν τις γέφυρες με τη Σερβία και την ΟΔΓ και κατά συνέπεια το μελλοντικό καθεστώς του Κοσσόβου, ανεξάρτητα το πώς θα ονομασθεί, εάν δεν είναι μια πλήρης απόσχιση και ανεξαρτησία θα είναι κάτι πολύ παραπάνω από την προβλεπομένη από την απόφαση 1244 “ουσιαστική αυτονομία”.
Στο τομέα της τάξεως και ασφαλείας εξ άλλου η UNMIK δεν φαίνεται να έχει πετύχει ικανοποιητικά αποτελέσματα. Κύμα βιαιοτήτων όπως δολοφονίες, εμπρησμοί και ανατινάξεις οικιών, εκκλησιών, πολιτισμικών σημείων, σχολείων κυρίως κατά των Σέρβων συνεχίζονται σποραδικά μέχρι σήμερα.
Από πλευράς Σέρβων, οι παραμένοντες περίπου 120.000 έχουν συγκεντρωθεί σε θύλακες προστατευόμενοι από την KFOR κυρίως στις περιοχές Μιτρόβικα, Πρίστινα, Γκρατάνικα και την ευρεία κοιλάδα Πρεσέβου. Γενικά απέχουν από τις διαδικασίες της UNMIK και προσπαθούν να διεθνοποιήσουν το όλο πρόβλημα για την επιβίωσή τους, την εξασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την ασφαλή επάνοδο των προσφύγων.
Ο UCK διαλύθηκε (Σεπτέμβριος 1999) και παρέδωσε τον οπλισμό του στις Ε.Δ. Θεωρείται όμως βέβαιο ότι ένα μέρος του οπλισμού δεν παραδόθηκε και εναποθηκεύτηκε στο Κόσσοβο ενώ ένα άλλο μέρος μεταφέρθηκε σε κρύπτες στα Σκόπια και Αλβανία.
Με τη διάλυση του UCK το σύνολο σχεδόν των μαχητών εντάχθηκε στο λεγόμενο Σώμα Προστασίας Κοσσόβου ένα είδος πολιτικής εθνοφυλακής που είναι όμως οργανωμένο με καθαρά στρατιωτική δομή και με Διοικητές τα πρώην στελέχη της οργάνωσης.
Περαιτέρω ο UCK μεταλλάχθηκε σε πολιτικό κόμμα ακροεθνικών τάσεων, το Δημοκρατικό Κόμμα Κοσσόβου (PDC) με Πρόεδρο τον πρώην Αρχηγό του UCK Χακίμ Θάτσι ανταγωνιστικό του Κόμματος της Δημοκρατικής Λίγκας του Κοσσόβου του μετριοπαθούς Ι. Ρουγκόβα.
Τα παραπάνω δύο μεγαλύτερα αλβανικά κόμματα βρίσκονται σε συνεχή ένταση και αντιπαλότητα προσπαθώντας να πετύχουν καλύτερη πρόσβαση στη μελλοντική πολιτική εξουσία του Κοσσυφοπεδίου.
Εκεί όμως που συμφωνούν και εμμένουν είναι το ότι η μελλοντική πλήρης ανεξαρτητοποίηση του Κοσσόβου αποτελεί την μόνη αποδεκτή λύση, λύση που προφανώς δεν ταυτίζεται με τις σχετικές προβλέψεις της απόφασης 1244 του Σ.Α.
«Η ανεξαρτητοποίηση του Κοσσόβου αποτελεί για πολλούς την πρώτη φάση υλοποίησης του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού για τη δημιουργία της Μεγάλης Αλβανίας, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι οι Αλβανοί πολιτικοί ηγέτες όταν αποκτήσουν την εξουσία δύσκολα θα την παραχωρήσουν και ίσως προτιμήσουν τη δημιουργία μιας δεύτερης Αλβανίας με βάση το Κόσσοβο και προσάρτηση των γύρω περιοχών Μαυροβουνίου, Νοτ. Σερβίας και Σκοπίων που κατοικούνται κατά πλειοψηφία από Αλβανούς».
Η κατάσταση στο Πρέσεβο της Ν.Σερβίας
Η Κοιλάδα του Πρεσέβου κατοικείται κυρίως από αλβανόφωνους (περίπου 100.000) οι οποίοι συγκεντρώνονται στις πόλεις Πρέσεβο, Μενβέντια, Μπουγιάνοβατς και τα πέριξ χωριά, πολλά των οποίων βρίσκονται στην “εξαιρέσιμη ζώνη” των 5 μιλίων που εκτείνεται κατά μήκος των συνόρων Κοσσόβου και Σερβίας.
Η περιοχή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη Σερβία και την ΟΔΓ αφού απ΄αυτήν διέρχεται ο κύριος άξονας που συνδέει τη χώρα με τους νοτίους γείτονες (ΠΓΔΜ και Ελλάδα) και αποτελεί την κυρία εμπορική είσοδο μεταξύ Μέσης Ανατολής-Βαλκανίων και Κεντρικής Ευρώπης.
Παρά το ότι δεν υπάρχουν εμφανείς αμφισβητήσεις των θεσμών της Σερβίας όπως στην εκπαίδευση και την υγεία όπως συνέβη στο Κοσσυφοπέδιο σε ένα τοπικό δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε το 1991 αλλά δεν αναγνωρίσθηκε από τη Σερβική Κυβέρνηση, οι κάτοικοι της περιοχής ψήφισαν κατά συντριπτική πλειοψηφία υπέρ της εδαφικής και πολιτικής αυτονομίας.
Τελικά οι επιδιώξεις των αλβανοφώνων της περιοχής δεν φαίνονται να είναι σαφείς. Από τη μια πλευρά αναφέρονται στην επιδίωξη αυτονομίας εντός όμως της Σερβίας, κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, από την άλλη όμως φαίνεται ότι διαμορφώνονται και τάσεις όμοιες με εκείνες της περιοχής του Κοσσόβου.
Τον Ιανουάριο του 2000 στην περιοχή αυτή εμφανίστηκε ο αυτοαποκαλούμενος Απελευθερωτικός Στρατός του Πρέσεβο, Μεντβέντια και Μπουγιάνοβατς (ΑΣΠΜΜ) με εκρήξεις βομβών, ενέδρες κατά αστυνομικών περιπόλων, ένοπλες επιθέσεις και άλλες τρομοκρατικές ενέργειες με αποτέλεσμα την ανάλογη αντίδραση των Δυνάμεων Ασφαλείας της Σερβίας.
Ο ΑΣΠΜΜ υποστηρίζει ότι δημιουργήθηκε για να προστατέψει τον αλβανικό πληθυσμό της περιοχής την οποία αποκαλεί “Κόσσοβο, Μέρος 2ο” από την καταπίεση και τους διωγμούς της Σερβικής εξουσίας λόγω της οποίας 30.000 περίπου Αλβανοί έχουν εξαναγκαστεί να εκπατριστούν.
Οι Σέρβοι από την άλλη πλευρά υποστηρίζουν ότι η ένταση που είχε δημιουργηθεί στο Πρέσεβο ήταν το αποτέλεσμα συγκεκριμένου σχεδίου αποσταθεροποίησης της περιοχής, κατά τα πρότυπα της κρίσης του Κοσσυφοπεδίου, το οποίο είχε τεθεί σε εφαρμογή από τον UCK με σαφή σκοπό τη δημιουργία έντασης και ταραχών ώστε να προκληθούν ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των Αλβανών και των δυνάμεων ασφαλείας της Σερβίας (στρατού και αστυνομίας) ώστε τελικά να προκληθεί η παρέμβαση του ΝΑΤΟ και η κατοχή της περιοχής.
Η δράση των Αλβανών εξτρεμιστών κλιμακώθηκε ιδιαίτερα στα μέσα Νοεμβρίου 2000 λίγο μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Β. Κοστούνιτσα και συνέπεσε χρονικά με ανάλογη έξαρση της δράσης των Αλβανών του Κοσσόβου.
Η ΟΔΓ ενίσχυσε τις στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή και ζήτησε από την KFOR και το ΝΑΤΟ την εντατικοποίηση ελέγχου της Α.Ζ. στην περιοχή από Δε τον Γ.Γ. των Η.Ε. την τροποποίηση της Συμφωνίας απαγόρευσης εισόδου των Γ/Β Δυνάμεων στην αποστρατικοποιημένη ζώνη.
Παράλληλα ο Πρωθυπουργός της Σερβίας Ζόραν Τζίντζιτς προωθεί ένα σχέδιο αποκατάστασης της ηρεμίας στην περιοχή που εκπονήθηκε υπό την επίβλεψη του εκπροσώπου του Γ.Γ. του ΟΗΕ κ. Καρλ Μπίζεν και προβλέπει μέτρα για την ένταξη των αλβανοφώνων στην πολιτική και κοινωνική ζωή της Σερβίας, τον σεβασμό των δικαιωμάτων και την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής.
Οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, παρά το ότι είχε έγκαιρα πληροφορίες για τη δράση των αλβανών ανταρτών δια μέσου της Α.Ζ. μη επιθυμώντας μία άμεση εμπλοκή περιορίσθηκαν στο να εκφράσουν επίσημα την αντίθεσή τους για τις ενέργειες των Αλβανών ενώ κάποια πρόσθετα μέτρα ελήφθησαν στην Α.Ζ. Μετά τα παραπάνω και μετά την έγκριση εισόδου των Γ/Β δυνάμεων στην αποστρατικοποιημένη ζώνη ανεστάλη η δραστηριότητα των Αλβανών του ΑΣΠΜΜ πιθανόν διότι προέκυψε και διάσταση στο εσωτερικό του δηλώνοντας όμως ότι υπό προϋποθέσεις θα ξαναρχίσουν τον ένοπλο αγώνα.
Σκόπια (ΠΓΔΜ)
Το κυριότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα Σκόπια είναι το εθνοτικό το οποίο αν και έχει τις ρίζες του στο παρελθόν ήλθε στην επιφάνεια με ιδιαίτερη ένταση μετά την ανεξαρτητοποίηση της χώρας αυτής όταν οι Σλαβομακεδόνες καθαρά για εθνικιστικούς λόγους υποβάθμισαν την αλβανική εθνότητα σε μειονότητα.
Έτσι η αλβανική πλευρά του 21% του πληθυσμού αντέδρασε προβάλλοντας συνεχή αιτήματα κυρίως σ΄ότι αφορά στην συνταγματική αναβάθμισή τους σε ισότιμη εθνότητα και την συμμετοχή στην εξουσία.
Στην ουσία πίσω από τα περί δικαιωμάτων εμφανή και επίσημα αιτήματα της αλβανικής εθνότητας υποκρύπτονται έντονες φυλετικές, εθνολογικές, θρησκευτικές, κοινωνικές και οικονομικές αντιθέσεις και διαφορές που κρατούν τις δύο εθνότητες σε απόσταση.
Από τις αρχές του Μαρτίου 2001 Αλβανοί αντάρτες προερχόμενοι από το Κόσσοβο εισήλθαν στην συνορεύουσα περιοχή του Τετόβου της ΠΓΔΜ και άρχισαν τον ένοπλο αγώνα. Οι συγκρούσεις με την αστυνομία γενικεύθηκαν ταχύτατα ώστε η Κυβέρνηση των Σκοπίων να βρεθεί στην ανάγκη να εμπλέξει τον Στρατό ο οποίος και τελικά απώθησε τους αντάρτες πέραν των συνόρων χωρίς όμως να σταματήσουν οι σποραδικές συγκρούσεις οι οποίες επαναλήφθηκαν(Μάϊος2001) με ιδιαίτερη ένταση αυτή τη φορά στην περιοχή Κουμανόβου.
Εξ άλλου ο Πρόεδρος Τραϊκόφσκι, μετά από πιέσεις των ΗΠΑ και των διεθνών οργανισμών (ΕΕ, Ομ.Επαφές κ.λ.π) συγκρότησε τον Μάϊο του 2001 μία κυβέρνηση εθνικής ενότητας με τη συμμετοχή των αλβανικών κομμάτων και άρχισε διαδικασίες διαλόγου με την Αλβανική πλευρά για συνταγματικές μεταρρυθμίσεις και δικαιώματα και συμμετοχή στην εξουσία ενώ παράλληλα συνεχίζονται οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Στρατού των Σκοπίων κατά των ανταρτών.
Παρά τα παραπάνω οι συγκρούσεις με τον UCK συνεχίσθηκαν μέχρι τις άρχές Αυγούστου .
Τελικά μετά από πολλές παλινδρομήσεις της αλβανικής πλευράς και πιέσεις εκ μέρους της Διεθνούς Κοινότητας προς την κυβέρνηση των Σκοπίων επιτυγχάνεται στις 8 Αυγ.2001 συμφωνία στην Αχρίδα μεταξύ σλαβομακεδονικών και αλβανικών κομμάτων με βάση την οποία θα εφαρμοσθεί άμεση εκεχειρία και στην συνέχεια θα αφοπλισθεί ο UCK τμηματικά σε ανάλογα με την εφαρμογή των συνταγματικών μεταρρυθμίσεων που απεδέχθησαν οι Σλαβομακεδόνες υπέρ της αλβανικής πλευράς.(αναγνώριση ως ισότιμη εθνότητα,αναγνώριση της αλβανικής γλώσσας όπου οι αλβανοί είναι το τουλάχιστον το 20%,συμμετοχή στη αστυνομία κ.λ.π) .
Το ΝΑΤΟ ανέπτυξε μία δύναμη 3.500 ανδρών για την υλοποίηση της διαδικασίας αφοπλισμού(Επιχείρηση Essentiall Harvest) που συμφωνήθηκε τελικά σε 3000 όπλα.
Πολλοί είναι εκείνοι που πιστεύουν ότι έχει ήδη αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για σοβαρές πολιτειακές αλλαγές στα Σκόπια που θα οδηγήσουν στην πλέον αισιόδοξη περίπτωση σε αυτονομία της περιοχής Τετόβου-Γκόστιβαρ, Κοσσόβου ή και ακόμη σε καντονοποίηση ή ομοσπονδοποίηση των Σκοπίων με συμμετοχή δύο ισοτίμων κρατικών οντοτήτων.
Συμπερασματικά:
Οι εξελίξεις στο Κοσσυφοπέδιο, Νότια Σερβία και Σκόπια σαφώς οδηγούν στην εκτίμηση ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Βαλκανική δεν θα πρέπει να εξετάζονται πλέον με κύριο σημείο αναφοράς την τύχη της ΟΔΓ ή και της Σερβίας αλλά κυρίως σε σχέση με τις αλλυτρωτικές αλβανικές επιδιώξεις για τη δημιουργία της Μεγάλης Αλβανίας. Τούτο διότι :
Οι εξελίξεις στη Νότια Σερβία και Σκόπια σαφώς ακολουθούν τον ίδιο “κύκλο” με εφαρμογή της εθνικής στρατηγικής που εφαρμόσθηκαν επιτυχώς στο Κόσσοβο και εστιάζονται στο γενικότερο στόχο του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού.
Ειδικότερα :
Οι περιοχές “εθνικοί στόχοι” αφορούν γνωστές περιοχές της Μεγάλης Αλβανίας που κατοικούνται από πλειοψηφία του αλβανικού στοιχείου.
Επιδιώκεται με δράση του UCK η ένοπλη αντίδραση των κυβερνητικών και η αντίδραση του τοπικού στοιχείου των άλλων εθνικοτήτων (Σέρβοι, Σλάβοι) με αποτέλεσμα να υφίσταται τις δυσμενείς εξελίξεις το τοπικό αλβανικό στοιχείο και να δημιουργούνται ανάλογες αντιδράσεις.
Επιδιώκεται η περαιτέρω κλιμάκωση ώστε να γενικεύονται οι αντιδράσεις και να δημιουργούνται διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των Αλβανών και των άλλων εθνικοτήτων και να συνεγείρεται η διεθνής κοινότητα.
Επιδιώκεται η υλοποίηση των πολιτικών στόχων, δηλαδή αυτονομία, απόσχιση και τελική ανεξαρτησία μέσω των παρεμβάσεων της Διεθνούς Κοινότητας,(διεθνοποίηση προβλήματος, παρέμβαση, δημιουργία προσωρινού Διεθνούς προτεκτοράτου).
Ταυτόχρονη πολιτικοποίηση του UCK κατά περιοχή (συμμετοχή στις συνομιλίες, δημιουργία πολιτικών κομμάτων κ.λ.π) ώστε να διεκδικήσουν μελλοντικά την εξουσία στο κράτος που θα προκύψει.
Ενσωμάτωση των αποσχισθέντων περιοχών αρχικά μεταξύ τους (Κόσσοβο, Πρέσεβο, Σκόπια), και μακροπρόθεσμα με την Αλβανία. Η εφαρμογή της παραπάνω στρατηγικής τουλάχιστον κατά τα αρχικά στάδια προϋποθέτει κατ΄ελάχιστο :
Την ύπαρξη αλβανικού στοιχείου στη διεκδικούμενη περιοχή για την υλοποίηση του βασικού πολιτικού στόχου που είναι η δημιουργία εθνοτικού χώρο (ύπαρξη εθνότητας σε συγκεκριμένο χώρο) αλλά και ως μέσον για την εφαρμογή της ανάλογης στρατηγικής προς αυτή την κατεύθυνση (υποκίνηση, αντίδραση, κλιμάκωση, διεθνοποίηση του θέματος, παρέμβαση διεθνούς κοινότητας).
Την αδυναμία του κράτους στο οποίο δημιουργείται η κρίση από πλευράς διεθνούς θέσεως, στρατιωτικής ισχύος ώστε να είναι δυνατή η στρατηγική και τακτική που εφαρμόζει ο UCK αλλά και να είναι νοητή η παρέμβαση της διεθνούς κοινότητας.
• Ανακίνηση του Ζητήματος των Τσάμηδων
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και στα πλαίσια μιας έντονης τάσης προβολής εθνικιστικών θεμάτων που σχέση είχαν με τον Αλβανικό Μεγαλοϊδεατισμό (υπό την μορφή της υποστήριξης των δικαίων των εκτός Αλβανίας καταπιεζομένων Αλβανών) τόσο διεθνώς όσο και στο εσωτερικό, ανακινείται και το ζήτημα των Τσάμηδων.
Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό το ότι ενώ το υπόψη ζήτημα δεν απετέλεσε ποτέ κύριο θέμα της επίσημης αλβανικής πολιτικής εν τούτοις αναπτύχθηκε ευθύς εξ αρχής μια έντονη δραστηριότητα τόσο στο εσωτερικό όσο και μεταξύ των Αλβανών της Διασποράς για την προβολή του και απετέλεσε ένα από τα θέματα εσωτερικής πολιτικής για το οποίο ουδέποτε υπήρξε διάσταση απόψεως μεταξύ των διαφόρων πολιτικών τάσεων και κομμάτων.
Η όλη δραστηριότητα αναπτύσσεται πολύπλευρα τόσο διεθνώς όσο και στο εσωτερικά κατά διάφορους τρόπους όπως :
• Δημιουργία οργανώσεων που εκπροσωπούν αποκλειστικά τους Τσάμηδες.
• Διεθνής προβολή του θέματος είτε μέσω άλλων αλβανικών οργανώσεων της διασποράς που το περιλαμβάνουν ως ένα από τα “εθνικά” αλβανικά θέματα είτε μέσω του Διαδικτύου.
• Εκπροσώπηση σε διάφορες διεθνείς οργανώσεις με χαρακτήρα υποστήριξης ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
• Προσφυγή προς διεθνείς οργανισμούς για την προβολή του θέματος και πρόκληση κάποιων ευνοϊκών αποφάσεων.
• Δημιουργία “αυθορμήτων” λαϊκών αντιδράσεων διαμαρτυρίας έναντι της Ελλάδος.
• Εξασφάλιση διεθνούς υποστηρίξεως από άλλα κράτη (Τουρκία).
• Σύνδεση του θέματος με τον θρησκευτικό φονταμεταλισμό-ισλαμισμό).
• Σύνδεση του θέματος με τις Βαλκανικές εξελίξεις και τη δράση του UCK.
(Eνδεικτικές Δραστηριότητες Δηλώσεις για το Ζήτημα των Τσάμηδων φαίνονται στο Παράρτημα “Ε”). Ειδικότερα κατά περίπτωση :
Οργανώσεις
Από το 1991 ιδρύεται ο “Πολιτικός Πατριωτικός Σύνδεσμος Τσαμουριάς” ή απλώς “Τσαμουριά” με την αγγλική προσωνυμία “Cameria National Political Association” ή “CAMERIA” .
Μία από τις κύριες δραστηριότητες του Συνδέσμου είναι η διοργάνωση “Εθνικών Συνδιασκέψεων των Τσάμηδων” με συμμετοχή των απανταχού Τσάμηδων της διασποράς.
Με την ίδρυσή του οργανώνεται στα Τίρανα, το πρώτο Συνέδριο όπου ανακοινώνεται ότι : “ακούστηκε επιτέλους η φωνή της Τσαμουριάς που φτάνει μέχρι την Πρέβεζα”.
Περαιτέρω κατά καιρούς ο Σύνδεσμος έκανε διάφορες προσφυγές σε διεθνείς οργανισμούς, επιστολές σε ξένες κυβερνήσεις, δηλώσεις κ.λ.π. Η τελευταία δήλωση (27 Ιουνίου 2001) που έγινε από τον Πρόεδρο του Συνδέσμου Μπέντρι Μουτάφι στρέφεται κατά της Ελλάδος με την ευκαιρία της επετείου της “γενοκτονίας” των Τσάμηδων (27 Ιουνίου 1944) σε συγκέντρωση 500 περίπου ατόμων περιγράφει τα κύρια σημεία των θέσεων της οργάνωσης που οριοθετούν και τις αντίστοιχες επιδιώξεις που είναι :
Οι Έλληνες διέπραξαν το 1944 γενοκτονία .
Στην Αλβανία ζουν 300.000 Τσάμηδες σαν μετανάστες. Τα εδάφη που τους ανήκουν βρίσκονται στην Ελλάδα.
Τα αιτήματα είναι :
Επιστροφή των Τσάμηδων στα εδάφη τους.
Επιστροφή των περιουσιών τους.
Αποζημίωση για τις περιουσίες που κρατήθηκαν 57 χρόνια.
Ελεύθερη κυκλοφορία των Τσάμηδων στην Ελλάδα.
Η Ν.Α. Ευρώπη δεν θα ησυχάσει αν δεν λυθεί το πρόβλημα των Τσάμηδων.
Απηύθυνε ευχαριστίες προς το Τουρκικό ΥΠΕΞ για την υποστήριξη του θέματος των Τσάμηδων
• Διεθνής Προβολή του Θέματος των Τσάμηδων
Η διεθνής προβολή του θέματος των Τσάμηδων επιδιώκεται μέσω Οργανώσεων κυρίως της διασποράς και κυρίως μέσω του Διαδικτύου μέσω των σελίδων είτε του Συνδέσμου CAMERIA είτε άλλων οργανώσεων, είτε και μεμονωμένων ατόμων ή μέσω επισήμου πολιτείας .
Κύρια Ιστοσελίδα (Site) στο Διαδίκτυο έχει αναπτύξει η οργάνωση CAMERIA η οποία φαίνεται ότι αποτελεί και το κέντρο της αλβανικής προπαγάνδας για το θέμα.
Η υπόψη σελίδα (πολύ καλά οργανωμένη) βρίθει υπερβολών και ανακριβειών που όμως αποδεικνύουν την εφαρμοζόμενη πολιτική, στο θέμα της διεθνούς προβολής του Ζητήματος των Τσάμηδων και των μεθόδων που ακολουθούνται. Συγκεκριμένα :
• Οι Τσάμηδες αποτελούν αρχαιοτάτη αλβανική εθνότητα που κατοικούσε στην Τσαμουριά το όνομα της οποίας είναι αρχαιότερο της ονομασίας της Ηπείρου .
• Η Τσαμουριά εκτείνεται μέχρι Πρέβεζας. Οι χάρτες που περιλαμβάνονται παρουσιάζουν ως Τσαμουριά όλη την Ήπειρο. (Παρουσιάζεται και ο χάρτης του Παραρτήματος “Β”).
• Οι Έλληνες υπήρξαν εχθρικοί προς τους Τσάμηδες λόγω της αλβανικής ταυτότητας.των.
• Πριν τον Α΄και Β΄Π.Π. ο πληθυσμός των Τσάμηδων ήταν περίπου 93% Αλβανοί εκ των οποίων Μουσουλμάνοι κατά το 83%. Μετά τους δύο πολέμους ένα ποσοστό των μουσουλμάνων εκτοπίσθηκε. Μεταξύ 1913-1944 350.000 εστάλησαν στην Τουρκία και 150.000-300.000 εκτοπίσθηκαν στην Αλβανία και τη Σερβία.
• Κατά την διάρκεια του Β΄Π.Π. τα ελληνικά στρατεύματα επιτέθηκαν κατά των Τσάμηδων γι΄αυτό η κυβέρνηση Βλιώρα έστειλε στρατεύματα προς βοήθεια των Τσάμηδων.
• Οι Μεγάλες Δυνάμεις όμως μετά τον πόλεμο αποφάσισαν να δώσουν την Τσαμουριά στην Ελλάδα. Σαν αποτέλεσμα οι ελληνικές δυνάμεις του Στρατηγού Ζέρβα επιτέθηκαν κατά των Τσάμηδων και πολλοί αθώοι Αλβανοί σκοτώθηκαν.
• Σήμερα οι Αλβανοί της Τσαμουριά στην Ελλάδα (πανελληνίως) είναι περίπου ένα εκατομμύριο. Εάν προστεθούν οι Αρβανίτες σε άλλες περιοχές οι Αλβανοί στην Ελλάδα είναι περίπου τρία εκατομμύρια.
• Μνημονεύεται ως U.N. Resolution μια απόφαση του UNPO (Οργανισμού μη Εκπροσωπουμένων Λαών) υπέρ των Τσάμηδων που αφήνει την εντύπωση ότι πρόκειται για απόφαση του ΟΗΕ.
• Ιστορικές περιοχές του 1821 όπως Σούλι, Κούγκι αγώνες φέρονται ως Τσάμικα ακόμη και προσωπικότητες του αγώνα όπως ο Μάρκος Μπότσαρης φέρονται ως Τσάμηδες Αλβανοί.
Σε παρόμοιο κλίμα κινούνται και πλείστες άλλες οργανώσεις των Αλβανών διασποράς οι οποίες “φιλοξενούν” το θέμα των Τσάμηδων όπως :
• Δίκτυο Πληροφοριών FROSINA.
• ΝΑΤΙΟΝAL ALBANIAN AMERICAN COUNCIL.
• ALBANIAN WORLD WIDE WEB.
• ALBANIAN CIVIC LEAGUE.
• ALBANIAN ISLAMIC WORLD.
Παράλληλα φαίνεται ότι με το θέμα ασχολούνται και μεμονωμένα άτομα τα οποία δημοσιεύουν διάφορα θέματα σχετικά με τους Τσάμηδες φιλοξενούμενοι σε διατιθέμενες Ιστοσελίδες μεγάλων Servers (Yahoo, Geocities κ.λ.π).
Εκ των παραπάνω φαίνεται ότι :
• Η ανεπίσημη αλβανική προπαγάνδα περί Τσάμηδων χρησιμοποιεί ευρέως το διαδίκτυο είτε μέσω οργανώσεων που δικτυώνονται είτε και ατομικά.
• Τα κύρια θέματα που προβάλλονται είναι πέραν κάθε ιστορικής αληθείας Με τους τομείς που θίγονται, επιδιώκεται :
Να δοθεί ιστορική υπόσταση στους Τσάμηδες και την Αλβανική καταγωγή τους.
Να παγιωθεί ο ταυτισμός Τσάμηδων και Τσαμουριάς ιστορικά με την οικειοποίηση διαφόρων γνωστών προσωπικοτήτων (Πύρος, Μέγας Αλέξανδρος κ.λ.π) και την συμμετοχή των Τσάμηδων σε εθνικούς αγώνες κυρίως κατά την περίοδο της επανάστασης του 1821.
Να παρουσιασθεί μια μεγάλη πληθυσμιακή οντότητα των Τσάμηδων η οποία μάλιστα βρίσκεται μέχρι και σήμερα στην Ελλάδα (περίπου 1 εκατ.) ενώ αναφέρεται και το υπερβολικό σύνολο (περίπου 3 εκατομμύρια) των εν γένει Αλβανών στη χώρα μας αν υπολογισθούν και οι Αρβανίτες.
Να δικαιολογηθεί η στάση των Αλβανών και Τσάμηδων ιδία κατά τον Β΄Π.Π. και να κατηγορηθεί η Ελλάδα για εχθρότητα και επιθετικότητα έναντι των Τσάμηδων και μάλιστα των Μουσουλμάνων Τσάμηδων που οδήγησαν σε διαδοχικές απελάσεις, δολοφονίες αμάχων και άλλου είδους εγκλήματα ιδιαίτερα από τον ΕΔΕΣ. Παράλληλα να διαφαίνεται ότι κατά οι εκάστοτε διώξεις των Τσάμηδων επικεντρώθηκαν στο Μουσουλμανικό στοιχείο δίνοντας έτσι και την διάσταση των Θρησκευτικών διώξεων.
Να πείσει (παραπλανητικά) ότι το θέμα Τσάμηδων έχει διεθνοποιηθεί και υπάρχουν επίσημες αποφάσεις διεθνών οργανισμών.
• Εκπροσώπηση σε διάφορους Διεθνείς Οργανισμούς
Η Τσαμουριά φέρεται ως μέλος του UNPO (Οργανισμός μη Εκπροσωπουμένων Κρατών και Λαών (UNREPRESENTED NATIONS AND PEOPLES ORGANIZATION) από το 1995 . O UNPO ιδρύθηκε το 1991 με έδρα τη Χάγη και έχει σκοπό την προώθηση των επιδιώξεων των λαών αυτών με ειρηνικά μέσα. Σήμερα φέρεται να έχει 5 μέλη. Υπόψη ως μέλος φέρεται και η Βόρειος Ήπειρος.
Το 1995 ο UNPO έβγαλε μια απόφαση με την οποία :
• Αναγνωρίζεται η βιαία απομάκρυνση των Τσάμηδων.
• Υπολογίζονται οι Τσάμηδες της Αλβανίας περίπου σε 150.000 (το 1995).
• Επισημαίνεται ότι η Ελλάδε δεν διαπραγματεύεται με την νόμιμη εκπροσώπηση των Τσάμηδων και δεν τους επιτρέπει να επισκεφθούν την Τσαμουριά.
• Ζητείται :
Η επιστροφή των περιουσιών.
Ο επαναπατρισμός των.
Η αναγνώριση των διεθνών δικαιωμάτων.
Η υπόψη απόφαση προβάλλεται από το σύνολο περίπου της αλβανικής προπαγάνδας και διεθνούς αναγνώρισης του θέματος των Τσάμηδων.
• Προσφυγή σε Αναγνωρισμένους Διεθνείς Οργανισμούς για την Αναγνώριση του Θέματος
Το 1993 ο ΟΑΣΕ έθεσε θέμα στην Αλβανική Κυβέρνηση σ΄ότι αφορά τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας της Βορ. Ηπείρου (Σεπτέμβριος 1993). Επακολούθησε επίσκεψη επιτροπής του ΟΑΣΕ στη Βόρειο Ήπειρο (17 έως 23 Οκτωβρίου 1993) για το θέμα. Κατά την συνάντηση της επιτροπής με τον Πρόεδρο Μπερίσα αυτός έθεσε θέμα μειονότητας των Τσάμηδων Αλβανών που ζουν στην Ελλάδα. Με την από 2 Νοεμβρίου 1994 ο Επίτροπος για τις Μειονότητες του ΟΑΣΕ (Μ.Βαν ντε Στουλ) μεταξύ άλλων γνωρίζει στο Αλβανικό ΥΠΕΞ ότι κατά τη συζήτηση που είχε με τον Έλληνα ΥΠΕΞ (Κ.Παπούλια) έλαβε διαβεβαιώσεις ότι δεν υπάρχει καμιά αλβανική μειονότητα Τσάμηδων στην Ελλάδα. Οι Τσάμηδες λόγω της εκτεταμένης συνεργασίας που είχαν με τις δυνάμεις κατοχής το 1940-1944 μετά την απελευθέρωση, ζήτησαν καταφύγιο στην Αλβανία και αναρωτήθηκε (ο κ. Παπούλιας) γιατί ο Μπερίσα έγειρε τέτοιο θέμα.
Στις 9 Νοεμβρίου 1994 ο Αλβανός ΥΠΕΞ απαντά στον Βαν ντε Στουλ και αναφέρει επί του θέματος ότι :
• Η Αλβανία ζητά την αναγνώριση των δικαίων της Αλβανικής μειονότητας στην Ελλάδα οι οποίοι παραμένουν στην Τσαμουριά μετά την βιαία απομάκρυνση χιλιάδων Αλβανών μετά τον Β΄Π.Π. όπως επίσης και των Αλβανών που ζουν σε άλλες περιοχές της Ελλάδος γνωστών ως Αρβανίτες.
• Η Ελλάς αρνείται να τους αναγνωρίσει την παρουσία και την Εθνική ταυτότητα παρά το ότι ξένοι παρατηρητές όπως η Ομοσπονδιακή Ένωση Ευρωπαίων Εθνοτήτων (FUEN) με αναφορά της (Μάϊος 1994) αναφέρει τις Βρετανικές Ομάδες Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Ελσίνσκι (Μάϊος 1994), η επιστολή απάντηση (Μάϊος 1994) του ΥΠΕΞ των ΗΠΑ προς τον Σύνδεσμο των Αμερικανο-Αλβανικών Θρησκευτικών Εκπαιδευτικών-Κοινωνικών Κοινοτήτων κ.λ.π.
Εκ των προαναφερθέντων καθίσταται εμφανές ότι η επίσημη αλβανική πολιτική επιδιώκει την αναγνώριση από επίσημους διεθνείς οργανισμούς και κυβερνητικής ύπαρξης μειονότητας Τσάμηδων (και Αρβανιτών) στην Ελλάδα, όχι μόνο για να διεκδικήσει τα “δικαιώματά” της αλλά και κατά κύριο λόγο να έχει ένα πολιτικό αντίβαρο σε σχέση με το θέμα της μειονότητας της Βορ. Ηπείρου.
• Δημιουργία “Αυθορμήτων” Λαϊκών Αντιδράσεων και Διαμαρτυρία κατά της Ελλάδος
Ενδεικτικά αναφέρονται :
• Στις 9-2-92 εξαγριωμένοι Αλβανοί Τσάμηδες καταστρέφουν και λεηλατούν στους Αγ. Σαράντα καταστήματα Βορειοηπειρωτών με την ανοχή της αστυνομίας όπως επίσης και τα γραφεία της “Ομόνοιας”.
• Στις 27 Ιουνίου 2001 κατά τον εορτασμό της επετείου για την γενοκτονία των Τσάμηδων, όπως προαναφέρθηκε, ένας αριθμός Τσάμηδων κινήθηκε, μετά το πέρας της ομιλίας του Προέδρου του Συνδέσμου Τσαμουριάς, προς την Ελληνική Πρεσβεία των Τιράνων την οποία και πολιόρκησαν με αποτέλεσμα να χρειασθεί η επέμβαση της αστυνομίας.
Τα παραπάνω ενδεικτικά αναφέρονται και για να επισημάνουν μία εκ των μεθόδων προβολής του θέματος αλλά και το γεγονός ότι το θέμα συνδυάσθηκε σε κάποια φάση με την ελληνική μειονότητα της Βορ. Ηπείρου και μάλιστα την πολιτική εκπροσώπησή της.
• Εξασφάλιση Διεθνούς Υποστήριξης από άλλα Κράτη (Τουρκία)
Η Ιστοσελίδα του Τουρκικού ΥΠΕΞ στο Διαδίκτυο καλύπτει στο τμήμα «Εξωτερική Πολιτική» το θέμα “Εθνικοί Αλβανοί στην Ελλάδα, Αλβανοί Τσάμηδες”, όπως επίσης σε άλλη σελίδα “Μια δικαία και ειρηνική λύση για το πρόβλημα των Αλβανών στην Ελλάδα”.
Η ανάλυση που κάνει αναφέρεται στην ιστορική καταγωγή των Τσάμηδων, την εκκαθάριση και γενοκτονία κατά το 1944, την παρούσα κατάσταση κ.λ.π. Αξιοσημείωτο είναι ότι αρκετά από τα σημεία της αναφοράς είναι “αυτολεξεί” όμοια με ανάλογα σημεία των ιστοσελίδων Αλβανικών Οργανώσεων σ΄ότι αφορά κυρίως τις καταστάσεις των Τσάμηδων (κείμενο “Μια Δικαία Λύση” κ.λ.π).
Παρόμοια εκτεταμένη αναφορά γίνεται και σε Σελίδα του Διαδικτύου του ΥΠΕΞ του ψευδοκράτους του Ντεκτάς στην Β.Κύπρο με τον τίτλο “Ο Ελληνικός Μύθος για την Εθνική Προέλευση των Μειονοτήτων και Ελληνικός Επεκτατισμός”.
Το θέμα των Τσάμηδων και ο Μουσουλμανικός Φονταμεταλισμός
• Κατά την ιστορική ανασκόπηση (Τμήμα 1) διεφάνει πλήρως ότι ο εξισλαμισμός των Τσάμηδων υπήρξε η κυρία αιτία του διαχωρισμού τους ως πληθυσμιακή κοινότητα στην περιοχή Θεσπρωτίας, έκτοτε δε απετέλεσε και την κυριότερη αιτία αντιπαλότητας και εχθρότητας προς τους Έλληνες χριστιανούς-ορθόδοξους.
• Είναι γνωστό εξ άλλου ότι ο αλβανικός πληθυσμός είναι κατά το μεγαλύτερο ποσοστό τους Μουσουλμάνοι η δε Αλβανία, ως κράτος είναι μέλος της συνδιάσκεψης των Ισλαμικών κρατών.
• Κύριο εξ άλλου χαρακτηριστικό των περιοχών που αποτελούν και τους αλλυτρωτικούς στόχους του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού είναι ότι κατοικούνται στο σύνολό από Μουσουλμάνους.
• Κατά πληροφορίες εξ΄άλλου ο UCK χρηματοδοτείται κατά ένα μέρος από ένα Κέντρο Ισλαμικών Οργανώσεων. Η αμφίδρομη διασύνδεση εξ΄άλλου Τουρκίας-Αλβανίας έχει τον Μουσουλμανισμό ως κύριο έρεισμα των διμερών σχέσεων και με το ίδιο πνεύμα κινείται και τώρα για το θέμα των Τσάμηδων. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Ιστοσελίδα του Τουρκικού ΥΠΕΞ αναφέρονται ότι :
• Κατά την ενσωμάτωση της Ηπείρου στην Ελλάδα (1912-1923) και σε σχέση με τους ορθοδόξους Αλβανούς στόχος(των ελλήνων) ήταν οι Μουσουλμάνοι που εξανδραποδηθησαν και απελάθηκαν.
• Η μοίρα των ορθοδόξων Αλβανών δεν ήταν τόσο δύσκολη όσο των αδελφών τους Μουσουλμάνων όταν ήλθε η στιγμή να διατηρήσουν την εθνική τους οντότητα.
Είναι εξ άλλου χαρακτηριστικό ότι μια από τις πλέον σημαντικές Ιστοσελίδες προπαγάνδας του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού η οποία εκτεταμένα αναφέρεται στο θέμα των Τσάμηδων είναι αυτή της Οργάνωσης «Αλβανο-Ισλαμικός Κόσμος» (Albanian- Islamic World) η οποία (Ιστοσελίδα) φιλοξενείται από την Μουσουλμανική κίνηση στο Διαδίκτυο (MOUSLIMS ON LINE).
Γενικά εκτιμάται ότι το θέμα των Τσάμηδων μεταξύ των άλλων επηρεάζεται και από τον Μουσουλμανικό φονταμεταλισμό ο οποίος αποτελεί ισχυρότατο κίνητρο αλληλεγγύης μεταξύ των Μουσουλμανικών λαών της Βαλκανικής και όχι μόνο.
Σύνδεση του Θέματος με τις Βαλκανικές Εξελίξεις και τη Δράση του UCK
“To Κόσσοβο είναι μόνο η αρχή δημιουργίας του πραγματικού κράτους”, έγραφε στις 7 Φεβρουαρίου 1999 η εφημερίδα “Αλβανία” που πρόσκειται στον Αρχηγό της Αντιπολίτευσης Σαλί Μπερίσα.
Αργότερα (18 Ιουλίου 1999) το Δημοκρατικό Κόμμα του Σαλί Μπερίσα εκδίδει Δελτίο Τύπου με το οποίο διαψεύδονται δημοσιεύματα της κυβερνητικής εφημερίδας “ZERI POPULI” και της εφημερίδας “KOHA YONE” ότι: “Ο Μπερίσα ονειρεύεται την Μεγάλη Αλβανία και ότι σειρά τώρα έχει η Τσαμουριά”.
Το Δελτίο συνεχίζει ότι : “Οι ισχυρισμοί των εφημερίδων ότι ο Μπερίσα διεκδικεί εδάφη στην Ελλάδα και Μακεδονία αποτελούν αποκυήματα αρρωστημένης φαντασίας των μεγιστάνων των Σκοπίων”.
Σ΄ότι αφορά την Ελλάδα: “Το Δημοκρατικό Κόμμα δεν έχει εδαφικές διεκδικήσεις και κατηγορηματικά είναι αντίθετο με κάθε αλλαγή των διεθνών συνόρων με την Ελλάδα”.
Σ΄ότι αφορά το πρόβλημα των Τσάμηδων: “Θεωρείται ως ένα δικαστικό τεχνικό πρόβλημα σ΄ότι αφορά τις περιουσίες των απελαθέντων Τσάμηδων από την γη τους. Το Δημοκρατικό Κόμμα προστατεύει και θα προστατεύει τα συμφέροντα των Αλβανών πολιτών σύμφωνα με τις διεθνείς συμφωνίες και πράξεις”.
Ανεξάρτητα της διαψεύσεως ή όχι τα παραπάνω υποτυπώνουν ίσως με τον καλύτερο τρόπο τα ακόλουθα :
• Τη σχέση των γενικοτέρων Βαλκανικών εξελίξεων με τον Αλβανικό Μεγαλοϊδεατισμό και κατ΄επέκταση με το θέμα των Τσάμηδων.
• Το ότι η γενικότερη αντίληψη (έστω του αλβανικού Τύπου) είναι ότι η υλοποίηση των προσδοκιών για την Μεγάλη Αλβανία μετά την επιτυχία του Κοσσόβου βρίσκεται σε εξέλιξη και η Τσαμουριά βρίσκεται μέσα στη γενικότερη σχεδίαση.
Η διάψευση του Δημοκρατικού Κόμματος εξάλλου εντάσσεται προφανώς στα πλαίσια της γενικότερης επίσημης αλβανικής πολιτικής η οποία αρνείται την ύπαρξη θέματος Μεγ. Αλβανίας αλλά θέτει απλώς θέμα ενδιαφέροντος για τα δίκαια των αλβανικών μειονοτήτων.
Εξ άλλου η σύνδεση του θέματος της “Τσαμουριάς” με την πρόσφατη δράση του UCK στα Βαλκάνια (Κόσσοβο, Πρέσεβο, Σκόπια) παρά το ότι δεν υπάρχουν επίσημες θέσεις και αποδείξεις δεν θα πρέπει να αποκλείεται διότι :
• Ο UCK αποτελεί τον αναμφισβήτητο εκφραστή του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού κατά τις πρόσφατες Βαλκανικές εξελίξεις. Οι δραστηριότητες τις οποίες έχει διαδοχικά αναπτύξει δείχνουν μια γενικότερη στρατηγική σχεδίαση (Κόσσοβο, Νότια Σερβία, Σκόπια) που οδηγεί στην υλοποίηση του εθνικού στόχου του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού.
• Ο UCK έχει εξελιχθεί σε πολιτική δύναμη με κύριο χαρακτηριστικό τις ακραίες εθνικιστικές μεγαλοϊδεατικές θέσεις. Φαίνεται δε ότι όχι μόνο δεν ελέγχεται πολιτικά από την Αλβανία αλλά αναπτύσσει αυτοδύναμη πολιτική την οποία ίσως και υπαγορεύει ενίοτε στο επίσημο αλβανικό κράτος.
• Η Τσαμουριά ως μέρος του όλου εθνικού αλβανικού μεγαλοϊδεατικού στόχου δεν είναι δυνατόν να μείνει εκτός από την γενικότερη σχεδίαση. Πολύ περισσότερο δεν είναι δυνατό, ένα εθνικιστικό κίνημα όπως τελικά έχει αναδειχθεί ο UCK να αρνηθεί και διαγράψει την Τσαμουριά που αποτελεί ένα μέρος του εθνικού του αντικειμενικού σκοπού.
• Η δράση του UCK μετά την “επιτυχία” στο Κοσσυφοπέδιο έχει αποκτήσει ήδη μια δυναμική η οποία οδηγεί κατ΄ανάγκη σε διαδοχικές προσπάθειες υλοποίησης των γενικοτέρων επιδιώξεων (εξ ου και η μετά Κόσσοβο δράση στη Νοτ.Σερβία και Σκόπια). Κατά συνέπεια, ανεξάρτητα με ποιον τρόπο, ο UCK θα πρέπει να προχωρήσει σε κάποιες δραστηριότητες και με την Τσαμουριά ανεξάρτητα ποιάς μορφής μπορεί να είναι αυτός.
• Οι εξελίξεις στα Σκόπια και ίσως μελλοντικά και πάλι στη Νοτ.Σερβία θα επηρεάσουν χρονικά στην όλη σχεδίαση χωρίς να είναι βέβαιο ότι δεν θα υπάρχουν και μελλοντικές εξελίξεις πάλι στο Κόσσοβο. Οι εξελίξεις στα Σκόπια (Σύμφωνο Αυγούστου 2001) θα πρέπει να θεωρείται ως επιτυχία του αλβανικού παράγοντα και αναμφισβήτητα θα οδηγήσουν τον UCK προς άλλες περιοχές δραστηριοτήτων όπως το Μαυροβούνιο και πιθανώς την Τσαμουριά.
Μελλοντικά θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι ο UCK θα συνεχίσει τις όποιες δραστηριότητές του επί μακρόν αφού ταυτίζοντας τη δράση του με την ολοκλήρωση των Αλβανικών Μεγαλοϊδεατικών στόχων δικαιολογεί έτσι την ύπαρξή του, αλλιώς θα πρέπει να αυτοδιαλυθεί, πιθανότητα που δεν φαίνεται να συμβαίνει στο ορατό μέλλον.
Το θέμα πιθανής δράσης του UCK στην Ελλάδα για την “απελευθέρωση της Τσαμουριάς” έχει τροφοδοτηθεί κυρίως από τα ΜΜΕ χωρίς βέβαια να υπάρχουν συγκεκριμένες επίσημες θέσεις. Συγκεκριμένα, δημοσίευμα ελληνικής εφημερίδας (“ΤΥΠΟΣ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ”, 9 Ιουλίου 2000) ανέφερε τα παρακάτω κύρια σημεία.
• Η Γενική Διοίκηση του UCK απεφάσισε τον Νοέμβριου του 1999 σε διάσκεψη που έγινε στην περιοχή Τζακοβίστα στο Κόσσοβο, τη συγκρότηση της πρώτης ανεξάρτητης Ταξιαρχίας με τίτλο “Απελευθερωτικός Στρατός Τσαμουριάς (UCC)”.
• Σύμφωνα με την υπ΄αριθμ. 1 Διαταγή η Ταξιαρχία θα έχει έδρα τα Ιωάννινα όπου θα εδρεύουν τα πολιτικά και στρατιωτικά στελέχη του ΑΣΤ στην απελευθερωθείσα περιοχή.
• Η έναρξη του ένοπλου αγώνα έχει ορισθεί τα τέλη του 2001. Στις 28 Φεβρουαρίου 2000 ο πρώτος ένοπλος πυρήνας της Ταξιαρχίας έλαβε μέρος σε στρατιωτικές ασκήσεις του UCK σε περιοχή 10χιλ, βόρεια του Μπαϊραμ Ταουρί στη Βόρ. Αλβανία με την ονομασία “Ελευθερία και Ένωση” (Klirim dhe Bashkim). Στην ίδια άσκηση έλαβαν μέρος πυρήνες Μονάδων που προετοιμάζουν δράση στο Μαυροβούνιο, τα Σκόπια και την Κοιλάδα του Πρέσεβου στη Ν.Σερβία. Μια δεύτερη άσκηση πραγματοποιήθηκε την τελευταία εβδομάδα τον Μάρτιο με μικρή δύναμη και συμμετοχή τις ομάδες που στοχεύει να δράσει στην Ελλάδα και αυτή του Πρεσέβου. Τα όπλα που χρησιμοποιήθηκαν προέρχονται από τις αποθήκες του αλβανικού στρατού και εκείνα που αγοράσθηκαν από την Ουγγαρία.
• Ο πυρήνας της Ταξιαρχίας της Τσαμουριάς συγκροτείται από 4—50 μαχητές από τους οποίους 20 είναι επιλεγμένα στελέχη του UCK με πείρα από τον πόλεμο του Κοσσόβου ενώ τα άλλα νέα μέλη προέρχονται από την ΠΓΔΜ και κάποιο από την αλβανική διασπορά. Επικεφαλής της ομάδας έχει τεθεί ο διοικητής της 2ης Επιχειρησιακής Ζώνης Κοσσόβου (2nd LLP Kossova), Κομμαντάντε Ρέμι.
Η ακρίβεια του παραπάνω δημοσιεύματος δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί πλην όμως επισημαίνονται τα ακόλουθα :
Η όλη δομή και περιεχόμενο είναι στρατιωτικά τουλάχιστον “αληθοφανής”.
Μετά τη δημοσίευση (Ιούλιος 2000) και μετά την περίοδο που αναφέρει για τη συνδιάσκεψη (Νοέμβριος 1999) και τις ασκήσεις (Φεβρουάριος 2000), ακολούθησε πράγματι δράση του UCK τόσο στο Πρέσεβο (παρουσία UCK Ιανουάριο 2000 και κλιμάκωση Νοέμβριο 2000) όσο και στα Σκόπια (από αρχές Μαρτίου 2001).
Τον Μάϊο του 2001 δημοσιεύματα του ελληνικού τύπου και ανταποκρίσεις πρακτορείων ειδήσεων δίνουν ευρεία δημοσιότητα σε δηλώσεις που φέρεται να έκανε ο πολιτικός εκπρόσωπος του UCK Aλί Αχμέτι το βράδυ της 19 Μαίου 2001 στο Κρατικό Ραδιόφωνο της Αυστραλίας. Συγκεκριμένα ο Αλί Αχμέτι φέρεται να δήλωσε από την έδρα του UCK στην Ελβετία :
Άριστα εκπαιδευμένα μέλη του Απελευθερωτικού Στρατού Τσαμουριάς (UCC) σύντομα θα αναλάβουν δράση στην ΒΔ Ελλάδα.
Στην περιοχή της Ελλάδας που λέγεται Τσαμουριά ζουν περίπου ένα εκατομμύριο Αλβανοί και τα μέλη του UCK θα κληθούν να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους.
Αλβανοί από όλες τις αλβανικές χώρες των Βαλκανίων πρέπει να χαίρουν των δικαιωμάτων τους και αυτό είναι το αίτημά μας.
Θα υπερασπίσουμε τα δικαιώματα των Αλβανών στην Ελλάδα και στην ΠΓΔΜ και όποια παραβιάζονται.
Άλλα συναφή δημοσιεύματα αναφέρουν :
Σύμφωνα με την φιλοκυβερνητική εφημερίδα “VECER” των Σκοπίων :
Επιτελείο του UCC λειτουργεί στην Κέρκυρα και Αργυρόκαστρο.
Ο UCC αριθμεί περίπου 100 μέλη.
Το περιοδικό “ZUM” των Σκοπίων είχε δημοσιεύσει άρθρο στο οποίο ανέφερε ότι : “Από τις αρχές του έτους στην Αλβανία καταρτίστηκε λεπτομερές σχέδιο για ίδρυση του Απελευθερωτικού Στρατού της Τσαμουριάς.
Το περιοδικό επικαλούμενο πηγές που πρόσκεινται στις μυστικές υπηρεσίες της ΠΓΔΜ είχε γράψει ότι : “Στην πρώτη φάση στην Ελλάδα θα ιδρυθούν οργανώσεις των Αλβανών ώστε στη συνέχεια να αρχίσει ο ένοπλος αγώνας για την προσάρτηση τμήματος του ελληνικού εδάφους στη λεγόμενη “Μεγάλη Αλβανία”. “Στο στόχαστρο του UCC θα βρεθεί και η ελληνική μειονότητα στη νότια Αλβανία και κυρίως τα μέλη της Ομόνοιας” ανέφερε το περιοδικό.
Το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων της ΠΓΔΜ σε άλλο τηλεγράφημά του, αναφέρει ότι: “Το σχέδιο των Αλβανών ανταρτών για την Ελλάδα επιβεβαιώνεται κατά κάποιο τρόπο και από το γεγονός ότι στις 21 Απριλίου δημοσιογράφοι είχαν υποστηρίξει ότι στα μέσα του ίδιου μήνα οι ελληνικές αρχές κατέσχεσαν στα ελληνοσκοπιανά σύνορα φορτηγό γεμάτο όπλα τα οποία έφεραν τα χαρακτηριστικά του UCK”. Πάντως οι αρμόδιες ελληνικές αρχές που ρωτήθηκαν σχετικά διέψευσαν την πληροφορία ότι υπήρξε εντοπισμός παρόμοιου φορτίου όπλων.
Στο τηλεγράφημα του ίδιου πρακτορείου της ΠΓΔΜ επισημαίνεται ότι : “Σε πολλές μη αλβανόφωνες ιστοσελίδες στο Ιντερνέτ υπάρχουν μηνύματα από τα οποία προκύπτει το συμπέρασμα ότι ετοιμάζεται η ίδρυση του UCC”. Τα μηνύματα αυτά, πολλές φορές τελειώνουν με τη φράση : “Η Ελλάδα είναι η επόμενη χώρα από την οποία θα πάρουμε το έδαφός μας”.
Τέλος την ίδια περίοδο (Ιούνιος 2001) κυκλοφορούν φήμες για ρίψη προκηρύξεων του UCK στην Αθήνα . Το θέμα τέθηκε προς τον κυβερνητικό εκπρόσωπο κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δεν διαφώνησε (απήντησε ότι : “Κυκλοφορούν πολλές προκηρύξεις, αυτό δεν είναι κάτι νέο”).
Σ΄ότι αφορά τα παραπάνω :
• Η Αλβανική εφημερίδα “Γκαλέτα Σκιπιτάρε” την 1 Ιουνίου, επικαλούμενη το ιταλικό ειδησεογραφικό πρακτορείο ΑΝΣΑ αναφέρει ότι ένας από τους διοικητές του UCK διέψευσε το θέμα ανακοινώσεως Αχμέτι και έκανε λόγο για “κατασκευασμένες ειδήσεις από τα Σκόπια”.
• Αργότερα ο ίδιος ο Αλί Αχμέτι δηλώνει στο BBC ότι “ουδέποτε έκανε τέτοιες δηλώσεις, ούτε σκέφθηκε ποτέ να θίξει τέτοιο θέμα .
• Ο Αλβανός Πρέσβης στην Αθήνα απέδωσε τα λεγόμενα του UCK σε μεμονωμένους κύκλους που δεν πρέπει να προκαλέσουν ακραίες αντιδράσεις στην Ελλάδα .
• Κατά ορισμένες εφημερίδες τα αναγραφέντα για το αντάρτικο των Τσάμηδων αποτελούν ανακυκλωμένη παραπληροφόρηση μεταξύ ΠΓΔΜ και Ελλάδος και αποδίδεται στο γενικότερο κλίμα που επικρατεί την περίοδο αυτή στη γειτονική χώρα.
Ανεξάρτητα της ακρίβειας των προαναφερθέντων και σ΄ότι αφορά τις φερόμενες δηλώσεις Αχμέτι επισημαίνεται μόνο το αναφερόμενο σημείο για την ύπαρξη ενός εκατομμυρίου Αλβανών στη Θεσπρωτία που συμπίπτει με τα παρουσιαζόμενα από την ιστοσελίδα CAMERIA.
Με δεδομένη την ανυπαρξία Τσάμηδων στη Θεσπρωτία η “σύμπτωση” αυτή γεννά υποψίες για τυχόν “μετάφραση” των υπαρχόντων αυτή την περίοδο Αλβανών μεταναστών ή λαθρομεταναστών (εκτιμώμενη περί τις 700.000) σε μειονότητα Τσάμηδων οι οποίοι κάποια στιγμή θα βρεθούν σε ένα υπολογίσιμο ποσοστό να υπάρχουν ή να φέρονται ότι υπάρχουν στην Ήπειρο και ειδικότερα στη Θεσπρωτία.
Τμήμα 3ο
Προσδιορισμός Παραγόντων
Από την όλη ανάλυση του θέματος διαφαίνεται ότι το Ζήτημα των Τσάμηδων τόσο σ΄ότι αφορά την ιστορική του διαδρομή μέχρι και τις πρόσφατες εξελίξεις αλλά και σ΄ότι αφορά τις πιθανές μελλοντικές εκτιμήσεις επηρεάζεται από σειρά παραγόντων οι οποίοι σε γενικές γραμμές προσδιορίζονται όπως παρακάτω :
Η Δημογραφική Κατάσταση
Το Ζήτημα των Τσάμηδων τοποθετείται από πλευράς δημογραφικών εκτιμήσεων όχι μόνο στο πληθυσμιακό μέγεθος της ομάδος αυτής αλλά και στην χωροταξική τους κατανομή. Τούτο διότι :
• Επηρεάζει πολιτικές εκτιμήσεις και αντιδράσεις τόσο από πλευράς εσωτερικής πολιτικής της Αλβανίας όσο και διεθνώς από πλευράς εκδηλώσεως ενδιαφέροντος αλλά και μέσου πιέσεως εξωτερικής πολιτικής (Λόμπυ).
• Επηρεάζει άμεσα σε σχέση με την κατά τον Αλβανικό Μεγαλοϊδεατισμό διεκδικούμενη περιοχή της Ελλάδος (Ήπειρο/Θεσπρωτία) σ΄ότι αφορά την παρουσία ή όχι σ΄αυτόν μειονότητας Τσάμηδων. Συναφώς το θέμα εξετάζεται επίσης σε σχέση με την δυνατότητα ή όχι δημιουργίας μιας τεχνητής μειονότητας στην Ελλάδα μέσα από τους υπάρχοντες μετανάστες και λαθρομετανάστες συμπεριλαμβανομένων και των πιθανών γενικοτέρων «προβλημάτων εθνικής ασφάλειας» που μπορεί να δημιουργηθούν
• Επηρεάζει το σύνολο των αναπτυσσομένων δραστηριοτήτων προπαγάνδας κυρίως διεθνώς και σ΄ότι αφορά τον επηρεασμό της διεθνούς κοινής γνώμης υπέρ των Τσάμηδων ενώ ταυτόχρονα υποσκάπτεται το κύρος της χώρας μας.
Σχέση Τσάμηδων – Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού και Δράσης του UCK
Η ταύτιση του Ζητήματος των Τσάμηδων από πλευράς αλλυτρωτικών διεκδικήσεων (Τσαμουριάς) με το γενικότερο εθνικιστικό όραμα της Μεγάλης Αλβανίας προσδίδει στο θέμα μια εθνικο-ιδεολογική διάσταση η οποία μάλιστα συνδέεται και με τον θρησκευτικό φονταμεταλισμό.
Υπό την έννοια αυτή και με δεδομένη την έξαρση του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού και την σύνδεσή του με τη δράση του UCK κατά τις πρόσφατες Βαλκανικές εξελίξεις, θα πρέπει να εκτιμηθούν σοβαρά και οριοθετηθούν ποιες είναι οι πραγματικές επιδιώξεις των Τσάμηδων, ποιες οι δυνατότητές τους από πλευράς προπαγάνδας και άλλων δραστηριοτήτων αλλά κυρίως ποια η εμπλοκή του UCK στο όλο θέμα οπότε θα πρέπει να εκτιμηθούν οι δυνατότητες από πολιτικής και στρατιωτικής πλευράς για διεξαγωγή κάποιου είδους δράσης στη χώρα μας.
Ελληνική Πολιτική και Δυνατότητες
Παρά το ότι η επίσημη ελληνική πολιτική θεωρεί ανύπαρκτο το Ζήτημα των Τσάμηδων εν τούτοις θα πρέπει να εκτιμηθεί η ανάλογη πολιτική που θα πρέπει βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα να εφαρμοσθεί σε σχέση με τις γενικότερες ελληνοαλβανικές σχέσεις και ιδιαίτερα σ΄ότι επηρεάζει και την ελληνική μειονότητα.
Εκ παραλλήλου θα πρέπει να εκτιμηθεί κατά πόσο οι γενικότερες γεωπολιτικές δυνατότητες της Ελλάδος (διεθνής θέση, στρατιωτικές δυνατότητες) επιτρέπουν κάποιου είδους δραστηριότητες εκ μέρους των Τσάμηδων ή και του UCK και μέχρι ποίου σημείου και υπό ποία μορφή είναι τούτο δυνατό.
Αλβανία – Πολιτική – Σχέση με Δράση UCK
Παρά το ότι η επίσημη αλβανική πολιτική σαφώς υποστηρίζει μόνο το θέμα των αποζημιώσεων στο γενικότερο θέμα των Τσάμηδων και ευθυγραμμίζεται με τη δυτική πολιτική περί “μη αλλαγής συνόρων” εν τούτοις θα πρέπει να εκτιμηθεί κατά πόσον είναι δυνατόν να “διαγράψει” ουσιαστικά το θέμα των Τσάμηδων από τις γενικότερες επιδιώξεις της Μεγάλης Αλβανίας και κατά πόσο επηρεάζει ή επηρεάζεται από τη δράση και πολιτική του UCK πάνω στο θέμα.
Τουρκία
Η Τουρκία σαφώς ευθυγραμμίζεται καθαρά και επίσημα με τη διεθνή προπαγάνδα υπέρ του Ζητήματος των Τσάμηδων με γενικότερο στόχο να υποσκάψει τη διεθνή θέση της χώρας μας και να ενισχύσει τον δικό της ρόλο ως περιφερειακή δύναμη και προστάτης των μουσουλμανικών μειονοτήτων στην Βαλκανική ενώ παράλληλα επιδιώκει και την διείσδυσή της στην Αλβανία. Με δεδομένη την παραπάνω πολιτική και τις γενικότερες ελληνοτουρκικές σχέσεις θα πρέπει παράλληλα να εκτιμηθεί μέχρι ποίου σημείου και με ποίο τρόπο η Τουρκία μπορεί να αντιδράσει σε σχέση με τις εξελίξεις του Ζητήματος των Τσάμηδων.
Λοιπές Βαλκανικές Χώρες
Οι πολιτικές οι οποίες διαμορφώνονται στις χώρες που επηρεάζονται από τις πρόσφατες Βαλκανικές εξελίξεις άμεσα (Σερβία, ΟΔΓ, ΠΓΔΜ, Μαυροβούνιο) ή έμμεσα (Βουλγαρία) σε σχέση με τις διαφαινόμενες μεγαλοϊδεατικές επιδιώξεις του αλβανικού παράγοντα, με τη σειρά τους θα επηρεάσουν αλυσιδωτά τις μελλοντικές εξελίξεις σε συνδυασμό και με τις θέσεις της Διεθνούς Κοινότητας. Η περαιτέρω κατά συνέπεια εξέλιξη σ΄ότι αφορά την πολιτική και στρατιωτική δράση του UCK θα εξαρτηθεί και από τις πολιτικές που θα υιοθετηθούν και τις όποιες πολιτικές λύσεις δοθούν στα προβλήματα που εκκρεμούν (Κόσσοβο, ΠΓΔΜ).
Διεθνής Κοινότητα
Οι πολιτικές των Μεγάλων Δυνάμεων κυρίως των ΗΠΑ και δευτερευόντως τη Γερμανία και κατ΄επέκταση των διεθνών οργανισμών (ΝΑΤΟ, ΕΕ, ΟΑΣΕ) επηρέασαν καθοριστικά τις μέχρι σήμερα εξελίξεις στη Βαλκανική. Είναι αναμφισβήτητο ότι τα δεδομένα έχουν ήδη μεταβληθεί, οι πολιτικές έχουν αλλάξει και κατά συνέπεια θα πρέπει να εκτιμηθεί κατά το δυνατόν σε ποια έκταση θα επηρεάσουν τις μελλοντικές εξελίξεις και κατ΄επέκταση τις επιδιώξεις, κυρίως του UCK για την υλοποίηση των μεγαλοϊδεατικών της επιδιώξεων.
Παράλληλα θα πρέπει να εκτιμηθεί η στάση της Διεθνούς Κοινότητος έναντι της Ελλάδος για το καθ΄εαυτού Ζήτημα των Τσάμηδων εάν και εφ΄όσον εγερθεί κάποιο θέμα είτε στα πλαίσια των διεθνών κανόνων δικαίου είτε από οποιαδήποτε ανορθόδοξη δράση για την υποστήριξή του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ “Γ”
ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ
Τμήμα 1ον
Δημογραφική Κατάσταση
Γενικά
Το πληθυσμιακό μέγεθος και η χωροταξική κατανομή-διασπορά της υπό εξέταση εθνοτικής ομάδος επηρεάζει το όλο θέμα και τις μελλοντικές εκτιμήσεις διότι :
• Η παρουσία ή όχι πληθυσμιακής εθνοτικής ομάδας στην διεκδικούμενη από τον αλβανικό μεγαλοϊδεατισμό περιοχή αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για εκτιμήσεις επί της πολιτικής και στρατηγικής που είναι δυνατόν να εφαρμόσει ο UCK μελλοντικά. Τούτο διότι με τα μέχρι τώρα δεδομένα η όλη πολιτικοστρατιωτική δράση του UCK στηρίζεται στην ύπαρξη μιας αλβανικής πλειοψηφίας στις διεκδικούμενες περιοχές.
• To μέγεθος και η δυναμικότητα της πληθυσμιακής ομάδας των Τσάμηδων στο εσωτερικό της Αλβανίας επηρεάζει πολιτικά την χώρα αυτή σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα.
• Τα ίδια δεδομένα και ιδιαίτερα η διασπορά της ομάδας αυτής στο εξωτερικό επηρεάζουν τις θέσεις της διεθνούς κοινότητος και ιδία των ΗΠΑ Μια μεγάλη πληθυσμιακή ομάδα για παράδειγμα ευαισθητοποιεί την διεθνή κοινή γνώμη σε συνδυασμό μάλιστα και με τις αναπτυσσόμενες δραστηριότητες στο εξωτερικό από πλευράς Λόμπυ και Προπαγάνδας.
Στη μελέτη του θέματος από δημογραφικής πλευράς θα πρέπει να εκτιμηθεί και η δυνατότητα δημιουργίας μιας “Τεχνικής Μειονότητας” προερχομένης από τους Αλβανούς μετανάστες ή λαθρομετανάστες με ιδιαίτερη προσοχή στην πιθανότητα πραγματικής ή και εικονικής παρουσίας τους στην διεκδικουμένη περιοχή.
Η Δημογραφική Κατάσταση της Ηπείρου Γενικά
Η Δημογραφική κατάσταση της Ηπείρου σχετιζομένη με το Ζήτημα των Τσάμηδων εξετάζεται με σκοπό :
• Να εκτιμηθεί και αποδειχθεί το μέγεθος της πληθυσμιακής ομάδας η οποία απομακρύνθηκε από την περιοχή μετά το 1944 δια συγκρίσεως των στοιχείων των απογραφών του 1940 και 1951.
• Να εξετασθεί η εν συνεχεία δημογραφική ανάπτυξη ώστε να εκτιμηθεί εάν μέχρι σήμερα παρουσιάζεται πληθυσμιακή αύξηση στην περιοχή οφειλομένη στην παρουσία Αλβανών μεταναστών ή και λαθρομεταναστών.
Η γνώση των επισήμων στοιχείων εκ της τελευταίας απογραφής του 2001 σ΄ότι αφορά τη δημογραφική κατάσταση στη Θεσπρωτία και Ήπειρο θεωρείται απόλυτα αναγκαία για την εξαγωγή σχετικών συμπερασμάτων.
Εκτιμήσεις
Οι εκτιμήσεις για τη δημογραφική κατάσταση της περιοχής έχουν όπως παρακάτω:
• Ο αριθμός των Τσάμηδων που εγκατέλειψαν την Ελλάδα το 1944 εκτιμάται σε 18.576 . Η λεπτομερής κατανομή κατά περιοχή στο νομό Θεσπρωτίας με στοιχεία της απογραφής του 1940 φαίνεται στο Παράρτημα “ΣΤ” (Πίνακας Μουσουλμάνων Τσάμηδων στη Θεσπρωτία κατά την απογραφή του 1940). Η επίσημη ελληνική θέση εκτιμά τον αριθμό σε 18.109.
• Η Δημογραφική κατάσταση της Ηπείρου από το 1920 μέχρι σήμερα σύμφωνα με τις αντίστοιχες επίσημες απογραφές (Στοιχεία Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας) φαίνεται στον παρακάτω Πίνακα :
ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΗΠΕΙΡΟΥ
(Γενικά Σύνολα)
ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΕΣ ΝΟΜΟΙ
ΑΡΤΑΣ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ ΠΡΕΒΕΖΗΣ ΣΥΝΟΛΑ
1920 292.954
1928 312.634
1940 65.175 62.457 162.150 72.550 362.332
1951 72.717 47.299 153.748 56.779 330.543
1971 78.376 40.680 134.672 56.580 310.308
1981 80.133 41.366 147.139 56.045 324.683
1991 78.719 44.188 158.193 58.628 339.728
2001 77.334 45.508 170.224 59.334 352.420
Από τη μελέτη του παραπάνω Πίνακα προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα :
• Σε καμιά περίπτωση ο αριθμός δεν δικαιολογεί τα νούμερα που παρουσιάζει η Αλβανική και Τουρκική προπαγάνδα (Ιστοσελίδα Τουρκικού ΥΠΕΞ) για τον αριθμό των Τσάμηδων που κατά καιρούς εγκατέλειψαν την Ελλάδα και πολύ περισσότερο στους δήθεν ευρισκομένους σήμερα στην περιοχή.
• Η σύγκριση του πληθυσμού στην Θεσπρωτία μεταξύ των απογραφών 1940 και 1951 φανερώνει μια μείωση κατά 15.228 κατοίκους ενώ στο σύνολο της Ηπείρου μια μείωση 31.789 κατοίκους. Τούτο σημαίνει ότι οι εγκαταλελειμμένοι στην περιοχή Τσάμηδες δεν μπορεί να ήταν περισσότεροι των 18.576 στη Θεσπρωτία αν κανείς υπολογίσει και την απομείωση που υπέστη η περιοχή κατά τη διάρκεια του πολέμου και της κατοχής.
• Κατά τις επόμενες απογραφές (1971, 1981, 1991) παρουσιάζεται αρχικά μια σημαντική απομείωση στην περιοχή Θεσπρωτίας οφειλομένη προφανώς στο δημογραφικό πρόβλημα των παραμεθορίων περιοχών ιδιαίτερα οξύ στην Ήπειρο (αστυφιλία, μετανάστευση κ.λ.π) και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να νοηθεί εγκατάσταση στην περιοχή άλλων πληθυσμιακών ομάδων.
Ουσιαστική αύξηση αρχίζει να παρουσιάζεται όπως άλλωστε και στην Ήπειρο μετά το 1981 γεγονός που συμπίπτει με την άρση του εμπολέμου (1987) και το άνοιγμα των συνόρων με την Αλβανία και την γενικότερη αύξηση του μεταναστευτικού ρεύματος ιδία των Αλβανών προς την Ελλάδα.
Κατά δημοσιογραφικές πληροφορίες ο πληθυσμός της Ηπείρου γενικά κατά την απογραφή του 2001 είναι 352.420. Με αυτά τα δεδομένα μεταξύ 1981 και 1991 παρουσιάζεται μια αύξηση του πληθυσμού της περιοχής κατά 18.187 ήτοι ποσοστό +4,7% κατοίκους ενώ μεταξύ 1991 και 2001 κατά 12.692 κατοίκους ήτοι ποσοστό +3,7%. Με μια πρώτη προσέγγιση (λείπουν ουσιαστικά στοιχεία της ΕΣΥΕ για τα έτη 1999 και 2000) στην Ήπειρο οι θάνατοι ξεπερνούν τις γεννήσεις κατά την 10ετία 1991-2001 και κατά συνέπεια είχαμε μια αναμφισβήτητη μείωση του φυσικού πληθυσμού.
Τούτο σημαίνει ότι η όποια αύξηση παρουσιάζεται, οφείλεται κατ΄αποκλειστικότητα σε ρεύματα μεταναστών και κατά συνέπεια το όλο θέμα θα πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω ευθύς ως κοινοποιηθούν τα επίσημα στοιχεία της απογραφής το 2001 σ΄ότι αφορά την Ήπειρο και ειδικότερα την Θεσπρωτία.
Σ΄ότι αφορά την παρουσία Τσάμηδων στην περιοχή : Το 1986 κατά πληροφορίες στο Νομό Θεσπρωτίας υπάρχουν 44 Μουσουλμάνοι Τσάμηδες οι περισσότεροι των οποίων έχουν γεννηθεί μετά το 1948.
Κατά πρόσφατες αξιόπιστες πληροφορίες δεν έχει διαπιστωθεί προσφάτως εγκατάσταση Τσάμηδων στην περιοχή οι δε ελάχιστοι που απέμειναν μετά τη γερμανική κατοχή έγιναν χριστιανοί και αφομοιώθηκαν με το γηγενές ελληνικό στοιχείο χωρίς να έχει δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα μέχρι σήμερα.
Συμπερασματικά :
• Ο αριθμός των Τσάμηδων εγκατέλειψαν το 1944 την Ελλάδα δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 18.576 (18109).
• Δεν διαπιστώθηκε επανεγκατάσταση Τσάμηδων στην Θεσπρωτία μέχρι σήμερα.
• Οι ελάχιστοι παραμένοντες μετά το 1944 έχουν πλήρως αφομοιωθεί και δεν δημιουργούν κανένα πρόβλημα στην περιοχή.
• Είναι εξεταστέο κατά πόσον έχουν εγκατασταθεί στην περιοχή μετανάστες εξ Αλβανίας όπως διαφαίνεται εκ των δημοσιογραφικών πληροφοριών, σε έκταση που να δημιουργείται μια τοπική μειονότητα Αλβανών, αριθμείται περίπου τις 10.000. (Οι δυνατότητες συγκεντρώσεων Αλβανών στην περιοχή εξετάζεται στη συνέχεια σε σχέση με το μεταναστευτικό).
Δημογραφική Εκτίμηση περί των Τσάμηδων ως Πληθυσμιακής Ομάδας
Επίσημες πληροφορίες για τον αριθμό των Τσάμηδων στην Αλβανία και στην διασπορά δεν υπάρχουν. Εκ της δραστηριότητος και μόνο συνάγεται η παρουσία τους.
Κατά την Αλβανική πλευρά και πέραν των υπερβολών της σχετικής προπαγάνδας προβάλλεται ένας αριθμός 150.000 Τσάμηδων στην Αλβανία (πρόκειται για τον αριθμό που αναφέρει ο UNPO).
Για τον υπολογισμό του σημερινού αριθμού και κατά μία όλως γενική εκτίμηση, μπορεί να χρησιμοποιηθεί «μία στατιστική προσέγγιση» με βάση ένα αποδεκτό Μέσο Όρο ετήσιας πληθυσμιακής αύξησης που αναγνωρίζεται για την Αλβανία. Συγκεκριμένα :
• Aπό στοιχεία του Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών “Ανδρέας Παπανδρέου” η μέση ετήσια αύξηση πληθυσμού για το διάστημα 1985-1994 ήταν 2,7%.
• Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ ο ετήσιος αριθμός αύξησης πληθυσμού της Αλβανίας κατά το διάστημα 1990-1993 υπολογίζεται περίπου σε 2%.
• Πρόσφατες εκτιμήσεις για το 1999 (CIA FACT-BOOK) δίνουν ρυθμό αύξησης 1,05%.
• Κατά εκτιμήσεις παλαιοτέρων ετών και ιδιαίτερα κατά την περίοδο της δεκαετίας του ΄40 ο ρυθμός αύξησης εκτιμάται κατά πολύ μεγαλύτερος και όχι μικρότερος του 4%.
Υπολογίζεται λοιπόν μέχρι σήμερα ένας Μέσος Όρος (ΜΟ) Ετήσιας Αύξησης (ΕΑ) όπως παρακάτω :
1944 – 1984 ΜΟ 3%
1985 – 1994 ΜΟ 2,7%
1995 – 2001 ΜΟ 1,5%
Ως βάση "πληθυσμιακής εκτίμησης τοποθετείται ο αριθμός 18.756.
Με βάση τα παραπάνω εφαρμόζεται ο συσσωρευτικός μαθηματικός τύπος :
Σημερινός Πληθυσμός = Πληθυσμός Εκκίνησης (1+ΕΑ)Ν
Όπου Ν = αριθμός ετών εκάστης περιόδου μέχρι σήμερα
Η εφαρμογή του τύπου μας δίνει :
ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ Ν ΜΟ ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ
ΕΚΚΙΝΗΣΗΣ ΑΥΞΗΣΗΣ ΤΕΛΟΥΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ
1944-1984 18.576 40 3% 60.600
1985-1994 60.600 9 2,7% 77.000
1994-2001 77.000 7 1,5% 85.500
ήτοι κατά προσέγγιση «Εκτιμώμενος Πληθυσμός» το 2001 περίπου 85.000.
Εάν υπολογισθεί ότι πέραν των 18.576 της περιόδου του 1944 πρέπει να υπάρχουν και από παλαιότερα και Τσάμηδες της διασποράς οι οποίοι κατά καιρούς είχαν εγκαταλείψει την Αλβανία μπορεί να γίνει αποδεκτή μια αύξηση του παραπάνω αριθμού σε 90-100 χιλ.
Κατά συνέπεια στην δυσμενεστέρα περίπτωση θα μπορούσε για τις περαιτέρω εκτιμήσεις της μελέτης να γίνει αποδεκτός ένας συνολικός αριθμός των 100.000 συμπεριλαμβανομένων και των Τσάμηδων της διασποράς.
Με βάση τον αριθμό αυτό μπορεί να γίνουν οι παρακάτω εκτιμήσεις :
• Η πληθυσμιακή αναλογία των Τσάμηδων στην Αλβανία με πληθυσμό 3.364.571 είναι περίπου 3 % και κατά συνέπεια δεν μπορεί να θεωρείται ως αμελητέα πολιτική δύναμη.
• Με βάση την αναλογία του 3% του όλου πληθυσμού θα πρέπει να γίνει αποδεκτό ότι φυσιολογικά είναι δυνατόν να αποτελούν και ένα ανάλογο μέρος του αριθμού των Αλβανών μεταναστών-λαθρομεταναστών στην Ελλάδα υπολογισμένων σε 700.000 περίπου δηλαδή ένας πιθανός (θεωρητικος) αριθμός περί τις 20.000 χιλ. που δεν μπορεί να θεωρηθεί ως διακριτή και δεδομένη μειονοτική παρουσία ούτε όμως και παντελώς ανύπαρκτη.
• Η πληθυσμιακή αναλογία στο εξωτερικό θα πρέπει να θεωρείται αμελητέα πλην όμως η όλη δραστηριότητα (λόμπυ, προπαγάνδα) θα πρέπει να εκτιμηθεί στο γενικότερο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των Αλβανών για την προώθηση του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού.
Μετανάστευση και Λαθρομετανάστευση στην Ελλάδα
Γενικά
Το θέμα της μετανάστευσης και λαθρομετανάστευσης Αλβανών στην Ελλάδα συνδυάζεται με το Ζήτημα των Τσάμηδων σ΄ότι αφορά :
• Τις δημογραφικές επιπτώσεις στην Ελλάδα εκ της παρούσης των Αλβανών οικονομικών προσφύγων.
• Την θεώρηση των οικονομικών προσφύγων ως φορέα Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού και θρησκευτικού φονταμεταλισμού.
• Την ύπαρξη μεταξύ του αλβανικού στοιχείου ενός ποσοστού Αλβανών Τσάμικης καταγωγής.
• Την ύπαρξη μεταξύ των Αλβανών Οικονομικών Μεταναστών στοιχείων συνδεομένων με τον UCK.
• Την δυνατότητα και πιθανότητα δημιουργίας μιας “τεχνικής μειονότητας” Τσάμηδων οι οποίοι είτε πραγματικά είτε πλασματικά να συγκεντρωθούν στις διεκδικούμενες περιοχές.
• Τις επιπτώσεις στις χώρες από πλευράς “εθνικής ασφαλείας” υπό την γενική έννοια του όρου, από την παρουσία των Αλβανών Οικονομικών Προσφύγων και ο συνδυασμός πιθανών ενεργειών με το Ζήτημα των Τσάμηδων.
Δημογραφικές Επιπτώσεις στην Ελλάδα
Κατά τα επίσημα στατιστικά δημογραφικά στοιχεία οι δημογραφικές συνθήκες της χώρας μας αναφέρονται ως :
• Έλληνες Χριστιανοί Ορθόδοξοι : 98,3%
• Μουσουλμανική Μειονότητα : 1,2%
• Λοιποί : 0,5%
Η παρουσία στην Ελλάδα ενός αριθμού Αλβανών Οικονομικών Μεταναστών (Λαθρομεταναστών) εκτιμωμένων σε 700.000 περίπου δημιουργεί αυτόματα μια αξιοσημείωτη στρέβλωση της παρουσίας μειονοτικών ποσοστών στην Ελλάδα. Έχει υπολογισθεί από άλλη σχετική μελέτη της ΕΛ.Ε.Σ.ΜΕ με τίτλο : “Λαθρομετανάστες και Εθνική Ασφάλεια. Φύλαξη Χερσαίων και Θαλασσίων Συνόρων” ότι το ποσοστό παρουσίας μειονοτήτων στην Ελλάδα από 1,7% ανέρχεται πλέον σε ένα ποσοστό 8-9% συνοπολογιζομένων όλων των κατηγοριών των μη Ελλήνων Ορθοδόξων.
Η μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση εμφανίζεται στο αλβανικό στοιχείο το όποιο με την παρουσία 700.000 περίπου οικονομικών μεταναστών υπερβαίνει κατά πολύ την Μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης εκτιμωμένη σε 105.000 ήτοι ένα γενικότερο ποσοστό περίπου 6-7%. Θα πρέπει εξ άλλου να σημειωθεί και η μεγάλη διασπορά που παρουσιάζει το αλβανικό στοιχείο στη χώρα μας. Αλβανοί σήμερα υπάρχουν παντού από των Βορείων συνόρων μέχρι Κρήτης. Θα πρέπει εξ άλλου να σημειωθεί ότι το παραπάνω γενικό ποσοστό αφορά κατά το σύνολό του σχεδόν Μουσουλμάνους (Αλβανοί, Τούρκοι, Κούρδοι, κ.λ.π).
Η αλβανική προπαγάνδα θέλει να παρουσιάζει τον καθ΄όλα υπερβολικό και προφανώς μη πραγματικό αριθμό μέχρι και 3 εκατ. Αλβανών στην Ελλάδα (1 εκατ. Τσάμηδες στη Θεσπρωτία και συνολικά 3 εκατ. Αλβανοί σ’όλη την Ελλάδα) ενώ δεν παραλείπει να τονίσει ότι πλέον των Τσάμηδων υπάρχουν και οι Αρβανίτες οι οποίοι θα πρέπει να υπολογίζονται σ΄αυτό το ποσοστό.
Σύνδεση του Αλβανικού Στοιχείου στην Ελλάδα με τον Αλβανικό Μεγαλοϊδεατισμό
Με βάση τα προαναφερθέντα είναι φανερό ότι ο Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός χρησιμοποιεί το υπάρχον στην Ελλάδα αλβανικό στοιχείο ονομάζοντάς το Τσάμηδες ή Αρβανίτες ή και Αλβανούς για να τονίσει την ύπαρξή των στην Ελλάδα γενικότερα και να στηρίξει κατά ένα τρόπο τις αλλυτρωτικές του διεκδικήσεις που ιστορικά στηρίζονται στην παρουσία “Αλβανών αδελφών” σε εκτός Αλβανίας γειτονικές χώρες.
Από πλευράς “αλβανικού στοιχείου” το οποίο διαβιεί στην Ελλάδα δεν έχουν διαπιστωθεί οργανωμένες ή χαρακτηριστικές εκδηλώσεις μεγαλοϊδεατικού χαρακτήρα πλην μεμονωμένων περιπτώσεων (ρίψη προκηρύξεων για Τσαμουριά, αναφέρεται αναγραφή κάποιων συνθημάτων στα Ιωάννινα κ.λ.π) προερχομένων εξ ανεπισήμων δημοσιογραφικών πληροφοριών.
Θα πρέπει όμως να γίνει αποδεκτό ότι η πρόσφατες εξελίξεις στη Βαλκανική και ιδιαίτερα η “επιτυχία” της προσπάθειας του αλβανικού παράγοντα στο Κοσσυφοπέδιο και τα Σκόπια έχει αφυπνίσει τον γενικότερο αλβανικό εθνικισμό μεταξύ των Αλβανών και έχει δημιουργήσει μια γενικότερη “εθνική αντίληψη” μεταξύ των απανταχού Αλβανών. Θα πρέπει λοιπόν να αναμένεται ότι και το αλβανικό στοιχείο στην Ελλάδα ανεξάρτητα από το πόσο απορροφάται από τα προβλήματα επιβίωσής του επηρεάζεται ανάλογα και κατά συνέπεια να είναι ευαισθητοποιημένο σε επιδράσεις ακροεθνικιστικών στοιχείων σε δεδομένη στιγμή.
Ύπαρξη Ποσοστού Τσάμηδων μεταξύ των στην Ελλάδα Αλβανικών Στοιχείων
Όπως προαναφέρθηκε (Δημογραφικές εκτιμήσεις περί Τσάμηδων) θα πρέπει να αναμένεται ότι ένα ποσοστό μεταξύ των διαβιούντων στην Ελλάδα νομίμων ή παρανόμων Αλβανών να είναι Τσαμικής καταγωγής.
Το ποσοστό αυτό εκτιμώμενο προς χάριν της μελέτης σε 20.000 περίπου (μεταξύ 700.000) δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι μπορεί να αποτελέσει προϋπόθεση για τεκμηρίωση ύπαρξης διακριτής πληθυσμιακής ομάδας (Τσάμηδων) και μάλιστα στην διεκδικούμενη περιοχή της Θεσπρωτίας λόγω της μεγάλης διασποράς που παρουσιάζει γενικά το αλβανικό στοιχείο στη χώρα μας (Λεπτομερής ανάλυση στην παράγραφο “Το Μεταναστευτικό Ρεύμα προς Θεσπρωτία” και στο Τμήμα 2ο “Τσάμηδες, Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός και UCK”).
Παρά ταύτα η ύπαρξη ενός ποσοστού έστω και με μεγάλη διασπορά φανερώνει κατ΄ελάχιστο μια παρουσία η οποία σε δεδομένη στιγμή μπορεί να είναι εκμεταλλεύσιμη σε περίπτωση μιας οργανωμένης δραστηριότητας για τη στήριξη αλβανικών αλλυτρωτικών διεκδικήσεων όπως :
• Της τεκμηρίωσης της παρουσίας Τσάμηδων στην Ελλάδα (γενικά).
• Την προκλήσεως κάποιων δραστηριοτήτων προς δημιουργία εντυπώσεων από ακραία στοιχεία μεταξύ του ποσοστού αυτού.
• Της συγκέντρωσης του ποσοστού εξ αυτών σε διεκδικούμενες περιοχές (πιθανώς των ενδιαφερομένων και διεκδικούντων αποζημιώσεις).
Ύπαρξη μεταξύ του Αλβανικού Στοιχείου Μελών του UCK
Eίναι αναμφίβολο ότι μετά τις εξελίξεις ιδία στο Κοσσυφοπέδιο αλλά και πλέον πρόσφατα στη Νοτ.Σερβία και την ΠΔΓΜ, ο UCK έχει λάβει την μορφή ενός Εθνικού Κινήματος με ανταπόκριση στις λαϊκές μάζες και στηριζόμενο σε μεγάλο βαθμό στους Αλβανούς της Διασποράς. Θα πρέπει λοιπόν να αναμένεται ότι μεταξύ του αλβανικού στοιχείου στην Ελλάδα είναι δυνατόν να υπάρχει ένα ποσοστό κατ΄ελάχιστο συμπαθούντων πιθανόν δε να υπάρχουν ακόμη και οργανωμένα μέλη του UCK (δημοσιογραφικές πληροφορίες φέρουν διασυνδέσεις μελών του UCK με δραστηριότητες στο Κόσσοβο και ΠΓΔΜ )
Οι Δυνατότητες και Πιθανότητες Δημιουργίας στην Ελλάδα μιας Τεχνητής Μειονότητας Τσάμηδων στη Θεσπρωτία
Γενικά
Όπως προαναφέρθηκε η παρουσία μεταξύ του αλβανικού στοιχείου στην Ελλάδα ενός ποσοστού Αλβανών Τσάμικης καταγωγής δύσκολα μπορεί να τεκμηριώσει ύπαρξη “εθνοτικής ομάδας Τσάμηδων” και πολύ περισσότερο είναι δύσκολο να βρεθεί συγκεντρωμένο στην διεκδικούμενη περιοχή της Θεσπρωτίας ή και Ηπείρου.
Παρά τα παραπάνω είναι εμφανές ότι η αλβανική προπαγάνδα όταν αναφέρεται στην ύπαρξη Τσάμικης μειονότητας στην Ελλάδα εξ ενός εκατομμυρίου Τσάμηδων στην Ελλάδα ή και εκατοντάδων χιλιάδων, συνδυάζει το θέμα με την παρουσία του συνόλου του αλβανικού στοιχείου.
Είναι εξεταστέο κατά συνέπεια το εάν όπως λειτουργεί το σύστημα ελέγχου της Μετανάστευση-Λαθρομετανάστευσης στη χώρα μας ιδιαίτερα στα πλαίσια των σχετικών νόμων ευνοεί ή όχι την δυνατότητα μιας οργανωμένης συγκέντρωσης μέρους του αλβανικού στοιχείου στην διεκδικούμενη από τον αλβανικό αλλυτρωτισμό περιοχή ώστε σε δεδομένη στιγμή να παρουσιασθεί ως υπάρχουσα εκεί μειονότητα Τσάμηδων.
Επί του θέματος αυτού η κατά το παρελθόν εκπονηθείσα μελέτη της ΕΛ.Ε.Σ.ΜΕ για το θέμα “Λαθρομετανάστες και Εθνική Ασφάλεια…” είχε προτείνει :
• “Προϋπόθεση της όποιας πολιτικής νομιμοποίησης των λαθρομεταναστών θα πρέπει να είναι η μη μόνιμη εγκατάσταση των αλλοδαπών στη χώρα και ιδιαίτερα εκείνων που προέρχονται από όμορα κράτη με αλλυτρωτικές διεκδικήσεις σε βάρος της χώρας μας (Αλβανοί, Σκοπιανοί, Βούλγαροι, Τούρκοι)”.
• “Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα για την μη εγκατάσταση μεταναστών ή λαθρομεταναστών σε παραμεθόριες περιοχές με ιδιαίτερο βάρος στις περιοχές όπου κατευθύνονται αλλυτρωτικές διεκδικήσεις γειτονικών κρατών όπως :
• Αλβανοί : Περιοχές Θεσπρωτίας, Ιωαννίνων, Πρέβεζας.
• Σκοπιανοί : Άρτας, Κεντρικής-Δυτικής Μακεδονίας”.
Κατά ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες λέγεται ότι κατά την απογραφή της 18 Μαρτίου 2001 είχαν δοθεί οδηγίες σε Αλβανούς που διαβιούν στην Ελλάδα να μεταβούν για να απογραφούν στην περιοχή Θεσπρωτίας πλην όμως ότι εξ αντικειμενικών δυσκολιών δεν ανταποκρίθηκαν.
Το Μεταναστευτικό Ρεύμα προς την Ήπειρο και Ειδικότερα την Θεσπρωτία
Όπως προαναφέρθηκε στην παράγραφο “Εκτίμησης της Δημογραφικής Κατάστασης της Ηπείρου” δείχνουν ότι σε γενικές γραμμές υπάρχει μια αναμφισβήτητη παρουσία μεταναστών προς την περιοχή η οποία προκάλεσε μια αύξηση πληθυσμού κατά την δεκαετία 1981-1991 κατά 4,7% ενώ κατά την δεκαετία 1991-2001 κατά 3,7%.
Εκ των μέχρι τώρα στοιχείων (Πίνακας της παραπάνω παραγράφου) φαίνεται ότι ειδικότερα στο Νομό Θεσπρωτίας η αύξηση μεταξύ 1971 και 1981 είναι της τάξεως του 4% (686 επί 41.866 κατοίκους) ενώ το 1991 η αύξηση φτάνει το 7% περίπου (2.822 κάτοικοι επί συνόλου 44.188).
Εκ των παραπάνω διαφαίνεται ότι τουλάχιστον κατά τις δύο δεκαετίες η αύξηση της μετανάστευσης προς την Θεσπρωτία τουλάχιστον κατά τη δεκαετία 1981-1991 είναι υψηλότερη (7%) έναντι του γενικού συνόλου της Ηπείρου (4,7%).
Τούτο σημαίνει ότι υπάρχει μια μεγαλύτερη επιλεκτικότητα προς την περιοχή Θεσπρωτίας η οποία θα πρέπει να μελετηθεί περαιτέρω όταν κοινοποιηθούν από την ΕΣΥΕ τα στοιχεία της απογραφής του 2001.
Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει από δημοσιογραφικές πληροφορίες (Έθνος 5 Αυγούστου 2001), “Ο Νέος Πληθυσμιακός Χάρτης της Χώρας” όπου δίνονται τα εξής στοιχεία σε σχέση με την κατανομή των μεταναστών στους νομούς της χώρας.
ΝΟΜΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΣΥΝΟΛΟ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ
ΑΠΟΓΡΑΦΗΣ ΠΟΣΟΣΤΟ
2001 ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ
Εκτιμήσεις Εκτιμήσεις Σύνολο
με δεύτερη από αιτήσεις
ευκαιρία για πράσινη
κάρτα
ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ 1.296 1.400 2.696 45.508 5,9%
ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ 2.748 2.800 5.548 170.244 3,2%
ΠΡΕΒΕΖΗΣ 1.266 1.300 2.566 59.334 4,3%
ΑΡΤΑΣ 886 970 1.856 77.334 2,3%
ΣΥΝΟΛΟ 6.196 6.470 12.466 352.420
Πιθανότητα Εθνικής Παρουσίας Τσάμηδων στην Περιοχή Ηπείρου και Θεσπρωτίας
Με βάση τα παραπάνω εκτιμάται ότι :
• Η περίπτωση παρουσίας μιας πληθυσμιακής ομάδας Τσάμηδων ως μέρος του συνόλου των Αλβανών μεταναστών, ικανή να τεκμηριώσει εθνοτική παρουσία και να “στηρίξει” εδαφικές διεκδικήσεις στα πλαίσια του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού πρέπει να θεωρείται τελείως απίθανη.
• Στην πλέον δυσμενή για την Ελλάδα περίπτωση είναι δυνατόν να υπάρχει στην περιοχή ένας εντελώς περιορισμένος αριθμός Τσάμηδων κατ΄αναλογία του εκτιμωμένου ποσοστού υπάρξεως Τσάμηδων μέσα στο γενικότερο σύνολο των μεταναστών.
Ειδικότερα και με την επιφύλαξη των αποτελεσμάτων της απογραφής του 2001, εκτιμάται ότι σε κάθε περίπτωση ο αριθμός των Τσάμηδων στην περιοχή δεν μπορεί να υπερβαίνει το 3% του συνόλου των εκτιμωμένων μεταναστών στην περιοχή.
Κατά συνέπεια ακόμη και αν δεχθούμε ότι το σύνολο της πληθυσμιακής μεταβολής που σημειώθηκε στην περιοχή κατά τις δεκαετίες στις 1981-1999 και 1999-2001 οφείλεται μόνο στους Αλβανούς μετανάστες, θα πρέπει ο πιθανός συνολικός αριθμός Τσάμηδων αθροιστικά και για τις δύο να είναι :
1981-1991 : 15.187 x 3% = 455
1991-2001 : 12.692 x 3% = 381
--------
ΣΥΝΟΛΟ 836
Το εκτιμώμενο δηλαδή σύνολο αποτελεί το 0,3% περίπου του συνολικού πληθυσμού ποσοστό αμελητέο και μη συζητήσιμο από πλευράς στήριξης εθνικιστικών διεκδικήσεων.
Ειδικότερα δε στην Θεσπρωτία και παρά την επιλεκτικότητα που παρουσιάζει η περιοχή στα μεταναστευτικά ρεύματα προς την Ήπειρο μια ενδεικτική εκτίμηση μας δίνει :
Αύξηση Κατοίκων το 1991 : 2.822
3% της αύξησης = 2.822 x 3% = 84
Δηλαδή μια αναλογία στο σύνολο των 44.188 κατοίκων 0,2%, ποσοστό μη υπολογίσιμο.
Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουμε και από τα προσφάτως δημοσιογραφικά στοιχεία (Παράγραφος «Μεταναστευτικό Ρεύμα προς Ήπειρο και Ειδικότερα προς Θεσπρωτία»). Και αν ακόμη υποτεθεί ότι το σύνολο των εκτιμωμένων στην περιοχή μεταναστών είναι Αλβανοί το 3% των 12466 αντιπροσωπεύει έναν πιθανό αριθμό 373 για ολόκληρη την Ήπειρο και περίπου 80 για την Θεσπρωτία (2.896 x 3% = 80).
Με βάση τα παραπάνω εκτιμάται ότι σε καμιά περίπτωση δεν είναι δυνατόν υπό κανονικές συνθήκες ρυθμών του μεταναστευτικού ρεύματος (αριθμός μεταναστών, διασπορά) να έχει δημιουργηθεί εθνοτική υπολογίσιμη παρουσία Τσάμηδων στην Ήπειρο και ειδικότερα στην περιοχή Θεσπρωτίας.
Τυχόν παρουσία Τσάμηδων στην περιοχή μέσα στους στατιστικούς υπολογισμούς του συνόλου των μεταναστών δεν φαίνεται ότι στοιχειοθετεί σε καμιά περίπτωση συγκρίσιμη εθνότητα Τσάμηδων σε σχέση με τον τοπικό πληθυσμό και επιπρόσθετα δεν τεκμηριώνει και το στοιχείο της μονιμότητας. Είναι πιθανή και μια περιστασιακή παρουσία στα πλαίσια της πιθανής ποσοστιαίας αναλογίας Τσάμηδων στο σύνολο των Αλβανών μεταναστών-λαθρομεταναστών λαμβανομένης υπόψη και της διασποράς των στη χώρα μας η οποία όμως δεν αξιολογείται ως διακρίτη εθνοτική παρουσιά.
Δυνατότητες Δημιουργίας “Τεχνικής” Μειονότητας Τσάμηδων σε σχέση με την Μεταναστευτική Πολιτική της Ελλάδος (Βάσει του Νόμου 2910/2001)
Αποτελεί γεγονός αναμφισβήτητο ότι η Ελλάς αποτελεί σήμερα μια από τις Ευρωπαϊκές χώρες “υποδοχής” μεταναστών και λαθρομεταναστών. Με αυτό το δεδομένο και λαμβανομένης υπόψη της μεγάλης εκρήξεώς των προς την Ελλάδα μεταναστευτικών ρευμάτων κατά την 10ετία του 1990 κυρίως από την Αλβανία η χώρα αντιμετωπίζει προβλήματα τα οποία επιδρούν στην Εθνική της Ασφάλεια υπό την γενική έννοια του όρου δηλαδή την Εθνική Συνοχή (δημογραφική στρέβλωση, δημιουργία μειονοτικών ομάδων κ.λ.π), την Εσωτερική Ασφάλεια (εγκληματικότητα κ.λ.π.), την Οικονομία (παραοικονομία, δαπάνες για αντιμετώπιση παρανόμων εισόδων) και την Εθνική Άμυνα (στρατολογία πρακτόρων μεταξύ λαθρομεταναστών, πιθανότητα οργάνωσης σε περίπτωση κρίσεως ή σύγκρουσης με Τουρκία, δολιοφθορών κ.λ.π).
Η Ελλάς επεδίωξε με την ψήφιση του Νόμου 2910/2001 να εφαρμόσει μια “μεταναστευτική πολιτική” για να αντιμετωπίσει τα σοβαρά προβλήματα που έχουν ήδη δημιουργηθεί, η οποία επικεντρώνεται κυρίως στο να θέσει υπό κάποιον έλεγχο τον μεγάλο αριθμό λαθρομεταναστών που ανεξέλεγκτα ήδη διαβιεί στη χώρα μας, να αντιμετωπίσει τις οικονομικές απώλειες που υφίστανται (παραοικονομία, απώλεια εσόδων κ.λ.π) και να ισορροπήσει την αγορά εργασίας (επιλεκτικής χρησιμοποίησης των εργατικών δυνάμεων ανάλογα με ανάγκες κ.λ.π).
Η όλη πολιτική στηρίζεται στην “νομιμοποίηση” των υπαρχόντων ήδη λαθρομεταναστών αφού έχει γίνει αποδεκτό εκ των αποτελεσμάτων ότι δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί πρακτικά ούτε η είσοδος ούτε η παραμονή λαθρομεταναστών στην Ελλάδα.
Η παραπάνω πολιτική κινείται προς την ορθή κατεύθυνση της κατά το δυνατόν αντιμετώπισης ενός προβλήματος το οποίο η πολιτεία εκ των πραγμάτων βρίσκεται αδύναμη να αντιμετωπίσει στη γένεσή του (είσοδος, παραμονή λαθρομεταναστών κ.λ.π).
Παρά ταύτα φαίνεται ότι το όλο σύστημα θα παρουσιάσει αδυναμίες ως προς την εφαρμογή του και ότι στην προσπάθεια να αντιμετωπισθούν ορισμένα βραχυπρόθεσμα και άμεσα προβλήματα και κυρίως τα της οικονομίας έχουν υποτιμηθεί άλλα μακροπρόθεσμα και πολύ σοβαρότερα όπως η Εθνική Συνοχή υπό την ευρεία έννοια του όρου. Τούτο διότι :
• Οι προϋποθέσεις νομιμοποιήσεως και παραμονής μετά από συνεχείς παραχωρήσεις κατά την επεξεργασία του νομοσχεδίου, έχουν κατατάξει σε “χαλαρές” και αμφισβητήσιμες διαδικασίες που καθιστούν στην πράξη την νομιμοποίηση “εύκολη υπόθεση” και ευνοούν την μακροχρόνια ή και μόνιμη παραμονή (απόκτηση ιθαγένειας). Να σημειωθεί ότι είναι ιδιαίτερα ενισχυτικό το ότι με τον νέο νόμο είναι δυνατή και η μετακίνηση νέων και η μετακίνηση οικογενειών.
• Η ανάθεση του χειρισμού του όλου θέματος στους Δήμους και τις Κοινότητες λαμβανομένης υπόψη και της υποδομής που διαθέτουν δεν φαίνεται να διασφαλίζει τον ουσιαστικό έλεγχο του συστήματος (περιθώρια χαριστικών πράξεων, ενδοτισμού, αθέμιτων συναλλαγών, νομικά παράθυρά κ.λ.π.).
• Η ΕΛ.ΑΣ δεν έχει πλέον αρμοδιότητα εκδόσεως των αδειών παραμονής και ανανέωσης η οποία έχει μεταβιβασθεί στις Υπηρεσίες Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των Νομών και της Περιφερείας όπου ισχύουν τα προαναφερθέντα για τους Δήμους. Να σημειωθεί ότι η Ελλάς είναι η μόνη χώρα που οι Αστυνομικές Αρχές δεν χορηγούν τις άδειες παραμονής αλλοδαπών.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι με το Ν.2910/2001 έχει γίνει πρόβλεψη που στην ουσία φανερώνει την ανησυχία για την πιθανή εγκατάσταση και δημιουργία μειονοτικών ομάδων σε ορισμένες περιοχές που προφανώς αφορά και περιοχές που στρέφονται οι αλλυτρωτικές διεκδικήσεις γειτονικών μας χωρών ή και ακόμη ευαίσθητες περιοχές από πλευράς εθνικής ασφαλείας (π.χ. παραμεθόριες περιοχές).
Σύμφωνα με το άρθρο 42 Ν.2910/2001 προνοεί για “περιορισμούς στην κίνηση και εγκατάσταση αλλοδαπών”. Ειδικότερα η παρ. 2 του παραπάνω άρθρου προβλέπει ότι με έκδοση Προεδρικού Διατάγματος και ύστερα από προτάσεις τεσσάρων συναρμοδίων Υπουργείων (Εσωτερικών - Δημόσιας Διοίκησης – Αποκέντρωσης, Εξωτερικών, ΥΕΘΑ, Δημοσίας Τάξεως) μπορεί να απαγορεύεται η παραμονή και εγκατάσταση αλλοδαπών σε ορισμένες περιοχές της χώρας.
Με βάση τα παραπάνω και σε σχέση με το υπό μελέτη Ζήτημα των Τσάμηδων :
• Διευκολύνεται η παραμονή μεταναστών εξ Αλβανίας στην Ελλάδα. Τούτο σε συνδυασμό με την πολιτική των συνεχών ανανεώσεων παραμονής, της δυνατότητας που δίνεται για μετάκληση των οικογενειών και σε συνδυασμό με τον νόμο περί ιθαγενείας ευνοούν τη μόνιμη εγκατάσταση στη χώρα μας και κατά συνέπεια ευνοούν την δημιουργία και διεύρυνση μειονοτικών ομάδων. Η νομιμοποίηση επιπρόσθετα δεν σημαίνει ότι αντιμετωπίζει και κάθε μελλοντική προσπάθεια παρανόμου εισόδου (μετά την εκπνοή της προθεσμίας νομιμοποίησης). Αντίθετα έχει αποδειχθεί ότι οσάκις ελήφθησαν μέτρα νομιμοποιήσεως των λαθρομεταναστών αυξήθηκαν χαρακτηριστικά και τα ρεύματα προς την χώρα μας (λόγω προοπτικής εν συνεχεία νομιμοποιήσεως).
• Το σύστημα νομιμοποιήσεως και ελέγχου με την απαλλαγή της ΕΛ.ΑΣ και την μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων στον 1ο και 2ο βαθμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης δημιουργεί προϋποθέσεις ανοχών, συναλλαγής κ.λ.π. σ΄ότι αφορά τις προϋποθέσεις νομιμοποίησης αλλά και αδυναμίας ελέγχου του όλου συστήματος σ΄ότι αφορά την διακίνηση και εγκατάσταση των μεταναστών αφού ελλείπουν οι μηχανισμοί ελέγχου τους οποίους διαθέτει η ΕΛ.ΑΣ.
• Τα παραπάνω δημιουργούν πολλές αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον θα είναι δυνατός ο έλεγχος σκόπιμων μετακινήσεων και εγκαταστάσεων είτε αυτές γίνονται μέσω των νομίμων διαδικασιών (άδειες παραμονής κ.λ.π) είτε όχι.
• Η πρόβλεψη κατά συνέπεια του άρθρου 42 του Ν.2910/2001 αν και ορθή κατ΄ανάγκη για την πρόληψη της εγκατάστασης και δημιουργίας μειονοτικών ομάδων σε ορισμένες ευαίσθητες περιοχές μεταξύ των οποίων και η Θεσπρωτία στην πράξη δύσκολα θα μπορεί να εφαρμοσθεί διότι :
• Υπάρχει αδυναμία προληπτικού ελέγχου του συστήματος ως προς την μετακίνηση και εγκατάσταση των μεταναστών.
• Στην περίπτωση που εκ των υστέρων διαπιστωθεί τέτοια περίπτωση εκτιμάται σαν ιδιαίτερα δύσκολο να ληφθούν διορθωτικά μέτρα και ως προς την υλοποίηση αλλά και διότι μια σχετική απόφαση (Προεδρικό Διάταγμα) είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει αντικείμενο εκμετάλλευσης από αλβανικής πλευράς και κατ΄επέκταση διεθνείς ευαισθητοποιήσεις και αντιδράσεις τα οποία δεν συμφέρουν τη χώρα.
Συμπερασματικά σε περίπτωση κατά την οποία οργανωθεί μια σκόπιμη εσωτερική μετακίνηση νομιμοποιηθέντων Αλβανών μεταναστών με σκοπό τη συγκέντρωση σε μια περιοχή έστω και περιστασιακά εν προκειμένω την Θεσπρωτία, ως έχει οργανωθεί το σύστημα ελέγχου με το Ν.2910/2001 και παρά την δικλείδα ασφαλείας του νόμου (άρθ.42 “περί περιορισμού στην κίνηση και εγκατάσταση αλλοδαπών”). Τούτο είναι δυνατόν να επιτευχθεί για έναν αριθμό ικανό τουλάχιστον για δημιουργία εντυπώσεων (περιστασιακή παρουσία μιας δήθεν μειονοτικής εθνοτικής ομάδας). Σε μια τέτοια περίπτωση εκτιμάται ότι θα είναι ιδιαίτερα εθνικά επώδυνο λόγω εκμετάλλευσης του θέματος από την αλβανική πλευρά σε διεθνές επίπεδο κάθε μέτρο εκ των υστέρων απομάκρυνσης “νομίμων μεταναστών”.
Θα πρέπει κατά συνέπεια να οργανωθούν και λειτουργήσουν “προληπτικοί μηχανισμοί” πριν δημιουργηθούν τέτοιες καταστάσεις που εκτιμάται ότι βρίσκονται εκτός των δυνατοτήτων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η εμπλοκή της ΕΛ.ΑΣ στο όλο θέμα κρίνεται κατά συνέπεια απόλυτα αναγκαία.
Λοιπές Επιπτώσεις από πλευράς Εθνικής Αμύνης
Σύμφωνα και με τα συμπεράσματα της αντίστοιχης μελέτης της ΕΛ.Ε.Σ.ΜΕ θα πρέπει να αναμένεται ότι μεταξύ των εκατοντάδων χιλιάδων Αλβανών μεταναστών νομίμων ή μη υπάρχει η δυνατότης στρατολογίας κάθε είδους πρακτόρων, δολιοφθορέων ή αντιδραστικών στοιχείων τόσο από πλευράς Αλβανίας όσο και Τουρκίας.
Το θέμα αποκτά ακόμα ιδιαίτερη σημασία στην έκταση που συνδέεται και με εθνικιστικά κινήματα όταν μάλιστα συνοδεύονται και από καταβολές θρησκευτικού φονταμεταλισμού.
Εκτιμάται κατά συνέπεια ότι θα είναι εύκολο να βρεθούν μεταξύ του αλβανικού στοιχείου στην Ελλάδα άτομα τα οποία διακατέχονται από τις αλβανικές μεγαλοϊδεατικές τάσεις κατά της Ελλάδος και εν προκειμένω σ΄ότι αφορά τις προβαλλόμενες διεκδικήσεις των Τσάμηδων.
Υπό την έννοια δε της υπεράσπισης των δικαίων των “μουσουλμάνων αδελφών” είναι δυνατόν σε δεδομένη στιγμή και με την “βοήθεια” της Τουρκίας να δημιουργηθούν διάφορες δραστηριότητες συμπαράστασης. Από την άλλη πλευρά σε περίπτωση κρίσεως ή και πολεμικής συγκρούσεως με την Τουρκία πλέον των άλλων δυνατοτήτων της για την οργάνωση “πέμπτης φάλαγγας” στη χώρα μας θα πρέπει να προστεθεί και εκείνο της χρησιμοποίησης εθνικιστών Αλβανών που αποβλέπουν στην υλοποίηση στόχων του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού και ειδικότερα εκείνων που έχουν σχέση με την “δικαίωση” των Τσάμηδων.
Στα παραπάνω θα πρέπει να προστεθεί και η οργάνωση δραστηριοτήτων ή άλλου είδους εκδηλώσεων από καθαρά πλευράς UCK που εξετάζεται στην ανάλυση του ειδικά προς τούτο επομένου παράγοντα.
Ως πιθανές δραστηριότητες σε περίπτωση μιας ελληνοτουρκικής σύγκρουσης οι οποίες μάλιστα λόγω της μεγάλης διασποράς του αλβανικού στοιχείου είναι δυνατόν να εκδηλωθούν οπωσδήποτε στην ελληνική επικράτεια εκτιμώνται οι ακόλουθες :
• Διενέργεια κατασκοπίας κάθε μορφής.
• Οργάνωση και εκτέλεση δολιοφθορών τόσο στη ζώνη μάχης όσο και στο εσωτερικό.
• Υποκίνηση ταραχών στο εσωτερικό της χώρας με εκμετάλλευση των μειονοτικών ομάδων ομοεθνών ή ομοθρήσκων.
• Την διεξαγωγή ανταρτοπολέμου ή και αντάρτικου πόλεων για δημιουργία αντιπερισπασμού.
• Πρόκληση αισθήματος ανασφάλειας στο εσωτερικό με δημιουργία προβλημάτων δημόσιας τάξης και ασφάλειας γενικά (ακόμη και πρόκληση δασικών πυρκαϊών).
• Την διενέργεια προπαγάνδας (διασπορά ψευδών ειδήσεων, προκηρύξεις κ.λ.π).
Τα παραπάνω αποτελούν το “μείζον” και έχουν εφαρμογή σε μια περίπτωση πολεμικής σύρραξης ή μεγάλης έκτασης κρίσης προφανώς με την Τουρκία ή και ακόμη μιας ευρείας Βαλκανικής κρίσης που μπορεί να εμπλακεί και η χώρα μας. Εκτιμάται ότι πέραν από τα παραπάνω είναι δυνατόν να οργανωθούν επιλεκτικά σε έκταση και ένταση ανάλογα με την περίσταση ήσσονος σημασίας δραστηριότητες με σκοπό τη δημιουργία εντυπώσεων κυρίως διεθνώς και την στήριξη σε δεδομένη στιγμή κάποιας ευρύτερης πολιτικής δραστηριότητος για το θέμα των Τσάμηδων όπως :
• Δραστηριότητες “διαμαρτυρίας” όπως χρησιμοποίηση προκηρύξεων, αναγραφής συνθημάτων, συγκεντρώσεις κ.λ.π.
• Οργάνωση από ακροεθνικά στοιχεία “τρομοκρατικών” κτυπημάτων διαμαρτυρίας με σκοπό την προσέλκυση του ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης επί του συγκεκριμένου θέματος.
• Υποκίνηση μειονοτικών ομάδων για διεκδίκηση δικαιωμάτων (αλβανικό στοιχείο) ή και ακόμη συμπαράστασης (μουσουλμανικό στοιχείο).
Τμήμα 2ο
Τσάμηδες – Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός – UCK
Eκ της μέχρι τώρα ανάλυσης του θέματος (Κεφάλαιο Β΄) έχει καταστεί εμφανής η σχέση του Ζητήματος των Τσάμηδων με τον Αλβανικό Μεγαλοϊδεατισμό και ως προς την γένεση του θέματος και ως προς την εξέλιξή του.
Είναι δε απόλυτα σαφές ότι το Ζήτημα των Τσάμηδων και ειδικότερα η διεκδίκηση της καλουμένης “Τσαμουριάς” αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του αλβανικού οράματος της Μεγάλης Αλβανίας και κατά συνέπεια θα πρέπει να θωρείται ως δεδομένο ότι όσο υπάρχει ο αλβανικός μεγαλοϊδεατισμός ως εθνική επιδίωξη θα υπάρχει και θέμα Τσάμηδων και Τσαμουριάς υπό την μια ή άλλη μορφή.
Είναι επίσης γεγονός ότι σήμερα ο λεγόμενος UCK αποτελεί τον κύριο φορέα έκφρασης και υλοποίησης των αλλυτρωτικών εθνικών αλβανικών στόχων με δεδομένο μάλιστα ότι η προσβλέπουσα προς την Δύση Αλβανία δεν είναι δυνατό επίσημα να εμφανίζει αλλυτρωτικές διεκδικήσεις που σαφώς συνεπάγονται σε αλλαγές συνόρων στη Βαλκανική.
Μετά τα παραπάνω το Ζήτημα των Τσάμηδων, ο Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός και η γενικότερη πολιτική και δράση του UCK συνεξετάζονται ως ένας κοινός παράγοντας που επηρεάζει κύρια το υπό μελέτη θέμα.
Ο Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός και το Ζήτημα των Τσάμηδων
Γεωπολιτικές Επιδιώξεις – Δυνατότητες και Πολιτικές
Με δεδομένο ότι το Ζήτημα της Τσαμουριάς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού δεν είναι δυνατόν να εγκαταλειφθεί από αλβανικής πλευράς αφού τυχόν “διαγραφή” του θέτει σε αμφισβήτηση ολόκληρο το “οικοδόμημα” της υλοποίησης των εθνικών στόχων. Είναι επίσης γεγονός ότι η όλη φιλοσοφία του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού στηρίχθηκε στην αντίληψη περί “αλυτρώτων αδελφών μουσουλμάνων Αλβανών” οι οποίοι θα πρέπει να ενωθούν με την μητέρα Αλβανία.
Η παραπάνω θέση εκτός του ότι δίνει στο όλο θέμα μια “εθνική” διάσταση ταυτόχρονο εκμεταλλεύεται και την θρησκευτική πλευρά του θέματος τοποθετώντας το πρόβλημα των θρησκευτικών διακρίσεων εις βάρος των Μουσουλμάνων.
Στα πλαίσια πάντα της παραπάνω εθνικιστικής αντίληψης η ύπαρξη μιας “αλβανικής εθνότητας” στις διεκδικούμενες περιοχές αποτελεί την βασική προϋπόθεση για την υλοποίηση του κυρίου γεωπολιτικού στόχου που είναι η δημιουργία ενός “εθνοτικού χώρου” (γεωγραφικός χώρος κατοικούμενος κατά πλειοψηφία από μια σαφώς διακρινομένη εθνοτική ομάδα).
Περαιτέρω ο γεωπολιτικός στόχος ολοκληρώνεται με την πολιτική αυτονομία του χώρου αυτού για να ακολουθήσει η απόσχιση, ανεξαρτησία και μακροπρόθεσμα η ενσωμάτωση με την Αλβανία.
Η περίπτωση όμως της καλουμένης Τσαμουριάς ως εθνικής επιδίωξης του αλβανικού μεγαλοϊδεατισμού διαφέρει σαφώς και προς την βασική αυτή προϋπόθεση σε σχέση με τις λοιπές περιπτώσεις του Κοσσυφοπεδίου, της Νοτ.Σερβίας (Πρέσεβου), της ΠΓΔΜ ή και ακόμα του Μαυροβουνίου.
Τούτο διότι δεν υπάρχει η εθνοτική αλβανική παρουσία στην διεκδικούμενη περιοχή αλλά η εθνοτική ομάδα ευρίσκεται στη γειτονική Αλβανία και προφανώς στη διεθνή διασπορά συνδεομένη μόνο ιστορικά με την περιοχή της καλουμένης Τσαμουριάς.
Είναι κατά συνέπεια φανερό ότι ως έχουν σήμερα οι συνθήκες, κάθε επιχειρουμένη υλοποίηση των στόχων του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού και προς την Τσαμουριά θα πρέπει :
• Να δημιουργήσει εθνική παρουσία Τσάμηδων στην περιοχή ώστε να δημιουργηθεί η έννοια του “εθνοτικού χώρου”.
• Σε περίπτωση αδυναμίας να δημιουργήσει περιορισμένη πραγματική ή πλασματική παρουσία με ταυτόχρονη αποδοχή ενός αρχικά περιορισμένου αντικειμενικού σκοπού εν αναμονή κάποιων μελλοντικών μεγάλων γεωπολιτικών ανακατατάξεων αν και όποτε δημιουργηθούν. Ειδικότερα :
Πιθανότητα Δημιουργίας Εθνικής Ομάδος Τσάμηδων στην Ήπειρο ή Θεσπρωτία ικανής να τεκμηριώσει Εδαφικές Διεκδικήσεις.
Η πιθανότητα δημιουργίας μιας εθνοτικής παρουσίας Τσάμηδων στην περιοχή Ηπείρου ή την Θεσπρωτία εκτιμάται ως μη δυνατή. Τούτο διότι :
• Με βάση το δεδομένο της μη αλλαγής γεωπολιτικών ισορροπιών στο ορατό μέλλον (προϋπόθεση μελέτης) δεν είναι δυνατόν να δικαιολογηθεί μια “επανεγκατάσταση” Τσάμηδων στην περιοχή γεγονός το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί πιθανό μόνο σε περίπτωση γενικοτέρων ευρωπαϊκών και παγκοσμίων συγκρούσεων μετά τις οποίες ιστορικά ακολουθούν σοβαρές γεωπολιτικές ανακατατάξεις.
• Η δημιουργία μιας εθνοτικής παρουσίας Τσάμηδων ικανής να τεκμηριώσει μια “αλλυτρωτική διεκδίκηση” μέσω του μεταναστευτικού ρεύματος θεωρείται επίσης απίθανη (Τμήμα 1ο “Δημογραφική Εκτίμηση”). Τούτο διότι θα πρέπει να δημιουργηθεί μια πληθυσμιακή αναλογία ανταγωνιστική του γηγενούς σήμερα πληθυσμού, δηλαδή μια αναλογία ίση ή μεγαλύτερη που σημαίνει για την Θεσπρωτία έναν αριθμό 45.000 κατοίκων. Μια τέτοια “συγκέντρωση” και αν ακόμη θεωρήσουμε ότι σκόπιμα θα επιδιωχθεί από αλβανικής πλευράς θεωρείται αδύνατο να υλοποιηθεί πρακτικά και πολύ περισσότερο να διαφύγει της εγκαίρου προσοχής των ελληνικών αρχών ώστε να ληφθούν κάποια προληπτικά μέτρα.
Δυνατότητα Δημιουργίας Περιορισμένης Έκτασης Πραγματικής ή Πλασματικής” Παρουσίας Τσάμηδων σε Ήπειρο και Θεσπρωτία.
Πέραν της στατιστικά αναμενομένης παρουσίας ενός περιορισμένου αριθμού Τσάμηδων μεταξύ των Αλβανών μεταναστών στην Ελλάδα εκτιμάται ότι είναι δυνατή η δημιουργία μιας πλέον “ευδιάκριτης” ομάδας, πραγματικής ή πλασματικής, μέσω του μεταναστευτικού ρεύματος. Ειδικότερα :
• Είναι δυνατόν να “κατευθυνθούν” Τσάμηδες, και ιδιαίτερα εκείνοι οι οποίοι διεκδικούν αποζημίωση, προς την περιοχή Ηπείρου και ειδικότερα της Θεσπρωτίας, διευκολυνόμενοι από τις προβλέψεις της μεταναστευτικής νομοθεσίας και οι οποίοι θα προστεθούν στους στατιστικά αναμενόμενους να υπάρχουν την περιοχή.
• Είναι δυνατόν “επιλεκτικά” και μάλιστα μεταξύ των Αλβανών εθνικιστών που φυσιολογικά θα υπάρχουν στο σύνολο των μεταναστών να “βαφτιστούν” ορισμένοι ως Τσάμηδες είτε εκ των ήδη ευρισκομένων στην περιοχή είτε και σε άλλα σημεία της Ελλάδος.
• Είναι επίσης δυνατόν σε δεδομένη στιγμή να χρησιμοποιηθούν εκ των διεσπαρμένων σ΄όλη την Ελλάδα Αλβανών είτε πραγματικά στατιστικά να υπάρχουν Τσάμηδες είτε επίσης να “βαφτιστούν” επιλεκτικά ορισμένοι εκ των Αλβανών μεταναστών.
Πολιτική
Η δημιουργία μιας περιορισμένης πληθυσμιακής ομάδας Τσάμηδων κατά κύριο λόγο στην περιοχή Θεσπρωτίας θα παρέχει περαιτέρω στην αλβανική πλευρά τις ακόλουθες δυνατότητες :
• Να υποστηριχθεί διεθνώς η παρουσία Τσάμηδων τόσο στην διεκδικούμενη περιοχή όσο και στην Ελλάδα γενικότερα κάνοντας αισθητή την παρουσία των με διάφορες δραστηριότητες (εκδηλώσεις διαμαρτυρίας όπως προκηρύξεις, αναγραφή συνθημάτων, διαδηλώσεις κ.λ.π).
• Να υποστηριχθούν κατά ουσιαστικότερο τρόπο οι προβαλλόμενες απαιτήσεις αποζημιώσεων οι οποίες θα αποτελέσουν και “ενδιάμεσο” ΑΝΣΚ (κυρίως ως προς τη διεθνή αναγνώριση).
• Να ασκείται πίεση κατά της Ελλάδος και σε επίπεδο ελληνοαλβανικών σχέσεων σε σχέση και με την ελληνική μειονότητα της Βορείου Ηπείρου.
• Να έχει δημιουργηθεί η δεδομένη παρουσία για τυχόν μακροπρόθεσμη περαιτέρω εκμετάλλευση ανάλογα των συνθηκών.
Συμπερασματικά εκτιμάται ότι λόγω αδυναμίας του αλβανικού παράγοντα να δημιουργήσει προϋποθέσεις πραγματικής εθνοτικής παρουσίας Τσάμηδων στις αλλυτρωτικές διεκδικούμενες περιοχές είναι δυνατόν να επιδιώξει την μέσω μεταναστευτικού ρεύματος εξ Αλβανίας την δημιουργία μιας περιορισμένης εθνοτικής ομάδος Τσάμηδων πραγματικής ή πλασματικής.
Μια τέτοια επιλογή θα συνοδεύεται το πιθανότερο με την εφαρμογή μιας διαφορετικής “πολιτικής” σ΄ότι αφορά τον τρόπο επίτευξης του τελικού ΑΝΣΚ από εκείνη που ήδη έχει εφαρμοσθεί στις λοιπές διεκδικούμενες περιοχές στη Βαλκανική (Κοσσυφοπέδιο, Νοτ.Σερβία, ΠΓΔΜ) και θα στηρίζει την στρατηγική της στην χρησιμοποίηση πολλών ενδιάμεσων ΑΝΣΚ περιορισμένης σημασίας εν αναμονή κάποιων μελλοντικών γενικοτέρων εξελίξεων και ευκαιριών.
Η αναγνώριση μιας περιορισμένης εκτάσεως παρουσίας Τσάμηδων στην Ελλάδα, η αναγνώρισή τους διεθνώς ως μειονότητα, η ελεύθερη επικοινωνία των ευρισκομένων στην Αλβανία με τις περιοχές Ηπείρου – Θεσπρωτίας, η διεκδίκηση των αποζημιώσεων και η άσκηση αντισταθμιστικών πιέσεων στην Ελλάδα σε σχέση με την ελληνική μειονότητα της Βορ.Ηπείρου μπορεί να αποτελούν τους πρώτους ενδιάμεσους ΑΝΣΚπρο της επίτευξης του κυρίου ΑΝΣΚ, προϋπόθεση για κάθε περαιτέρω ουσιαστική προώθηση του θέματος που είναι η αναγνώριση ενός εθνοτικού χώρου.
Η Διεθνής Προπαγάνδα
Οι Στόχοι
Η περί Τσάμηδων διεθνής αλβανική προπαγάνδα αποτελεί το κύριο μέσον με το οποίο επιδιώκεται η προβολή και προώθηση του θέματος σε διεθνές επίπεδο διότι :
• Το επίσημο αλβανικό κράτος εκ των πραγμάτων μόνο συγκεκαλυμμένη υποστήριξη μπορεί να παράσχει σ΄ότι αφορά την προβολή του Ζητήματος των Τσάμηδων εκ μέρους του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού.
• Οι μέχρι τώρα επίσημες και σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο προσπάθειες διεθνούς αναγνωρίσεως του Ζητήματος των Τσάμηδων έχουν αποτύχει και κατά συνέπεια η προπαγάνδα αποτελεί το μόνο μέσο προβολής και προώθησης.
• Μέσω της προπαγάνδας και των συναφών δραστηριοτήτων επιδιώκεται :
• Η πρόκληση του ενδιαφέροντος της διεθνούς κοινής γνώμης για το θέμα των Τσάμηδων.
• Η υποκίνηση και ενεργοποίηση των Αλβανών της διασποράς για την υποστήριξη της Μεγαλοϊδεατικής Εθνικής Κινήσεως.
• Η εξασφάλιση υποστήριξης του ανά τον κόσμου μουσουλμανικού παράγοντα (μουσουλμανικά κράτη, διεθνείς οργανισμοί κ.λ.π).
Η αλβανική διεθνής προπαγάνδα για το Ζήτημα των Τσάμηδων ασκείται κυρίως μέσω ενός μεγάλου αριθμού οργανώσεων κυρίως της διασποράς οι οποίες είτε αφορούν αποκλειστικά το θέμα των Τσάμηδων είτε αναφέρονται γενικότερα σε θέματα Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού ένα εκ των οποίων αποτελεί και το υπόψη ζήτημα.
Πέραν των όποιων άλλων δραστηριοτήτων των παραπάνω οργανώσεων χρησιμοποιείται σε μεγάλη έκταση το “Διαδίκτυο” (INTERNET), με πολύ καλά οργανωμένες “Ιστοσελίδες” (SITES), μέσω των οποίων επιδιώκεται η προβολή του θέματος.
Σε πολιτικό επίπεδο χρησιμοποιείται επίσης το Αλβανικό Λόμπυ ιδιαίτερα των ΗΠΑ ως μέσο πιέσεως για την αναγνώριση από τις διάφορες κυβερνήσεις των Τσάμηδων ως μειονότητας στην Ελλάδα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η γενικότερη φιλοσοφία που ακολουθεί η αλβανική προπαγάνδα για το θέμα των Τσάμηδων είναι η χωρίς περιορισμούς παραποίηση των πραγματικών ιστορικών γεγονότων και η δια της “υπερβολής” επιδίωξη της επιτυχίας του “ελάχιστου” μέρους.
Τα κύρια σημεία στα οποία επικεντρώνεται η αλβανική προπαγάνδα για το θέμα των Τσάμηδων είναι :
• Η ιστορική τεκμηρίωση της ύπαρξης από της αρχαιότητος “εθνοτικού αλβανικού χώρου” στην περιοχή της Τσαμουριάς (νοουμένης ως του συνόλου της Ηπείρου) λόγω της ανέκαθεν εκεί παρουσίας των Τσάμηδων ανηκόντων στο Ιλλυρικό φύλλο.
• Η συνεχής παρουσία των Τσάμηδων στον χώρο αυτόν και η ουσιαστική συμμετοχή τους στα μεγάλα ιστορικά γεγονότα κατά την αρχαιότητα (Ρωμαϊκή, Βυζαντινή εποχή, Ελληνική Επανάσταση κ.λ.π. μέχρι και του Β΄Π.Π.).
• Η δικαιολόγηση της στάσης των Τσάμηδων κατά τον Β΄Π.Π. εναντίον του γηγενούς ελληνικού πληθυσμού.
• Η “εχθρική” κατά καιρούς στάση της Ελλάδος κατά των Τσάμηδων και επιλεκτικά κατά των Μουσουλμάνων Τσάμηδων η οποία τελικά οδήγησε στην “γενοκτονία” του 1944.
• Η ύπαρξη σήμερα στην Ελλάδα ενός εκατομμυρίου περίπου Τσάμηδων .
• Η ύπαρξη δήθεν αποφάσεων διεθνών οργανισμών που αναγνωρίζουν το δίκαιο του Ζητήματος των Τσάμηδων .
Με βάση τα παραπάνω είναι εμφανές ότι η αλβανική προπαγάνδα επικεντρώνεται στην προώθηση και προβολή της βασικής επιδίωξης για την υλοποίηση των μεγαλοϊδεατικών αλβανικών στόχων στην Ελλάδα δηλαδή “την αναγνώριση ενός εθνοτικού χώρου που ανήκε ανέκαθεν στους αλβανικής καταγωγής Τσάμηδες από τον οποίο βέβαια εκδιώχθηκαν κατά τον Β΄Π.Π. λόγω της εχθρικής ελληνικής στάσης και τον οποίο σήμερα μπορούν να επανασυγκροτήσουν με την παρουσία σήμερα στην Ελλάδα μιας ικανής πληθυσμιακής εθνοτικής παρουσίας Τσάμηδων και την υποστήριξη των δικαίων αυτών αιτημάτων από διεθνείς οργανισμούς”.
Πέραν των παραπάνω τα οποία αποτελούν προφανώς την μαξιμαλιστική προβολή του ζητήματος, παρουσιάζεται σε κάποιο πλέον επίσημο επίπεδο (απόφαση UNPO) η “συντηρητική” θέση σ΄ότι αφορά το Ζήτημα των Τσάμηδων με την οποία στην ουσία επιδιώκεται :
• Η αναγνώριση της ευρισκομένης σήμερα στην Αλβανία μιας πληθυσμιακής ομάδας 150.000 Τσάμηδων ως αλβανικής μειονότητας προερχομένης από την Ελλάδα και η οποία βίαια εκδιώχθηκε κατά παράνομο τρόπο.
• Η εκ μέρους της Ελλάδος αναγνώριση των παραπάνω και η διαπραγμάτευση με “νόμιμους εκπροσώπους” των Τσάμηδων για την επιστροφή των περιουσιών, την δυνατότητα επαναπατρισμού και την αναγνώριση των δικαιωμάτων τους.
Η παραπάνω θέση εκτιμάται σαν ενδιάμεσος ΑΝΣΚ σε σχέση με τις προαναφερθείσες μαξιμαλιστικές θέσεις, ο οποίος στην ουσία οδηγεί στην αναγνώριση των Τσάμηδων ως μειονότητας και την αναγνώριση σχέσης μειονότητας και χώρου (Τσαμουριάς) δηλαδή το πρώτο βήμα για αναγνώριση ενός «εθνοτικού χώρου».
Η Αντιμετώπιση
Η γενικότερη πολιτική της Ελλάδος η οποία δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη Ζητήματος Τσάμηδων έχει προφανώς οδηγήσει σε μια πλήρη αδράνεια σ΄ότι αφορά την αντιμετώπιση της αλβανικής προπαγάνδας.
Πλέον από τις επίσημες δηλώσεις δεν υπάρχει καμιά επίσημη ανακοίνωση κατά των ισχυρισμών της αλβανικής προπαγάνδας ούτε και αυτών ακόμη των υπέρ των Τσάμηδων θέσεων που αναφέρονται στην επίσημη Ιστοσελίδα του Τουρκικού ΥΠΕΞ .
Εκτιμάται γενικά ότι λόγω των ιστορικών ανακριβειών και υπερβολών της αλβανικής προπαγάνδας σχετικά με το Ζήτημα των Τσάμηδων, η αντιμετώπισή της είναι και δυνατή και χρήσιμη διότι :
• Είναι εύκολη με ιστορικά επιχειρήματα, γεγονότα κ.λ.π. η απόδειξη των ανακριβειών και υπερβολών.
• Επειδή ακριβώς η αλβανική προπαγάνδα στηρίζεται σε κραυγαλέες ανακρίβειες και υπερβολές η αντιμετώπισή της με τεκμηριωμένα στοιχεία θα κλονίσει όλο το οικοδόμημα της αλβανικής προπαγάνδας ως αναξιόπιστο και αβάσιμο.
Εκτιμάται εξ άλλου ότι και αν ακόμη το επίσημο ελληνικό κράτος δεν επιθυμεί για διαφόρους λόγους την επίσημη εμπλοκή του με το θέμα, θα ήταν δυνατή η μεθόδευση αντιδράσεων στην αλβανική προπαγάνδα μέσω των διαφόρων ελληνικών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ) στην Ελλάδα και το εξωτερικό με την ανεπίσημη κατεύθυνση του αρμοδίου ελληνικού κρατικού φορέα ή και ακόμη μέσω μεμονωμένων ατόμων με την οργάνωση και λειτουργία Ιστοσελίδων στο Διαδίκτυο.
Δράση του Αλβανικού Απελευθερωτικού Στρατού (UCK)
Ο Ρόλος του UCK
Κατά τη διάρκεια της γενικότερης σύγκρουσης μεταξύ αλβανοφώνων του Κοσσυφοπεδίου και ΟΔΓ-Σερβίας ο ρόλος του UCK απεδείχθη καταλυτικός σ΄ότι αφορά την κλιμάκωση της κρίσης που τελικά εξελίχθηκε σε μετωπική “σύγκρουση” μεταξύ Αλβανών και Σέρβων και κατέληξε στην γνωστή παρέμβαση του ΝΑΤΟ και της Διεθνούς Κοινότητας.
Στη συνέχεια ο UCK από μια αρχική αντιστασιακή έστω οργάνωση εξελίχθηκε σε ένα ευρύτερο εθνικό κίνημα το οποίο πολύ σύντομα απέκτησε πολιτική δύναμη και οντότητα και ταύτισε απόλυτα την ύπαρξή του και τον ρόλο του με την υλοποίηση των στόχων του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού.
Οι μετά το Κοσσυφοπέδιο εξελίξεις στη Νότια Σερβία και την ΠΓΔΜ επιβεβαίωσαν και ενίσχυσαν το ρόλο κατά του UCK ως κυρίου φορέα των αλβανικών οραμάτων για τη δημιουργία της Μεγάλης Αλβανίας.
Ταυτόχρονα ο UCK έχει αποκτήσει μια ιδιαίτερα σημαντική “δυναμική” σ΄ότι αφορά την επίτευξη των πολιτικών στόχων του τους οποίους επιδιώκει να υλοποιήσει εφαρμόζοντας βασικά την ίδια στρατηγική που χρησιμοποίησε στο Κοσσυφοπέδιο και η οποία αναμφισβήτητα έχει εκτιμηθεί από την αλβανική πλευρά ως ιδιαίτερα επιτυχής.
Θα πρέπει κατά συνέπεια να αναμένεται ότι ο UCK ως εθνικό πλέον κίνημα έχοντας ταυτίσει την ύπαρξή του με την πραγμάτωση των οραμάτων του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού δεν θα σταματήσει την πολιτική και στρατιωτική του δραστηριότητα όσο υπάρχουν εθνικοί στόχοι για υλοποίηση.
Υπό την έννοια αυτή δεν θα πρέπει να αναμένεται ότι ο UCK θα σταματήσει την δραστηριότητά του και θα διαγράψει κάποιους από τους μεγαλοϊδεατικούς στόχους και επιδιώξεις αφού τούτο θα εσήμαινε και την αυτοκατάργησή του ως εθνικού κινήματος.
Κατά συνέπεια όσο συντηρείται και ενισχύεται ο Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός θα υπάρχει και ο UCK έστω μεταλλαγμένος η μόνη δε περίπτωση διάλυσής του εις το ορατό τουλάχιστον μέλλον είναι η διάσπασή του λόγω εσωτερικών συγκρούσεων και αντιθέσεων.
Εκτιμάται εξ άλλου ότι με την δυναμική η οποία ήδη έχει αναπτυχθεί ο UCK θα επιδιώκει μια συνέχεια σ΄ότι αφορά την υλοποίηση των επί μέρους αντικειμενικών σκοπών οι οποίοι στο σύνολό τους υλοποιούμενοι ολοκληρώνουν και τον κύριο εθνικό στόχο της δημιουργίας της Μεγάλης Αλβανίας.
Εξ όσων φαίνεται από τις μέχρι σήμερα εξελίξεις υπάρχει μια γενική σχεδίαση από πλευράς UCK σ΄ότι αφορά τις προτεραιότητες υλοποίησης των επί μέρους εθνικών στόχων και σε κάθε φάση σχεδιάζεται και προετοιμάζεται η επόμενη . Εκτιμάται εξ άλλου ότι η έναρξη εκάστης φάσης της γενικής σχεδίασης κυρίως εξαρτάται από την έκβαση της προηγουμένης και κατά συνέπεια οι μελλοντικές εξελίξεις στο Κοσσυφοπέδιο (σ΄ότι αφορά το τελικό καθεστώς) και την ΠΓΔΜ θα είναι καθοριστικές για τις μετέπειτα δραστηριότητες και τις στρατηγικές που θα εφαρμοσθούν.
Συμπερασματικά και σε συνδυασμό με το υπό μελέτη Ζήτημα των Τσάμηδων εκτιμάται :
• Η διεκδίκηση της Τσαμουριάς ως επί μέρους εθνικός στόχος του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού δεν πρόκειται να “διαγραφεί” από την σχεδίαση του UCK.
• H “στρατηγική” η οποία θα εφαρμοσθεί είναι εξεταστέα (ανάλυση στη συνέχεια) αφού είναι προφανές ότι τα δεδομένα είναι διαφορετικά σε σχέση με τις περιπτώσεις Κοσσυφοπεδίου, Πρεσέβου και ΠΓΔΜ κυρίως σ΄ότι αφορά την μη ύπαρξη εθνικιστικής πληθυσμιακής παρουσίας των Τσάμηδων στην περιοχή.
• Μια πιθανή δραστηριότητα, οποιασδήποτε μορφής, του UCK σχετική με την καλουμένη “Τσαμουριά” εκτιμάται ως της τελευταίας προτεραιότητας σε σχέση με τις λοιπές (κατά σειρά Κοσσυφοπέδιο, Νοτ. Σερβία, ΠΓΔΜ και Μαυροβούνιο) και κατά συνέπεια η έναρξή της χρονικά θα εξαρτηθεί από τις μελλοντικές εξελίξεις ιδιαίτερα στο Κοσσυφοπέδιο και την ΠΓΔΜ.
Πολιτική και Στρατηγική
Γεωπολιτικό Επίπεδο
Εξ όσων μέχρι τώρα έχει διαφανεί από τις πρόσφατες εξελίξεις στο Κοσσυφοπέδιο, Πρέσεβο και ΠΓΔΜ, ο UCK επιδιώκει την υλοποίηση των τελικών εθνικών του στόχων εφαρμόζοντας μια γενικότερη εθνική στρατηγική σε γεωπολιτικό επίπεδο κατά φάσεις όπως παρακάτω :
• Δημιουργία και κλιμάκωση κρίσης μέχρι σημείου ευρείας έκτασης εθνοτικών συγκρούσεων.
• Δημιουργία “εθνοτικού χώρου” ταυτιζομένου με την διεκδικούμενη περιοχή με την παρέμβαση της διεθνούς κοινότητος.
• Αναγνώριση ευρείας αυτονομίας στην περιοχή με ταυτόχρονη πολιτική επικράτηση του αλβανικού στοιχείου.
• Απόσχιση και ανεξαρτητοποίηση.
• Ενσωμάτωση με Αλβανία.
Πολιτικό-Στρατιωτική Στρατηγική
Ειδικότερα αναλύοντας τα παραπάνω από πλευράς πολιτικό-στρατιωτικής στρατηγικής επιδιώκεται :
• Η δημιουργία έντασης και η κλιμάκωσή της μέχρι της ανοικτής σύγκρουσης που προκαλείται αρχικά με στρατιωτικές δραστηριότητες του UCK τύπου ανορθοδόξου πολέμου και αντάρτικου πόλεων στρεφομένων κατά στόχων των δυνάμεων ασφαλείας και των ενόπλων δυνάμεων του κυρίαρχου κράτους. Παράλληλα επιδιώκεται η άσκηση τρομοκρατίας προς την μειοψηφούσα εθνικότητα (Σέρβοι, Σλάβοι) ώστε να επιτευχθούν :
• Υποκίνηση του τοπικού αλβανικού στοιχείου με την προβολή διεκδικήσεων (αυτονομία, συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, ισοπολιτική συμμετοχή στην εξουσία κ.λ.π), μέσω των οργανωμένων στην περιοχή αλβανικών κομμάτων.
• Η επέκταση των δραστηριοτήτων του UCK με την συμμετοχή του τοπικού αλβανικού στοιχείου το οποίο στρατολογείται είτε οικειοθελώς είτε και δι΄ασκήσεως ψυχολογικής βίας.
• Η δημιουργία θυλάκων ελεγχομένων από τον UCK συνήθως σε ορεινές περιοχές και κατά προτίμηση όπου υπάρχουν χωριά με αμιγές αλβανικό στοιχείο.
• Η πρόκληση αντιδράσεων από το κυρίαρχο κράτος ώστε να κλιμακωθούν οι συγκρούσεις με την εμπλοκή των ενόπλων των δυνάμεων.
• Η εκ των συγκρούσεων δημιουργία κύματος προσφύγων εξ όλων των εις την περιοχή εθνοτήτων ώστε αφ΄ενός να αυξηθεί η δυσαρέσκεια του αλβανικού στοιχείου και να προκληθούν ανάλογες αντιδράσεις (σύγκρουση μεταξύ εθνοτήτων, ενίσχυση και υποστήριξη UCK) και αφ΄ετέρου και σε συνδυασμό με την ασκούμενη τρομοκρατία να δημιουργηθούν τάσεις απομάκρυνσης των αντιπάλων εθνοτικών στοιχείων (Σέρβοι στο Κοσσυφοπέδιο και Πρέσεβο, Σλάβοι στην ΠΓΔΜ)και να δημιουργηθούν διαχωριστικές γραμμές.
• Η κορύφωση της σύγκρουσης ώστε να δημιουργείται μείζον θέμα για την τύχη του αλβανικού στοιχείου και να προκληθεί παρέμβαση της Διεθνούς Κοινότητος η οποία μπορεί να λάβει την παρακάτω μορφή :
• Απ΄ευθείας στρατιωτική παρέμβαση στρεφομένη κατά του κυρίαρχου κράτους (Κοσσυφοπέδιο) με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός είδους διεθνούς προτεκτοράτου στο οποίο όμως κυριαρχεί πλέον το αλβανικό στοιχείο και κατά συνέπεια δημιουργείται στην ουσία ένας “εθνοτικός αλβανικός χώρος”.
• Άσκηση πιέσεων προς την κυρίαρχο κυρίως χώρα για την αποδοχή παραχωρήσεων που οδηγούν στην ουσία σε κάποιας μορφής αυτονομίας της περιοχής με την επικράτηση του αλβανικού στοιχείου (ΠΓΔΜ).
• Η μετάλλαξη του UCK σε πολιτικό κόμμα μετά την παρέμβαση της Διεθνούς Κοινότητος ώστε να επικρατήσει πολιτικά στην εν συνεχεία πορεία της περιοχής, το καθεστώς της όποιας μορφής αυτονομίας (Κοσσυφοπέδιο).
Η Στρατιωτική Τακτική
Από καθαρά στρατιωτικής πλευράς για την υλοποίηση των παραπάνω επιδιώξεων και σύμφωνα με την τακτική του ανταρτοπολέμου και του Ανορθοδόξου Πολέμου εφαρμόζονται τα ακόλουθα :
• Δημιουργία βάσεων υποστήριξης (ανεφοδιασμός, εκπαίδευση), στο γειτονικό κράτος. Τούτο χρησιμοποιείται επίσης και για την εν ασφαλεία αποχώρηση των τμημάτων του UCK σε περίπτωση πιέσεως από τις αντίπαλες δυνάμεις (περίπτωση βάσεων στην περιοχή Τροπογια στην Αλβανία προ της ενάρξεως των επιχειρήσεων στο Κοσσυφοπέδιο)όπως επίσης και για το ρεύμα ΔΜ κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων.
• Δημιουργία βάσεων υποστηρίξεως (κρύπτες κ.λ.π.) εντός της περιοχής δράσης συνήθως με την βοήθεια του τοπικού στοιχείου.
• Οργάνωση δικτύου υποστηρίξεως στην περιοχή δράσεως από το τοπικό αλβανικό στοιχείο (πληροφορίες, κάλυψη, στρατολογία κ.λ.π).
• Εξασφάλιση ρεύματος ανεφοδιασμού σε μέσα και προσωπικό από το εξωτερικό μέσω του γειτονικού κράτους (οπλισμός, πυρομαχικά, υλικά, εφόδια κ.λ.π) και των βάσεων υποστήριξης.
Από πλευράς διεξαγωγής των επιχειρήσεων και του συμπεράσματος εκ των επιχειρήσεων στο Κόσσοβο, Νοτ. Σερβία και ΠΓΔΜ αποδεικνύεται ότι :
• Αποτελεί ζωτική προϋπόθεση για την διεξαγωγή των επιχειρήσεων η υποστήριξη η οποία παρέχεται από το γειτονικό κράτος. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Νοτ. Σερβία η δράση του UCK σταμάτησε όταν, με τη σύμφωνη γνώμη της Διεθνούς Κοινότητας, επετράπη στις Σερβικές Δυνάμεις να εισέλθουν στην αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη των 5 χιλ. η οποία είχε σχηματισθεί μεταξύ Κοσσυφοπεδίου και Νοτ. Σερβίας μετά το πέρας της κρίσης στο Κόσσοβο. Μέχρι τότε λόγω αδυναμίας ελέγχου από την KFOR ο χρησιμοποιούσε τη νεκρή ζώνη ως ενδιάμεση βάση υποστήριξης, ενώ υποστηριζόταν και από βάσεις που είχε οργανώσει και λειτουργήσει στο Κόσσοβο.
• Ιδιαίτερη σημασία επίσης παρουσιάζει η δυνατότητα υποστήριξης στο εσωτερικό πλην όμως εκτιμάται ότι σε περίπτωση αποστέρησης των ανταρτών από την υποστήριξη μέσω γειτονικού κράτους, οι επιχειρήσεις δεν είναι δυνατόν να συνεχισθούν για μακρό χρόνο στηριζόμενη μόνο στην υποστήριξη εκ του εσωτερικού.
Δυνατότητες του UCK για Δραστηριότητες στην Περιοχή Τσαμουριάς
Με βάση τα προαναφερθέντα εκτιμάται ότι η δυνατότης του UCK να πραγματοποιήσει την Εθνική και Πολιτικό-Στρατιωτική Στρατηγική και παρόμοιας μορφής στρατιωτική δράση και τακτική στην καλουμένη περιοχή Τσαμουριάς με σκοπό να πετύχει γεωπολιτικό στόχο (αυτονόμηση, αυτοδιάθεση περιοχής) είναι σχεδόν μηδενική διότι :
• H μη μόνιμη εθνοτική παρουσία Τσάμηδων στην περιοχή (Ηπείρου – Θεσπρωτίας) δεν είναι δυνατόν να στηρίξει ούτε τον γεωπολιτικό στόχο (δημιουργία και διεκδίκηση των Εθνοτικών Χώρων), ούτε την Πολιτικο-στρατιωτική Στρατηγική (δημιουργία και κλιμάκωση κρίσεων, εθνοτικών συγκρούσεων κ.λ.π) αλλά ούτε και τίς καθαρά στρατιωτικές ενέργειες και τακτικές που εφαρμόσθηκαν στις άλλες Βαλκανικές περιπτώσεις (Κόσσοβο, Νοτ. Σερβία, ΠΓΔΜ).
• Η διεξαγωγή κάποιου είδους ανταρτοπολέμου με δυνάμεις που αναφέρθηκαν κατά καιρούς από δημοσιογραφικές πληροφορίες (Ταξιαρχία Τσαμουριάς) εκτιμάται σαν “ακραία” επιχείρηση από στρατιωτικής πλευράς διότι :
• Ελλείπει η τοπική πολιτική και στρατιωτική στήριξη λόγω ανυπαρξίας μονίμου αλβανικού στοιχείου στην περιοχή.
• Και αν ακόμη υποτεθεί ότι μπορεί να οργανωθεί κάποιου είδους τοπική υποστήριξη εκ των υπαρχόντων στην περιοχή αλβανικών μειονοτήτων αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί ως εντελώς περιορισμένη και μόνο κατά την προκαταρκτική και αρχική φάση κάποιων επιχειρήσεων ανταρτοπολέμου λαμβανομένης υπόψη και της αναμενόμενης αντίδρασης του ελληνικού στοιχείου και του ελληνικού κράτους.
• Η υποστήριξη εκ του γειτονικού κράτους (Αλβανίας) αν όχι αδύνατη θα πρέπει να θεωρηθεί εντελώς περιορισμένη διότι :
Η επίσημη Αλβανία δεν είναι δυνατόν να στηρίξει εμφανώς ή να ριψοκινδυνεύσει έστω και μια ανεπίσημη υποστήριξη (ανοχή κ.λ.π) λαμβανομένων υπόψη των πολιτικών της επιδιώξεων σε διεθνές επίπεδο (Σύμφωνο Σταθερότητος, ΝΑΤΟ, ΕΕ κ.λ.π) οποιαδήποτε στρατιωτική επιχείρηση του UCK κατά της Ελλάδος μέλους του ΝΑΤΟ, ΕΕ κ.λ.π.
Οι στρατιωτικές δυνατότητες της Ελλάδος συγκρινόμενες με εκείνες της Σερβίας και ΠΓΔΜ είναι κατά πολύ ισχυρότερες και αποτελεσματικότερες με καθαρά στρατιωτικά δεδομένα (Δομή Δυνάμεων, Εξοπλισμοί κ.λ.π) και κατά συνέπεια οι δυνατότητες για διεξαγωγή εκκαθαριστικών επιχειρήσεων, έλεγχος συνόρων κ.λ.π. δεν αφήνει περιθώρια διεξαγωγής οργανωμένου ανταρτοπολέμου οποιασδήποτε μορφής.
Η διεθνής θέση της Ελλάδος δεν ευνοεί ουσιαστικές παρεμβάσεις της διεθνούς κοινότητος υπέρ τυχόν προβαλλομένων αλβανικών διεκδικήσεων.
Συμπερασματικά εκτιμάται ότι η επιδίωξη εκ μέρους του UCK υλοποίησης των εθνικιστικών επιδιώξεων του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού σ΄ότι αφορά την Τσαμουριά, με εφαρμογή πολιτικών στόχων, στρατηγικής και στρατιωτικής τακτικής της μορφής που εφαρμόσθηκε στις λοιπές διεκδικούμενες περιοχές δεν είναι δυνατή διότι :
• Ελλείπει το βασικό στοιχείο της όλης εθνικιστικής αλβανικής αντίληψης που καθορίζει και τον τρόπο δράσης του UCK δηλαδή η παρουσία εθνοτικής πληθυσμιακής ομάδος των Τσάμηδων στην περιοχή.
• Η ανυπαρξία του εθνικού αλβανικού στοιχείου δεν μπορεί να στηρίξει την στρατηγική ένταση, δημιουργία κρίσεως, εθνοτική σύγκρουση, παρέμβαση διεθνούς κοινότητος και να τεκμηριώσει την ανάγκη δημιουργίας ενός “εθνοτικού χώρου”.
• Η διεξαγωγή επιχειρήσεων ανταρτοπολέμου εκτιμάται σαν μια ακραία ενέργεια που μόνο υπό συνθήκες μιας γενικότερης εμπλοκής της Ελλάδος σε κρίση (π.χ. ευρεία Βαλκανική κρίση που θα εμπλακεί και η Ελλάς ή ελληνοτουρκική σύγκρουση) μπορεί να αποφασισθεί διότι :
• Δεν μπορεί να οδηγήσει σε εθνικό και πολιτικό αποτέλεσμα δημιουργίας εθνοτικού χώρου (αυτονομία, απόσχιση κ.λ.π) αφού ελλείπει το βασικό στοιχείο υλοποίησης δηλαδή η εθνοτική παρουσία.
• Δεν είναι δυνατόν στρατιωτικά να οργανωθεί και συντηρηθεί επί αρκετό χρόνο έστω μέχρι επιτυχίας κάποιων περιορισμένων αποτελεσμάτων διότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί ούτε από πλευράς “γειτονικής χώρας” βάσεως υποστήριξης και από πλευράς τοπικής υποστήριξης στην περιοχή επιχειρήσεων (έλλειψη αλβανικού εθνοτικού στοιχείου). Παράλληλα οι όποιες επιχειρήσεις θα πρέπει να διεξαχθούν σε εντελώς εχθρικό περιβάλλον (ελληνικό στοιχείο) και εναντίον ισχυρών και αποτελεσματικών ενόπλων δυνάμεων.
• Μια επιχείρηση ανταρτοπολέμου χωρίς επίτευξη ουσιαστικών στρατηγικών αποτελεσμάτων εφ΄όσον οδηγήσει σε στρατιωτική ήτα θα προκαλέσει σοβαρό πλήγμα στο γόητρο του UCK και θα θέσει σε αμφισβήτηση την γενικότερη στρατηγική του για την επίτευξη των εθνικών στόχων.
• Μια στρατιωτική ενέργεια του είδους αυτού κατά της Ελλάδος, χώρας μέλους του ΝΑΤΟ και της ΕΕ θα προκαλέσει τις αρνητικές για τον UCK αντιδράσεις της διεθνούς κοινότητας ή κατ΄ελάχιστον δεν θα πρέπει να αναμένεται η οποιαδήποτε πολιτική υποστήριξη, ευνοϊκή παρέμβαση ή αναγνώριση και κατά συνέπεια το γενικότερο πολιτικό κόστος σε διεθνές επίπεδο θα είναι ιδιαίτερα μεγάλο έναντι μάλιστα κάποιων αμφιβολιών και περιορισμένης σημασίας επιδιωκομένων αποτελεσμάτων
• Γενικά μια επιχείρηση ανταρτοπολέμου εκτός του ότι δεν οδηγεί εξ αντικειμένου σε κανένα στρατηγικό αποτέλεσμα στρατιωτικά δύσκολα μπορεί να οργανωθεί, θα είναι περιορισμένης έκτασης και διάρκειας ως προς την διεξαγωγή του με όποια αποτελέσματα (δημιουργία εντυπώσεων, άσκηση πιέσεων) σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογήσουν το ιδιαίτερα υψηλό πολιτικό κόστος σε διεθνές επίπεδο και το πλήγμα που θα υποστεί γενικότερα το γόητρο του UCK από μια σχεδόν βεβαία στρατιωτική και πολιτική ήτα του.
Μετά τα παραπάνω εκτιμάται ότι μια πιθανή εμπλοκή του UCK σε δραστηριότητες σχετικώς με την διεκδίκηση της καλουμένης Τσαμουριάς θα έχει μια τελείως διαφορετική και περιορισμένη μορφή και θα συνδυασθεί με μια εντελώς διαφορετική “εθνική προσέγγιση” με την οποία δυνατόν να επιδιωχθεί :
• Από πολιτικής πλευράς η δημιουργία μιας περιορισμένης εθνοτικής ομάδας Τσάμηδων μέσω του μεταναστευτικού ρεύματος ώστε να “δηλωθεί” κάποια παρουσία στην διεκδικούμενη περιοχή και την Ελλάδα γενικότερα.
• Η εκδήλωση κάποιων πολιτικών και στρατιωτικών δραστηριοτήτων ώστε να γίνει εμφανής η προαναφερθείσα παρουσία με σκοπό :
• Την τεκμηρίωση της ύπαρξης μειονότητος Τσάμηδων η οποία εκδιώχθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος από την Ελλάδα αλλά εξακολουθεί και υφίσταται τόσο στην Αλβανία όσο και την Ελλάδα.
• Η κατά κάποιο τρόπο αναγνώριση της σχέσεως της μειονότητας αυτής με τον χώρο της Τσαμουριάς (εθνοτικό χώρο) νοουμένης ως ταυτόσημης της Ηπείρου.
• Οι διεκδικήσεις αποζημιώσεων των περιουσιών των Τσάμηδων που εκδιώχθηκαν, που αν υποτεθεί ότι αναγνωρισθούν τότε κατά ένα τρόπο τεκμηριώνεται νομικά και το θέμα της αναγνώρισης της μειονότητας και το θέμα της σχέσης της με τη διεκδικούμενη περιοχή και στοιχειοθετείται η έννοια του εθνοτικού χώρου.
• Την άσκηση “αντισταθμιστικών” πιέσεων σε διμερές επίπεδο με την Ελλάδα σε σχέση με την ελληνική μειονότητα της Βορείου Ηπείρου.
• Οι προαναφερθείσες δραστηριότητες δυνατόν να έχουν την μορφή :
• Εκδηλώσεων διαμαρτυρίας υπέρ των Τσάμηδων (προκηρύξεις, αναγραφή συνθημάτων, συγκεντρώσεις κ.λ.π).
• Πιθανή περιστασιακή παρουσία του UCK σε παραμεθόριες περιοχές για δημιουργία εντυπώσεων.
• Υποκίνηση του αλβανικού στοιχείου στην Ελλάδα ή και ακόμη της μουσουλμανικής μειονότητας για δημιουργία μειονοτικών θεμάτων και εκδηλώσεις συμπαράστασης στο Ζήτημα των Τσάμηδων.
• Η διεξαγωγή καθαρά στρατιωτικών δραστηριοτήτων μιας περιορισμένης έντασης αντάρτικου πόλεων υπό την μορφή τρομοκρατικών κτυπημάτων, διαμαρτυρίας.
Τα παραπάνω θεωρούνται ότι ευρίσκονται εντός των στρατιωτικών δυνατοτήτων του UCK πλην όμως εκτιμάται για λόγους υψηλού πολιτικού κόστους τόσο σε επίπεδο διμερών σχέσεων με την Αλβανία (μειονοτικό) όσο και διεθνώς, δύσκολα θα αποφασισθεί τυχόν υλοποίησή τους.
• Η χρησιμοποίηση της ελληνικής μειονότητας της Βορείου Ηπείρου ως “μοχλού πιέσεως” κατά της Ελλάδας για αντίστοιχες παραχωρήσεις στο θέμα των Τσάμηδων, με την δημιουργία συνθηκών βίας και τρομοκρατίας του ελληνικού στοιχείου πιθανόν με συμμετοχή και Τσάμηδων ώστε να δημιουργηθούν συνθήκες ανασφάλειας με όλες τις πιθανές επιπτώσεις (εσωτερικής συγκρούσεις, παρέμβαση επισήμου αλβανικού κράτους, μέτρα κατά της μειονότητας, κύμα προσφύγων κ.λ.π). Μια τέτοια κατάσταση εκτιμάται ως στρατιωτική δυνατή πλην όμως προϋποθέτει την “ανοχή” του επισήμου αλβανικού κράτους και κατά συνέπεια θα επιδεινώσει στο έπακρο τις ελληνοαλβανικές σχέσεις γεγονός που από πολιτικής πλευράς βαραίνει ιδιαίτερα για τυχόν ανάλογες αποφάσεις τόσο από πλευράς του UCK όσο και επισήμου Αλβανίας.
Τα παραπάνω αναμένεται να συνδυασθούν τόσο με την επίσημη αλβανική πολιτική στην έκταση που ο σημερινός διεθνής προσανατολισμός της Αλβανίας το επιτρέπει και με την ανά τον κόσμο εντατικοποίηση της αλβανικής προπαγάνδας και την εξασφάλιση της υποστήριξης από άλλες χώρες και ιδιαίτερα από την Τουρκία .
Βαλκανικές Εξελίξεις και Προοπτικές
Οι μέχρι τώρα Βαλκανικές εξελίξεις (Κεφάλαιο Β΄, Τμήμα 2ο “Βαλκανικές Εξελίξεις και Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός”) αναμφισβήτητα αφύπνισαν τον Αλβανικό Μεγαλοϊδεατισμό και προσέδωσαν στον “αλβανικό παράγοντα” ένα καθοριστικό ρόλο για τις όποιες μελλοντικές εξελίξεις.
Από πλευράς ιδεολογικο-πολιτικών αντιλήψεων και εφαρμοσμένης στρατηγικής είναι σημαντικό ότι :
• Έχει ενισχυθεί η εθνική αντίληψη περί δικαίωσης των καταπιεζομένων Αλβανών Μουσουλμάνων Αδελφών η οποία αποτελεί την βάση του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού.
• Η επιτυχία της κατά μέτωπο σύγκρουσης του αλβανικού παράγοντα με τις Σερβικές Δυνάμεις στο Κόσσοβο και ΠΓΔΜ θεωρείται πλέον ως η ενδεικνυόμενη στρατηγική για την επίτευξη των εθνικών στόχων.
• Η επίτευξη των “εθνικών στόχων” της δημιουργίας της Μεγάλης Αλβανίας θεωρείται πλέον ως δυνατή και κατά συνέπεια θα πρέπει να αναμένεται να συνεχισθεί η προσπάθεια έστω και υπό κάποια άλλη μορφή και για τις άλλες περιοχές.
• Έχει δημιουργηθεί μια κυριαρχούσα εθνική αντίληψη στους απανταχού Αλβανούς, για ένα σημαντικό ρόλο που μπορεί να παίξει η Αλβανία στα Βαλκάνια και για την γενικότερη διεθνή πολιτική.
• Έχει αναγνωρισθεί στην εθνική αντίληψη των Αλβανών ο UCK ως κύριος πολιτικό-στρατιωτικός στρατηγικός φορέας υλοποίησης του εθνικού ΑΝΣΚ σε σημείο ώστε να υποβαθμίζεται η πολιτική θέση και οι δυνατότητες και αυτού του επισήμου αλβανικού κράτους.
• Έχει δημιουργηθεί ήδη μια “δυναμική” η οποία διαδοχικά από το Κοσσυφοπέδιο οδήγησε προς τις εξελίξεις της Νοτ. Σερβίας και ΠΓΔΜ και η οποία δύσκολα μπορεί να ανασταλεί στο μέλλον.
Με βάση τα παραπάνω θα πρέπει να αναμένεται ότι οι μελλοντικές Βαλκανικές εξελίξεις σ΄ότι αφορά κυρίως το Κοσσυφοπέδιο και ΠΓΔΜ θα επηρεάσουν αλυσιδωτά τις εξελίξεις στο Μαυροβούνιο και κατ΄επέκταση στην ΟΔΓ ή και ακόμη στην Σερβία (Νοτ. Σερβία και πιθανόν Σαντζάκ και Βοϊβοντίνα) και ταυτόχρονα θα διαμορφώνουν τις περαιτέρω στρατηγικές του UCK και γενικότερα του αλβανικού παράγοντα στην περιοχή σ΄ότι αφορά την ολοκλήρωση των εθνικών της ΑΝΣΚ. Ειδικότερα διαφαίνεται ότι :
• Το μελλοντικό καθεστώς στο Κοσσυφοπέδιο ανεξάρτητα του πως θα ονομασθεί (ευρεία αυτονομία κ.λ.π) οδηγεί σε απόσχιση και ανεξαρτοποίηση από τη Σερβία. Η περαιτέρω τύχη του Κοσσυφοπεδίου σε σχέση με τους στόχους του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού μπορεί να λάβει τις εξής μορφές :
• Διατήρηση της ανεξαρτησίας και επιδίωξη ενσωμάτωσης των γειτονικών περιοχών Νοτ. Σερβίας, ΠΓΔΜ και Μαυροβουνίου (θεωρία των Δύο Αλβανιών) με μακροπρόθεσμη ομοσπονδοποίηση με την Αλβανία.
• Ενσωμάτωση μακροπρόθεσμα με την Αλβανία.
Οι εξελίξεις στο Κόσσοβο αναμφισβήτητα θα επηρεάσουν τις εξελίξεις κυρίως στην ΠΓΔΜ και το Μαυροβούνιο όπου εκτιμάται ότι το πιθανότερο :
• Θα επιταχύνουν τις όποιες εξελίξεις της ΠΓΔΜ προς ένα είδος ευρείας αυτονομίας και ομοσπονδοποίησης των περιοχών Τετόβου-Γκοστιβάρ-Κουμανόβου ή ακόμη και συνομοσπονδίας μέσα στα πλαίσια της ΠΓΔΜ. Μακροπρόθεσμα θα επιδιωχθεί ενσωμάτωση της περιοχής με το Κόσσοβο ή και την Αλβανία, πράγμα που σημαίνει ουσιαστικά την διάλυση της ΠΓΔΜ.
• Θα προκαλέσουν την ανεξαρτοποίηση του Μαυροβουνίου και κατ΄επέκταση διάλυση της ΠΓΔΜ.
Μακροπρόθεσμα θα επιδιωχθεί η διάλυση του Μαυροβουνίου μετά από δράση του UCK και ενσωμάτωση του διεκδικούμενου τμήματος από τον Αλβανικό Μεγαλοϊδεατισμό στην Αλβανία ή Κόσσοβο και των λοιπών στην Σερβία.
• Να αναζωπυρώσουν τη δράση του UCK στη Νοτ. Σερβία με επιδίωξη την ενσωμάτωση της περιοχής στο Κοσσοφοπέδιο.
Οι παραπάνω πιθανές εξελίξεις σαφώς αλληλο-επηρεαζόμενες δεν είναι δυνατόν να τοποθετηθούν σε συγκεκριμένες χρονικές προβλέψεις. Είναι αναμφισβήτητο ότι κάθε ευνοϊκή εξέλιξη για την πραγμάτωση των επί μέρους εθνικών αλβανικών στόχων θα πυροδοτεί έναρξη για την επίτευξη των επομένων.
Με δεδομένο ότι οι προαναφερθείσες εξελίξεις ταυτίζονται με τους μείζονος σημασίας στόχους του αλβανικού παράγοντα και λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων που παρουσιάζει το Ζήτημα των Τσάμηδων σε σχέση με τις μέχρι τώρα εφαρμοσμένες πολιτικές και στρατηγικές από αλβανικής πλευράς (δράση UCK κ.λ.π) εκτιμάται ότι :
• Σε περίπτωση ευνοϊκών εξελίξεως στη Βαλκανική από πλευράς αλβανικών επιδιώξεων θα διαμορφωθούν ανάλογα και για στρατηγική “μεγαλυτέρων απαιτήσεων” και για την περίπτωση της Τσαμουριάς.
• Σε κάθε όμως περίπτωση εκτιμάται ότι από πλευράς γεωπολιτικών στόχων δεν είναι δυνατόν να επιδιωχθεί τουλάχιστον στο ορατό μέλλον η δημιουργία “εθνοτικού χώρου” αλλά θα εφαρμοσθεί μια στρατηγική περιορισμένων στόχων (αναγνώριση ύπαρξης μειονότητας, αποζημιώσεις κ.λ.π) ενώ από πλευράς υλοποίησης δεν εκτιμάται να έχει μια συγκριτικά υψηλή προτεραιότητα.
• Παρά τα παραπάνω οι αστάθμητες εξελίξεις στην Βαλκανική και ιδιαίτερα οι εξελίξεις στην ΠΓΔΜ, δυνατόν να οδηγήσουν σε μια ευρύτερη Βαλκανική κρίση όπου είναι δυνατή η εμπλοκή του συνόλου σχεδόν του Βαλκανικού χώρου κατά την θεωρία του “Ντόμινο”. Στην περίπτωση αυτή αλλά και στην περίπτωση μιας διμερούς συγκρούσεως Ελλάδος-Τουρκίας είναι δυνατόν να εμφανισθούν μαξιμαλιστικές επιδιώξεις και ακραίες ενέργειες και στην περιοχή Τσαμουριάς εκ μέρους του UCK είτε καθαρά σ΄ότι αφορά τους μεγαλοϊδεατικούς στόχους είτε προς υποβοήθηση της Τουρκίας.
Τμήμα 3ο
Ελλάδα
Πολιτικές
Γενικά
Παρά το ότι η Ελλάς επίσημα δεν αποδέχεται την ύπαρξη Ζητήματος Τσάμηδων είναι γεγονός ότι το υπόψη θέμα συνεξεταζόμενο κατ΄ανάγκη στο γενικότερο πλαίσιο του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού, υπεισέρχεται σε πολλαπλά επίπεδα στην διαμόρφωση της ελληνικής εξωτερικής πολιτική στη Βαλκανική. Ειδικότερα σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής υπεισέρχονται θέματα που αφορούν :
• Την διεθνή θέση της Ελλάδος στα πλαίσια των σχέσεων και με Διεθνείς Οργανισμούς (ΝΑΤΟ, ΕΕ, ΟΑΣΕ) και Μεγάλων Δυνάμεων (ΗΠΑ, Γερμανία κ.λ.π).
• Τις διμερείς σχέσεις με την Αλβανία.
• Τις διμερείς σχέσεις με την Τουρκία.
• Τις σχέσεις με τα λοιπά Βαλκανικά κράτη.
Με βάση τα παραπάνω η επίσημη ελληνική πολιτική στη Βαλκανική στηρίζεται στις αρχές της διατήρησης στης σταθερότητας, ειρήνης και ασφάλειας όπως επίσης με τον πλήρη σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που έχουν σχέση με τις μειονότητες και το απαραβίαστο των διεθνώς αναγνωρισμένων συνόρων σύμφωνα με τις σχετικές αρχές του ΟΗΕ και του ΟΑΣΕ. Προς την κατεύθυνση αυτή η Ελλάς υποστηρίζει τη δημιουργία καλών γειτονικών σχέσεων και την ανάπτυξη στενών οικονομικών δεσμών μεταξύ των κρατών.
Είναι φανερό ότι την παραπάνω πολιτική υπαγορεύει η αντιμετώπιση των θεμάτων που έχουν δημιουργηθεί σ΄ότι αφορά τις ελληνικές διαβαλκανικές σχέσεις, τα οποία αναφορικά και με το υπό εξέταση θέμα έχουν σχέση με τα ακόλουθα :
• Τις αλλυτρωτικές αλβανικές διεκδικήσεις (μη αλλαγή συνόρων κ.λ.π) στην Βαλκανική αλλά και ειδικότερα στην Ελλάδα (διεκδίκηση Τσαμουριάς).
• Το πρόβλημα της ελληνικής μειονότητας της Βορ.Ηπείρου (σεβασμό ανθρωπίνων δικαιωμάτων μειονότητας) στην έκταση που μπορεί τούτο να αποτελέσει έμμεσα ή άμεσα αντικείμενο πιέσεως σε σχέση με το θέμα των Τσάμηδων.
• Την Τουρκική απειλή σ΄όλες της τις μορφές, συμπεριλαμβανομένης και της εκ μέρους της Τουρκίας δημιουργία θεμάτων για την μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, στην έκταση που μια ελληνοτουρκική κρίση ή σύγκρουση μπορεί να προκύψει και κάποιες δραστηριότητες που σχέση έχουν με τις αλβανικές αλλυτρωτικές διεκδικήσεις.
• Τις λοιπές διμερείς ελληνοαλβανικές σχέσεις σ΄ότι αφορά κυρίως τα θέματα των Αλβανών μεταναστών-λαθρομεταναστών στην Ελλάδα στην προσπάθεια της ελληνικής διείσδυσης στην Αλβανία (οικονομική, στρατιωτική διείσδυση κ.λ.π).
Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική στη Βαλκανική στα πλαίσια της Διεθνούς της Θέσεως
Η γενικότερη ελληνική πολιτική στη Βαλκανική προφανώς διαβλέπουσα τους κινδύνους που έχουν δημιουργηθεί για την ασφάλεια και σταθερότητα στην περιοχή υποστηρίζει την “μη αλλαγή συνόρων” και την “ειρηνική επίλυση των διαφόρων με βάση τις αρχές του διεθνούς δικαίου”. Μέχρι τώρα κατά τη διάρκεια της Βαλκανικής κρίσης του Κοσσυφοπεδίου και πρόσφατα της ΠΓΔΜ η Ελλάς, μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ και επηρεαζόμενη από την αμερικανική πολιτική προσπάθησε την τήρηση “πολιτικής λεπτών ισορροπιών”.
Τελικά, μη μπορώντας να έλθει σε σύγκρουση με τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ και ούτως ή άλλως να επηρεάσει και αποτρέψει αποφάσεις και ενέργειες εφήρμοσε στην πλέον ευνοϊκή περίπτωση μια πολιτική “αποχής αλλά μη παρεμπόδισης” υπό την έννοια της μη συμμετοχής της σε κάποιες ενέργειες όπως οι Νατοϊκοί βομβαρδισμοί αλλά μη δημιουργία προσκομμάτων (όπως η άσκηση VETO) στα πλαίσια του ΝΑΤΟ.
Περαιτέρω η χώρα μας υποστηρίζει την διευρυμένη αυτονομία του Κοσσυφοπεδίου (σύμφωνα με την απόφαση 1244 της 10 Ιουνίου 94 του ΟΗΕ) και την κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα των Σκοπίων, πολιτική που δεν απέχει από την επίσημη τουλάχιστον πολιτική των ΗΠΑ και των Διεθνών Οργανισμών. Παρά τα παραπάνω οι μέχρι τώρα εξελίξεις και οι διαφαινόμενες προοπτικές (Κεφάλαιο Α΄, Τμήμα 2ο “Βαλκανικές Εξελίξεις και Προοπτικές) δείχνουν ότι ο αφυπνισθείς Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός εκδηλούμενος με τη δράση του UCK προωθεί μια γενικότερη σχεδίαση υλοποίησης των αλλυτρωτικών εθνικών αλβανικών ΑΝΣΚ η δε διεθνής κοινότητα εφαρμόζει στην πράξη μια πολιτική ανοχής αν όχι και εύνοιας προς τον αλβανικό παράγοντα. Παράλληλα, επειδή δεν φαίνεται διατιθεμένη σε οποιαδήποτε στρατιωτική παρέμβαση κατά των Αλβανών εξτρεμιστών πιέζει συνήθως την άλλη πλευρά για παραχωρήσεις ώστε να αποφευχθεί η κλιμάκωση της κρίσης (Λεπτομέρειες στο Τμήμα 7 “Πολιτική ΟΗΕ, ΝΑΤΟ, ΕΕ και Μεγ. Δυνάμεων).
Με βάση τα παραπάνω και παρά το ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχει καμιά διεθνής αναγνώριση ή αντίδραση σ΄ότι αφορά τις προβαλλόμενες αλβανικές αιτιάσεις για τους Τσάμηδες και την Τσαμουριά, (πλην Τουρκίας), η Ελλάς να πρέπει προσεκτικά να σταθμίσεις ποιες μπορεί να είναι οι διεθνείς αντιδράσεις εάν η αλβανική πλευρά προχωρήσει μελλοντικά είτε σε οποιασδήποτε μορφής δραστηριότητες εκ μέρους του UCK είτε ακόμη αν χρησιμοποιηθούν από την αλβανική πλευρά οι νομικές και θεσμικές δυνατότητες που δίνονται κυρίως μέσω ΕΕ ή άλλων διεθνών οργανισμών όπως για παράδειγμα η χρησιμοποίηση του Συνηγόρου του Πολίτη από ευρισκόμενους στην Ελλάδα Αλβανούς-Τσάμηδες δια την διεκδίκηση αποζημιώσεων.
Ελληνοαλβανικές Σχέσεις
Η πολιτική της Ελλάδος έναντι της Αλβανίας, στηρίζεται στην επιδίωξη ανάπτυξης σχέσεων καλής γειτονίας και συνεργασίας σε όλους τους τομείς, βασισμένες στον σεβασμό της κυριαρχίας, εδαφικής ακεραιότητας και εθνικής ανεξαρτησίας, όπως επίσης στον πλήρη σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που έχουν σχέση με τις εθνικές μειονότητες σύμφωνα με τις αρχές των UN και ΟΑΣΕ.
Η παραπάνω πολιτική σ΄ότι αφορά το υπό εξέταση θέμα είναι εμφανές ότι στοχεύει :
• Στην κατοχύρωση των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας της Βορείου Ηπείρου.
• Την εκ μέρους της Ελλάδος αναγνώριση και μη ύπαρξη αλλυτρωτικών βλέψεων για την Βόρειο Ήπειρο και κατ΄επέκταση την προσδοκία και ότι το ίδιο θα πρέπει να αποδεχθεί και η αλβανική πλευρά για να υπάρχουν σχέσεις καλής γειτονίας.
Πέραν της προαναφερθείσης παραπάνω επίσης θέσης είναι φανερό ότι η Ελλάς από του 1987 όταν ήρε την κατάσταση του “εμπολέμου” με την Αλβανία και ιδιαίτερα από της περιόδου εξόδου της γειτονικής χώρας από τον απομονωτισμό, εφαρμόζει μια πολιτική προσέγγισης και διείσδυσης στην Αλβανία λαμβάνοντας προφανώς υπόψη και την αντίστοιχη προσπάθεια της Τουρκίας και την αντίστοιχη θετική προς την κατεύθυνση αυτή αλβανική ανταπόκριση.
Σ΄ εφαρμογή αυτής της πολιτικής η Ελλάς :
• Υπέγραψε το 1996 (21 Μαρτίου) “Σύμφωνο Φιλίας, Συνεργασίας, Καλής Γειτονίας και Ασφαλείας” με την Αλβανία. Με βάση το υπόψη Σύμφωνο :
• Αναγνωρίζεται στην ουσία η ύπαρξη στην Ελλάδα των Αλβανών μεταναστών, λαθρομεταναστών κυρίως και η συμμετοχή τους στην ελληνική οικονομική και κοινωνική ζωή (Προοίμιο, αρθ.14). Το σημείο τούτο ενέχει τον κίνδυνο της “ερμηνείας” του ότι υπάρχει πλέον αλβανική μειονότητα στην Ελλάδα, ισχυρισμός προβαλλόμενος ήδη από την αλβανική προπαγάνδα επιπρόσθετα των ισχυρισμών περί υπάρξεως μειονότητας Αρβανιτών.
• Η Ελλάς αναγνωρίζει πλέον οριστικά και αμετάκλητα τα σημερινά σύνορα Αλβανίας – Ελλάδος απέχουσα πλέον κάθε δικαιώματος για την Βορ.Ήπειρο (άρθ.1). Εξυπακούεται βέβαια ότι στο σημείο αυτό η Συμφωνία θα παραμένει “εν ισχύει”, όσο και η Αλβανική πλευρά δεν θα εγείρει εδαφικές διεκδικήσεις για το θέμα των Τσάμηδων.
• Η προστασία και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (αρθ.13) είναι το μόνο σημείο που μπορεί να αφορά την μειονότητα της Βορ.Ηπείρου η οποία όμως δεν κατονομάζεται. Επιπρόσθετα η αναφορά αποδοχής των παραπάνω από “τα δύο μέρη” ενέχει τον κίνδυνο ερμηνείας περί υπάρξεως εκατέρωθεν εθνικών μειονοτήτων γεγονός που μπορεί να τύχει εκμεταλλεύσεως από την αλβανική πλευρά για ύπαρξη αλβανικής μειονότητας στην Ελλάδα, τόσο όσο αφορά Αλβανούς (μετανάστες), Τσάμηδες ή και Αρβανίτες.
• Ιδιαίτερα ύποπτο είναι και το άρθ.15 περί “άρσης των εμποδίων που δυσχεραίνουν την απόλαυση των δικαιωμάτων που έχουν ως υπήκοοι του ενός μέρους στην επικράτεια του άλλου. Τούτο είναι δυνατόν να ερμηνευθεί ως άρση των νομικών δεσμεύσεων που αφορούν τους Τσάμηδες και την εκ μέρους τους ελεύθερη πρόσβαση στην περιοχή Θεσπρωτίας και την διεκδίκηση μέσω των ελληνικών θεσμικών οργάνων (Συνήγορος Πολίτη κλ.π) των προβαλλομένων και από την αλβανική επίσημη πολιτική δικαιωμάτων αποζημιώσεων κ.λ.π.
• Περαιτέρω επιδιώκεται με μια σειρά άρθρων η συνεργασία σε διάφορους τομείς όπως στρατιωτικό (άρθ.6), οικονομικό, βιομηχανικό, τραπεζικό, τουριστικό, επιστημονικό (άρθ.6-9), μορφωτικό και πολιτιστικό (11-12).
• Υπεστήριξε την προσπάθεια ανάδειξης της Αλβανίας με παροχή ουσιαστικής βοήθειας στον οικονομικό, στρατιωτικό, ανθρωπιστικό, βιομηχανικό τομέα .
• Λήψη ευεργετικών μέτρων σ΄ότι αφορά τους Αλβανούς μετανάστες στην Ελλάδα (νομιμοποίηση, περιορισμός των ομαδικών απελάσεων κ.λ.π).
Το Ζήτημα των Τσάμηδων
Σ’ ότι αφορά το καθεαυτό Ζήτημα των Τσάμηδων η επίσημη ελληνική πολιτική αρνείται την ύπαρξή του (Δηλώσεις του τότε Πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη 1993, ΥΠΕΞ Κ.Παπούλια 1993, Πρωθυπουργού Κ.Σημίτη 1999) ούτε και σ΄ότι αφορά το θέμα των προβαλομένων από την επίσημη αλβανική πολιτική οικονομικών αποζημιώσεων.
Με βάση την παραπάνω πολιτική θέση η Ελλάς :
• Αντιμετωπίζει με ελαστικότητα το θέμα των Αλβανών μεταναστών στην Ελλάδα (νομιμοποίηση, παραμονή κ.λ.π) μη συνδυάζοντας το Ζήτημα των Τσάμηδων με την εκμετάλλευση που μπορεί να κάνει η αλβανική πλευρά σε σχέση με την παρουσία του αλβανικού στοιχείου στην Ελλάδα (Κεφάλαιο Γ΄, Τμήμα 1ο, “Μετανάστευση και Λαθρομετανάστευση στην Ελλάδα).
• Δεν αντιμετωπίζεται η Αλβανική προπαγάνδα πάνω στο θέμα παρά το ότι άμεσα ή έμμεσα κατευθύνεται ή εκδηλώνεται και από επίσημες πλευρές (π.χ. Τουρκικό ΥΠΕΞ).
Πέραν των παραπάνω και με δεδομένο ότι η αλβανική πολιτική συστηματικά χρησιμοποιεί την ελληνική μειονότητα της Βορ. Ηπείρου ως μοχλό πιέσεως κατά της Ελλάδος είναι πιθανή η εκμετάλλευση του θέματος σε αντιστάθμισμα του Ζητήματος των Τσάμηδων είτε από πλευράς επισήμου κράτους είτε από την ανεπίσημη μορφή μιας πιθανής δράσης του UCK (Λεπτομέρειες στο αντίστοιχο Τμήμα 4ο “Αλβανία – Ελληνική Μειονότης).
Η Ελληνική πολιτική κατά συνέπεια θα πρέπει να μην παραβλέψει και αυτή την πτυχή του θέματος είτε στα πλαίσια της γενικότερης “μειονοτικής της πολιτικής” και μάλιστα τηρώντας τις απαιτούμενες ισορροπίες σε σχέση με την μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης είτε ως στρατιωτικό “ενδεχόμενο” ιδιαίτερα σε περίπτωση ευρύτερης ελληνοτουρκικής κρίσης ή και σύγκρουσης.
Ελληνικές Γεωπολιτικές Δυνατότητες
Γεωπολιτική Ισχύς και Διεθνής Θέση
Είναι φανερό ότι η Ελλάς εξεταζόμενη από πλευράς γενικότερης γεωπολιτικής ισχύος (δημοκρατικό πολίτευμα, εσωτερική σταθερότητα-ασφάλεια και κοινωνική συνοχή, ανεπτυγμένη οικονομία, στρατιωτική ισχύς, στρατηγική σημασία κ.λ.π) και στα πλαίσια της διεθνούς της θέσεως ως μέλος του ΝΑΤΟ και ΕΕ, σε καμιά περίπτωση δεν είναι συγκρίσιμη με τις μέχρι τώρα χώρες-στόχους του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού των ΟΔΓ (Σερβία) και ΠΓΔΜ.
Είναι κατά συνέπεια προφανές ότι αφ΄ενός η παντελής έλλειψη της παρουσίας εθνοτικής αλβανικής πληθυσμιακής ομάδας στην διεκδικούμενη περιοχή (Ήπειρος – Θεσπρωτία) αφ΄ετέρου η γενικότερη ελληνική γεωπολιτική ισχύς και η διεθνής της θέση δεν ευνοούν την εκ μέρους της επισήμου Αλβανίας και κυρίως του UCK εφαρμογή της ίδιας στρατηγικής που εφαρμόσθηκε μέχρι τώρα στο Κόσσοβο, Νοτ. Σερβία και ΠΓΔΜ.
Παρά ταύτα εκτιμάται ότι η δυνατότητα δημιουργίας μιας αντιπροσωπευτικής πραγματικής ή και πλασματικής παρουσίας Τσάμηδων στη χώρα μας μέσω του μεταναστευτικού ρεύματος (Τμήμα 1ο “Δημογραφική Ανάλυση”) και οι δυνατότητες δημιουργίας δραστηριοτήτων για την υποστήριξη μιας στρατηγικής “διαδοχικών περιορισμένων εκτάσεων ΑΝΣΚ” του αλβανικού παράγοντα (Τμήμα 2ο “Τσάμηδες – Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός – UCK”) δημιουργούν πολιτικά και στρατιωτικά “ενδεχόμενα” τα οποία δεν θα ήταν φρόνιμο να αποκλεισθούν με δεδομένο μάλιστα ότι η αναβάθμιση της σημασίας του “αλβανικού παράγοντα” στις Βαλκανικές εξελίξεις του επιτρέπουν να υπολογίζει σε μια ανοχή της Διεθνούς Κοινότητας και ιδιαίτερα των ΗΠΑ .
Ενδεχόμενα – Ελληνικές Δυνατότητες – Αντιμετώπιση
Εκτιμάται ότι οι δυνατότητες των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας είναι υπερ αρκετές από πλευράς Δομής και Μέσων για να αντιμετωπίσουν οποιοδήποτε “ενδεχόμενο” το οποίο θα μπορούσε να δημιουργήσει ο αλβανικός παράγων στη χώρα μας σε σχέση με το Ζήτημα των Τσάμηδων.
Παρά τα παραπάνω εκτιμάται ότι είναι πολιτικά και στρατιωτικά σκόπιμο και αναγκαίο η ελληνική “πολιτική” έναντι του Ζητήματος των Τσάμηδων να στηριχθεί στη σχεδίαση και λήψη “προληπτικών” μέτρων συνοδευομένων από ανάλογη σχεδίαση αντιμετώπισης πιθανών “ενδεχομένων” αν και όποτε ήθελε συμβούν.
Εκτιμάται κατά συνέπεια ότι έστω και εάν για γενικότερους λόγους εφαρμόζει μια πολιτική “καλής γειτονίας” με την Αλβανία και ανεξάρτητα με το πώς αυτή η πολιτική πρέπει να υλοποιείται ή και να εμφανίζεται για λόγους άλλων σκοπιμοτήτων, δεν θα πρέπει τούτο να προκαλεί “αγκυλώσεις” ως προς το θέμα του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού και ειδικότερα το Ζήτημα των Τσάμηδων ώστε να μην λαμβάνονται «προληπτικά» μέτρα και να μην σχεδιάζονται ανάλογα «κατασταλτικά»για την αντιμετώπιση κάθε ενδεχόμενου ιδιαίτερα αν αυτό φαίνεται ότι μπορεί να συνδυασθεί με μια ελληνοτουρκική σύγκρουση ή μια ευρύτερη Βαλκανική κρίση.
Ειδικότερα εκτιμάται ότι η χώρα μας θα πρέπει κατά περίπτωση :
Προληπτικά Μέτρα
• Επαύξηση μέτρων για τον κατά το δυνατόν περιορισμό εισόδου, λαθρομεταναστών από Αλβανία. Ελεγχόμενη και λελογισμένη έγκριση παραμονής.
• Παρακολούθηση και έλεγχος του μεταναστευτικού ρεύματος των Αλβανών οικονομικών μεταναστών προς την περιοχή Ηπείρου – Θεσπρωτίας προς λήψη μέτρων απαγορεύσεως μέσω των διαδικασιών του μεταναστευτικού νόμου (μη νομιμοποίηση παραμονής στην περιοχή με το πρόσχημα των μη επαγγελματικών απαιτήσεων κ.λ.π) σε περίπτωση ενδείξεως ασυνήθους συγκεντρώσεως.
• Ενεργοποίηση κρατικών υπηρεσιών πληροφοριών για την διαπίστωση τόσο παρουσίας Τσάμηδων στην Ελλάδα όσο και ακροεθνικών αλβανικών στοιχείων ιδιαίτερα δε εχόντων σχέση με τον UCK. Μη έγκριση νομίμου παραμονής ή κατ΄ελάχιστον ελεγχόμενη έγκριση παραμονής και εκτός διεκδικουμένων περιοχών.
Σχεδίαση Κατασταλτικών Μέτρων
• Η σχεδίαση μέτρων για την αντιμετώπιση πιθανών “ενδεχομένων” θα πρέπει να γίνει τόσο για την περίπτωση δραστηριοτήτων αυτού καθεαυτού του αλβανικού παράγοντα ανεξάρτητα οποιασδήποτε άλλης κατάστασης όσο και κυρίως για την περίπτωση εκδηλώσεώς της κατά τη διάρκεια μιας ευρυτέρας ελληνοτουρκικής σύγκρουσης ή και ευρύτερης Βαλκανικής κρίσης όπου δυνατόν να εμπλέκεται και η χώρα μας.
• Το σύνολο σχεδόν των μέτρων μπορούν να ενταχθούν στα ήδη υφιστάμενα σχέδια και να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία ενέργειες που έχουν σχέση με θέματα εσωτερικής εθνικής ασφαλείας κυρίως αρμοδιότητας του ΥΔΤ όπως :
• Διενέργεια αντικατασκοπίας.
• Περιορισμένης έκτασης αντάρτικου πόλεων κυρίως υπό μορφή τρομοκρατικών ενεργειών.
• Υποκίνηση ταραχών με εκμετάλλευση μειονοτικών ομάδων (αλβανική, μουσουλμανική).
• Προπαγάνδα στο εσωτερικό και εξωτερικό (διασπορά ψευδών ειδήσεων, προκηρύξεις, αναγραφή συνθημάτων κ.λ.π).
Παρά το ότι, όπως έχει προαναφερθεί, πιθανή στρατιωτική δράση του UCK στην περιοχή Ηπείρου της μορφής εκείνης του Κοσσυφοπεδίου, Νοτ. Σερβίας και ΠΓΔΜ δεν είναι δυνατή, εκτιμάται ότι θα πρέπει να σχεδιασθεί η αντιμετώπιση των παρακάτω “ενδεχομένων” έστω και αν θεωρούνται ακραίες καταστάσεις, με κλιμακούμενα ανάλογα της κατάστασης πολιτικά, στρατιωτικά μέτρα και σε συνδυασμό με τα σχέδια εσωτερικής ασφάλειας :
Περιορισμένης έκτασης, έντασης και χρονικής διάρκειας ανταρτοπόλεμος στην περιοχή κυρίως για δημιουργία εντυπώσεων.
Ενέργειες στρεφόμενες κατά της ελληνικής μειονότητας της Βορ. Ηπείρου.
Η στρατιωτική σχεδίαση των παραπάνω θα πρέπει να γίνει είτε για την περίπτωση ανεξαρτήτων ενεργειών του UCK είτε ενεργειών του σε συνδυασμό με μια Βαλκανική κρίση ή μία ελληνοτουρκική σύγκρουση οπότε θα πρέπει να σχεδιασθούν ως “ενδεχόμενοι συναφείς κίνδυνοι”. Ευνόητον είναι ότι στην τελευταία περίπτωση δυνάμεις και μέσα θα είναι ανεξάρτητα των εμπλεκομένων στη σχεδίαση αντιμετώπισης της κυρίας απειλής.
• Η σχεδίαση με βάση μια λογική εκτίμηση ενδεχομένων ενεργειών με βάση την τακτική του UCK θα πρέπει να περιλάβει :
• Έλεγχο και αποκοπή προσβάσεων εισόδου από Αλβανία και οδών ανεφοδιασμού.
• Προκατάληψη περιοχών εντός ελληνικού εδάφους και εγγύς της μεθορίου όπου απολήγουν οι πιθανές γραμμές ανεφοδιασμού και διακινήσεως ώστε να αποφευχθεί τυχόν δημιουργία έστω και μικρών ελεγχομένων περιοχών.
• Διεξαγωγή εκκαθαριστικών επιχειρήσεων κυρίως με χρησιμοποίηση “ειδικών δυνάμεων” εν τη γενέση των όποιων δραστηριοτήτων.
• Σχεδίαση επιχειρήσεων περιορισμένου βάθους για προσβολή και καταστροφή εχθρικών βάσεων εγγύς της μεθορίου.
• Ταυτόχρονη λήψη μέτρων εσωτερικής ασφάλειας στην περιοχή κυρίως από τις δυνάμεις της ΕΛ.ΑΣ όπως :
Απομάκρυνση αλβανικών στοιχείων.
Σύλληψη και απέλαση τυχόν εντοπισμένων ακροεθνικιστικών στοιχείων, μελών του UCK ή και Τσάμηδων.
Δημιουργία ζώνης ελέγχου κατά μήκος μεθορίου και όπισθεν της Επιτηρουμένου Ζώνης (ευθύνη του Στρατού Ξηράς) προς αποφυγή τυχόν διεισδύσεων.
Οργάνωση του τοπικού πληθυσμού.
Η περίπτωση ενεργειών του UCK στρεφομένων κατά της ελληνικής μειονότητας εκτιμάται ως ακραία (Τμήμα 2ον “Δυνατότητες του UCK για δραστηριότητες στην περιοχή Τσαμουριάς”) διότι δεν είναι δυνατόν να δικαιολογηθεί καθ΄οιονδήποτε τρόπο και θα είχε τεράστιο πολιτικό κόστος τόσο για την επίσημη Αλβανία όσο και τον UCK.
Παρά ταύτα η δημιουργία μιας τεχνητής έντασης και σύγκρουσης εθνοτήτων ως ανεπίσημο μέσο εκβιασμού της ελληνικής πλευράς εκτιμάται ως δυνατή.
Στην περίπτωση αυτή η επιδίωξη μιας πολιτικής λύσης κυρίως δι΄ασκήσεως πιέσεων προς την επίσημη Αλβανία σε διμερές και διεθνές επίπεδο, φαίνεται να αποτελεί το κύριο όπλο της Ελλάδος.
Σε υποστήριξη αυτής της πολιτικής σκόπιμο είναι να σχεδιασθούν διάφορες στρατιωτικές ενέργειες όπως η κεκαλυμμένη και υπό το πρόσχημα ασκήσεων μετακίνηση Μονάδων στην περιοχή (πολιτική επίδειξης ισχύος) ενώ ανάλογα με την γενικότερη πολιτική συγκυρία και τα αντίστοιχα αποτελέσματα αυτής μπορεί να σχεδιασθούν ενέργειες συμπαράστασης, περιορισμένης έκτασης και βάθους όπως για παράδειγμα προσβολή Βάσεων UCK, απελευθέρωση ομήρων κ.λ.π.
Τμήμα 4ο
Αλβανία
Πολιτικές
Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός – Ζήτημα Τσάμηδων
Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός
Κατά τις αρχές της 10ετίας του 1990 και ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, η αναζωπύρωση του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού εκδηλώθηκε με την κεκαλυμμένη μορφή του ενδιαφέροντος της Αλβανίας για τους εκτός συνόρων της “Αλβανούς μουσουλμάνους αδελφούς” και απετέλεσε ένα από τα κύρια εθνικά θέματα προς εσωτερική κατανάλωση κυρίως από το Δημοκρατικό Κόμμα του Σαλί Μπερίσα.
Από της περιόδου αυτής διαμορφώνεται και η επίσημη αλβανική πολιτική η οποία ουδέποτε παραδέχθηκε επιδιώξεις για την υλοποίηση της Μεγάλης Αλβανίας αλλά εκδηλώνεται με την προαναφερθείσα κεκαλυμμένη μορφή του αλβανικού ενδιαφέροντος για τους εκτός συνόρων Αλβανούς ομοεθνείς των γειτονικών χωρών (ενδεικτικές δραστηριότητες περιόδου 1991-1993 στο Παράρτημα “Δ”).
Οι στη συνέχεια γενικότερες εξελίξεις στο Κοσσυφοπέδιο και η αναμφισβήτητη στρατηγική επιτυχία της “αδιάλλακτης” θέσεως και της “κατά μέτωπον” συγκρούσεως του αλβανικού στοιχεία, αναζωπύρωσε τις αλλυτρωτικές τάσεις που κυριαρχούν στο “πολιτικό” υποσυνείδητο κάθε Αλβανού.
Οι μεγαλοϊδεατικές αυτές τάσεις ήδη έχουν μεταφρασθεί σε επίσημη αλβανική πολιτική προσαρμοσμένη όμως στις απαιτήσεις του σύγχρονου “διεθνούς γίγνεσθαι” και εκφράζονται χαρακτηριστικά από την λεγόμενη “Πλατφόρμα για την Επίλυση του Εθνικού Αλβανικού Ζητήματος” που εκπονήθηκε από την Αλβανική Ακαδημία Επιστημών (Δεκ. 1998).
Βάση της πολιτικής αποτελεί το λεγόμενο “Εθνικό Ζήτημα” το οποίο στηρίζεται στην αντίληψη του διαμελισμού των “αλβανικών εδαφών” (θεωρουμένων εκείνων της Λίγκας του Πρίζρεν του 1878) μεταξύ των κρατών Σερβίας, Μαυροβουνίου, Σκοπίων και Ελλάδος και τα οποία έμειναν εκτός εθνικών αλβανικών συνόρων κατά τη δημιουργία του αλβανικού κράτους το 1913. Το αλβανικό έθνος κατά συνέπεια έχει το δικαίωμα να διεκδικήσει την “ένωσή” τους με την μητέρα Αλβανία, επιδίωξη που σημαίνει αλλαγή συνόρων στη Βαλκανική και υπό τις παρούσες διεθνείς συνθήκες θεωρείται δύσκολο να επιτευχθεί χωρίς την υποστήριξη της διεθνούς κοινότητας.
Περαιτέρω, η Ακαδημία προτείνει την μοναδική λύση του Αλβανικού Ζητήματος η οποία και θα εξασφαλίζει την σταθερότητα και ειρήνη στην περιοχή που συνοψίζεται στα ακόλουθα :
• Η απόσχιση του Κοσσυφοπεδίου από την Σερβία με την παρέμβαση της διεθνούς κοινότητος και σύμφωνα με το δικαίωμα του λαού να αποφασίσει για το μελλοντικό καθεστώς.
• Οι δυνατές λύσεις για την περίπτωση των Σκοπίων στηρίζονται στην προϋπόθεση αναγνώρισης εθνικών δικαιωμάτων στην αλβανική μειονότητα που αναμένεται λόγω δημογραφικής ανάπτυξης να καταστεί σύντομα ισάριθμη της Σλαβικής. Θα πρέπει κατά συνέπεια είτε οι Αλβανοί να αναγνωρισθούν ως ισότιμη με τους Σλάβους εθνική ομάδα, συνταγματικά κατοχυρωμένη, είτε να αυτονομηθούν ως επαρχία στο πλαίσιο της ΠΓΔΜ.
• Για το Μαυροβούνιο, θα πρέπει τα αλβανικά εδάφη που αποτελούν μια ευνοϊκή περιοχή στο νότιο τμήμα της χώρας (περιοχές Ουλτζιν, Χότα και Γκρούντα) όπου οι Αλβανοί αποτελούν την πλειοψηφία να απολαμβάνουν τοπική αυτονομία.
• Σ΄ότι αφορά την Ελλάδα αναφέρεται στην ύπαρξη 30.000 Αλβανών που κατοικούν για “χιλιάδες χρόνια” στις περιοχές Τσαμουριάς, Καστοριάς και Φλωρίνης, αλλά δεν τολμούν να δηλώσουν την αλβανική καταγωγή τους. Θα πρέπει κατ΄ελάχιστο να τους παρασχεθούν δικαιώματα εκμάθησης γραφής και ανάγνωσης της μητρικής τους γλώσσας και της Ιστορίας και Γεωγραφίας της Αλβανίας. Λόγω δε της μακράς καταπίεσης την οποία έχουν υποστεί για την άρνηση της αλβανικής τους ταυτότητας δεν πρέπει να αναμένεται από αυτούς πρωτοβουλία για την διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους και κατά συνέπεια την πρωτοβουλία θα πρέπει να αναλάβουν τα Τίρανα.
Ήδη φαίνεται ότι οι εξελίξεις στο Κόσσοβο και ΠΓΔΜ έχουν επηρεάσει κατά τρόπο καταλυτικό την παραπάνω γενικότερη πολιτική αντίληψη σ΄ότι αφορά τον γενικότερο γεωστρατηγικό ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η Αλβανία στην περιοχή ενώ ταυτόχρονα δημιούργησαν την πεποίθηση και στη συνείδηση των πολιτών αλλά και την εκτίμηση της πολιτικής ηγεσίας ότι ένα μέρος της εκπλήρωσης του εθνικού οράματος έχει ήδη επιτευχθεί και κατ΄επέκταση η ολοκλήρωση των εθνικών στόχων είναι δυνατή η δε Αλβανία έχει πλέον την υποχρέωση να ηγηθεί του αγώνα για την εκπλήρωση του.
Παράλληλα όμως η εκ των πραγμάτων κατά τη διάρκεια της κρίσεως “ταύτιση” της αλβανικής πολιτικής έναντι του προβλήματος του Κοσσυφοπεδίου με εκείνη του ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ και τις άλλες Δυτικές Δυνάμεις, η ανεπιφύλακτη παροχή των όποιων διευκολύνσεων ζητήθηκαν (εγκατάσταση Νατοϊκών δυνάμεων στο έδαφός του, χρησιμοποίηση εναέριων χώρων κ.λ.π.) έφεραν την Αλβανία ακόμη πιο κοντά στη Δύση. Τούτο σε συνδυασμό και με την υπογραφή της Συμφωνίας Σταθερότητας, έδωσαν στην αλβανική πολιτική ένα σαφή «Ευρω-ατλαντικό προσανατολισμό» που συνεπάγεται στην αποδοχή και αναλόγων πολιτικών και κανόνων διεθνούς συμπεριφοράς που δεν φαίνεται να ταυτίζεται με τον εθνικό στόχο της Μεγάλης Αλβανίας (μη αλλαγή συνόρων κ.λ.π).
Μέσα σ΄αυτό το γενικότερο πλαίσιο η Αλβανία είναι υποχρεωμένη να εφαρμόσει μια πολιτική συμβιβασμού και συγκερασμού και να καθορίσει τις ανάλογες εθνικές προτεραιότητές της .
Φαίνεται ότι η παραπάνω αντίληψη, η οποία έχει γίνει αποδεκτή από την πολιτική ηγεσία, οδήγησε στην μετεξέλιξη ή πιθανόν και στην συγκάλυψη του οράματος της Μεγάλης Αλβανίας σε δυτικόστροφη πολιτική των “ανοικτών συνόρων”, “ελεύθερης μετακίνησης” και “ελεύθερης επικοινωνίας αλβανικών πληθυσμών” δηλωτική σε μια κατά τα πρότυπα της ΕΕ κατάργηση των πολιτικών συνόρων και μετατροπή της σε εθνικοπολιτισμικά (Δήλωση Αλβανού Πρωθυπουργού Ι.Μέτα, εφημερίδα KOHA JONE 21-12-99).
Τούτο μεταφράζεται στη δημιουργία ενός ενιαίου χώρου, στον οποίο το αλβανικό στοιχείο θα διαβιεί και θα διακινείται ελεύθερα, που επίσημα περιλαμβάνει μόνο το Κόσσοβο και περιοχή Μαυροβουνίου και ΠΓΔΜ (ανεπίσημα και περιοχές Ελλάδας και Σερβίας δηλαδή η Μεγάλη Αλβανία) με κεντρική και κυρίαρχη θέση την Αλβανία η οποία θα κατευθύνει τις ενέργειες του συνόλου του αλβανικού στοιχείου και θα αναλάβει την στήριξη των προσπαθειών των πληθυσμών αυτών για διεύρυνση της αυτονομίας την οποία απολαμβάνουν (Δήλωση Φάτος Νάνο, εφημερίδα KOHA JONE 1-12-99 και 21-12-99.
Τα παραπάνω έχουν ήδη τεθεί σε πολιτική τροχιά υλοποιήσεως. Ο Αλβανός ΥΠΕΞ Π.Μίλο δήλωσε στην εαρινή Σύνοδο του ΝΑΤΟ στη Φλωρεντία για “ανάγκη ύπαρξης ανοικτών συνόρων” για “ισοπολιτική όσων ζουν σε κάθε χώρα” σε αντιδιαστολή με “πολίτες κάθε χώρας”.
Ο Αλβανός Πρόεδρος Μεϊντάνι και ο σοσιαλιστής Φ.Νάνο φάνηκαν επίσης να έχουν προσχωρήσει στην παραπάνω αντίληψη. Ήδη ο Φ.Νάνο προωθεί δραστήρια τη δημιουργία ενός Παναλβανικού Φόρουμ (Ετέθη στο Συνέδριο της 9ης Απριλίου 2000 στη Βουδαπέστη οργανωμένο από τις ΗΠΑ με θέμα “Οι Αλβανοί στη Νεα Χιλιετία”).
Στόχος του Φόρουμ θα είναι η ενοποίηση των στόχων των Αλβανών που ζουν στο Κόσσοβο, Μαυροβούνιο και ΠΓΔΜ, η αλλαγή νοοτροπιών και τρόπου δράσης στα πλαίσια του Συμφώνου Σταθερότητας με κύριο στόχο τον Ευρω-ατλαντικό προσανατολισμό και κυριότερο στόχο και την ένταξη σ΄αυτό των Αλβανών της Διασποράς (Εφημερίδα “ΕΞΟΥΣΙΑ” 20 Μαίου 2000).
Παράλληλα με επιστολή των προς τους Προέδρους των Αλβανικών Κοινοβουλευτικών Κομμάτων Μαυροβουνίου, Κοσσόβου και ΠΓΔΜ ο κ. Νάνο ζήτησε συνάντηση για τον σκοπό αυτόν.
Στις αρχές Μαίου 2000, συναντήθηκαν στο Πόγραδετς στα πλαίσια της παραπάνω προσπάθεια οι Φ.Νάνο, Α.Τζαφέρι (ΠΓΔΜ) και Χ.Θάτσι (Κόσσοβο) και ο Πρωθυπουργός της Αλβανίας Ι.Μέτα. Δεν συμμετείχε εκπρόσωπος του Μαυροβουνίου.
Συμπερασματικά σήμερα η Αλβανία επίσημα αρνείται κατηγορηματικά την ύπαρξη θέματος Μεγάλης Αλβανίας και εκ των πραγμάτων εφαρμόζει μια δυτικόστροφη πολιτική μέσω της οποίας επιδιώκει, στηριζόμενη σε δυτικά θεσμικά πρότυπα τη δημιουργία προϋποθέσεων πραγμάτωσης του μεγαλοϊδεατικού της στόχου ή τουλάχιστον μέρος αυτών αφήνοντας στον UCK το πραγματικό έργο της υλοποίησης.
Το Ζήτημα των Τσάμηδων
Στο παραπάνω γενικό πλαίσιο εξελίχθηκε και η επίσημη αλβανική πολιτική για το Ζήτημα των Τσάμηδων.
Είναι γεγονός ότι το ζήτημα αυτό, ουδέποτε εγκαταλείφθηκε από το επίσημο κράτος κυρίως για τους παρακάτω λόγους :
• Αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Αλβανικού μεγαλοϊδεατισμού και κατά συνέπεια δεν είναι δυνατόν να διαγραφεί παρά το ότι τα δεδομένα του είναι τελείως διαφορετικά με τις καταστάσεις στο Κόσσοβο, Νότια Σερβία και Σκόπια ή και ακόμη στο Μαυροβούνιο.
• Είναι προφανές ότι οι Τσάμηδες, ως πληθυσμιακή ομάδα πρέπει να είναι του πολιτικού ενδιαφέροντος των αλβανικών κομμάτων και εξ όσων φαίνεται κανένα πολιτικό κόμμα δεν διαφοροποιείται στο θέμα αυτό.
• Αποτελεί το όλο θέμα αντίβαρο της αλβανικής πολιτικής σε ότι αφορά τις διμερείς σχέσεις της με την Ελλάδα σ΄ότι αφορά τον χειρισμό της ελληνικής μειονότητας της Βορείου Ηπείρου αλλά και κατά ένα τρόπο στο μεταναστευτικό πρόβλημα.
Η μορφή που έχει λάβει το θέμα στην εφαρμογή της επίσημης αλβανικής πολιτικής είναι η ακόλουθη :
• Εντάσσεται στα πλαίσια του ενδιαφέροντος του αλβανικού κράτους για τα δικαιώματα των αλβανικών μειονοτήτων.
• Δεν συνδέεται άμεσα με εδαφικές διεκδικήσεις εις βάρος της Ελλάδος πλην όμως πάντα μνημονεύεται έστω και ιστορικά η Τσαμουριά.
• Επιδιώκεται η διεθνοποίηση του θέματος με σκοπό την αναγνώριση των Τσάμηδων ως μειονότητα και μη βρίσκονται ανταπόκριση από τους επίσημους διεθνείς οργανισμούς χρησιμοποιούν κυρίως το διμερές πλαίσιο ή μέσω των διαφόρων ΜΚΟ και του Αλβανικού Λόμπυ.
• Προβάλλεται η ανάγκη επίλυσής του στο πλαίσιο των διεθνών ευρωπαϊκών αρχών και κανόνων δικαίου ως πρόβλημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σ΄αυτό το πλαίσιο επιχειρείται και η προβολή του θέματος μέσω διεθνών και ευρωπαϊκών θεσμοθετημένων οργάνων όπως για παράδειγμα ο Συνήγορος του Πολίτη.
• Επίσημα και σε διμερές επίπεδο συγκεκριμενοποιούνται οι απαιτήσεις σε επίλυση του ζητήματος με βάση το διεθνές δίκαιο σ΄ότι αφορά την αποζημίωση των Τσάμηδων για την απώλεια των περιουσιών τους.
Αλβανία και UCK
Η επίσημη αλβανική πολιτική ουδέποτε παραδέχθηκε σχέση με τον UCK. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Αλβανός Πρωθυπουργός κ.Μέτα υποχρεώθηκε κυριολεκτικά να υπογράψει στα Σκόπια το Κοινό Ανακοινωθέν της Διαβαλκανικής που καταδικάζει ρητά τις πράξεις των ενόπλων εθνικιστών εξτρεμιστικών ομάδων (του UCBPM) που δρουν στη Νοτ.Σερβία, πέτυχε όμως να μην γίνει καμιά αναφορά στην αλβανική εθνικότητά τους.
Η σχέση Αλβανίας και UCK παρά τα παραπάνω θεωρείται αναμφισβήτητη σ΄ότι αφορά :
• Την παροχή διευκολύνσεων επί αλβανικού εδάφους για τη δημιουργία και λειτουργία στρατοπέδων εκπαιδεύσεως και βάσεων υποστηρίξεως κατά την κρίση του Κοσσυφοπεδίου στις περιοχές ΜΥΡΤΙΝΑ και την πόλη ΚΡΟΥΙΑ και βάση ορμητήριο στην περιοχή ΤΡΟΠΟΓΙΑ της Βορ. Αλβανίας.
• Τη χρησιμοποίηση της Αλβανίας ως χώρας “υποστήριξης” κατά τη φάση των συγκρούσεων UCK και Σέρβων στο Κόσσοβο σ΄ότι αφορά τη λειτουργία του ρεύματος Διοικητικής Μέριμνας, περιοχές προσωρινής σύμπτυξης τμημάτων κ.λ.π.
• Τις διασυνδέσεις του UCK με το Δημοκρατικό Κόμμα του Σαλί Μπερίσα ο οποίος και του παρέχει κάθε είδους υποστήριξη στο UCK και με την Αλβανική Μυστική Υπηρεσία Πληροφοριών SHIK.
• Την μέσω Αλβανίας λειτουργία του ρεύματος λαθρεμπορίου όπλων, διακίνησης ναρκωτικών και κάθε είδους παρανόμων δραστηριοτήτων του UCK με σκοπό την εξασφάλιση οικονομικών πόρων.
Πέραν των παραπάνω θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η “μετάλλαξη” του UCK από εθνικιστική οργάνωση σε εθνικό “κίνημα” είχε ως αποτέλεσμα το να αποκτήσει μια πολιτική πλέον “οντότητα” στην συνείδηση των Αλβανών σ΄ότι αφορά την διαμόρφωση της αλβανικής εθνικής πολιτικής. Διαφαίνεται κατά συνέπεια ότι είναι δυνατόν ο UCK επηρεαζόμενος όλο και λιγότερο από την επίσημη αλβανική πολιτική να διαμορφώσει μια “αυτοδύναμη” πολιτική μη εξαρτώμενος ούτε και από την μέχρι τώρα έστω και ανεπίσημη πολιτική υποστήριξη του Δημοκρατικού Κόμματος του Σαλί Μπερίσα ακόμη δε και να επικρατήσει μελλοντικά στην αλβανική πολιτική σκηνή ως πολιτική δύναμη ακροεθνικού προσανατολισμού.
Σ΄ότι αφορά την περίπτωση υποστήριξης από αλβανικής πλευράς μιας οιασδήποτε δράσης του UCK κατά της Ελλάδος όπως ήδη έχει αναλυθεί (Κεφάλαιο Γ΄, Τμήμα 2ο “Δράση του Αλβανικού Απελευθερωτικού Στρατού) θεωρείται ως απομεμακρυσμένη διότι συνεπάγεται ένα πολύ υψηλό πολιτικό κόστος έναντι ενός αμφισβητούμενου και περιορισμένης έκτασης αποτελέσματος.
Παρά τα παραπάνω είναι δυνατόν η Αλβανία ανεπίσημα να “ανεχθεί” κάποιες δραστηριότητες του UCK είτε θεληματικά είτε ακόμη και εξ αδυναμίας να τις απαγορεύσει όπως :
• Τη δημιουργία “διευκολύνσεων” στο έδαφός της για μια επιθετική δράση του UCK στην Ελλάδα.
• Τη δημιουργία “καταστάσεων” σε βάρος της ελληνικής μειονότητας εκ μέρους του UCK ως μέσον πρόκλησης εντάσεως και μέσο εκβιασμού προς την Ελλάδα (Ανάλυση όπως στην παράγραφο “Ελληνική Μειονότητα”).
Ελληνική Μειονότητα
Ο “αφελληνισμός” της Βορείου Ηπείρου υπήρξε ο κύριος άξονας της αλβανικής μειονοτικής πολιτικής από συστάσεως αλβανικού κράτους.
Οι Αλβανοί φοβούμενοι ότι μια ακμάζουσα ελληνική μειονότητα σε γειτνίαση με την Ελλάδα θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να διεκδικήσει και πάλι την αυτονομία της και τελικά την ενσωμάτωσή της στο ελληνικό κράτος επιδίωξαν είτε με επίσημο είτε με ανεπίσημο μέσο του παρακράτους να συρρικνώσουν και όχι να εξαφανίσουν την ελληνική μειονότητα. Ειδικότερα :
• Αμφισβητείται η ιστορία και η έκταση της παρουσίας της μειονότητας. Το εφεύρημα της “Μειονοτικής Ζώνης” περιορίζει την επίσημη παρουσία της ελληνικής μειονότητας σε 58.000 έναντι της πραγματικής των 350.000 περίπου ενώ παράλληλα περιορίζεται και η περιοχή εφαρμογής των όποιων μειονοτικών δικαιωμάτων. Η πρόσφατη τακτική κατά την απογραφή του Απριλίου 2001 περί μη αναγραφής στοιχείων εθνικότητος και θρησκείας είναι επίσης αντιπροσωπευτική της εφαρμοζόμενης πολιτικής.
• Επιδιώκεται κατά καιρούς ο εποικισμός της Βορ.Ηπείρου τόσο με Αλβανούς προερχόμενους κυρίως από τον Βορρά αλλά και με πρόσφυγες από το Κόσσοβο ενώ παράλληλα επιβάλλονται βίαιες μετακινήσεις (εξορία, εκτοπίσεις) ελληνικού πληθυσμού προς την Βόρεια και Κεντρική Αλβανία με ταυτόχρονη νέα ληξιαρχική καταχώριση στους τόπους εγκατάστασης των ως Αλβανοί.
• Επιβάλλονται ονοματολογικές δεσμεύσεις (απαγορεύθηκε η υποχρεωτική αλλαγή ελληνικών ονομάτων με το Διάταγμα 5339/23-9-75) και τοπωνυμικές αλλαγές (αλλαγή όλων των ελληνικών τοπωνυμιών με την απόφαση 225/23-9-75).
• Στοιχειώδης διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και μόνο στη μειονοτική ζώνη, προσκόμματα στην οργάνωση, διοίκηση και λατρεία, της θρησκείας κ.λ.π.
• Άσκηση βίας και τρομοκρατίας (κακοποιήσεις, απαγωγές, ζωοκλοπές, καταστροφές, περιουσιών κ.λ.π).
• Δημεύσεις ελληνικών ιδιοκτησιών.
• Πολιτικοί εκβιασμοί και προσκόμματα στη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων των Βορειοηπειρωτών (Ομόνοια) ώστε να αποκλείεται η συμμετοχή τους στην πολιτική ζωή.
Τα αρνητικά αποτελέσματα των παραπάνω έχουν ήδη γίνει εμφανή με την μαζική μετακίνηση ενός μεγάλου αριθμού Βορειοηπειρωτών προς την Ελλάδα ευθύς ως αποφασίσθηκε το 1990 το άνοιγμα συνόρων με την Αλβανία . Ήδη το ελληνικό κράτος έχει εκδώσει 130.000 δελτία ταυτότητας ομογενών της Βορ.Ηπείρου ενώ εκκρεμούν άλλες 60.000 αιτήσεις (ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 15 Απριλίου 2001).
Κατά τα τελευταία χρόνια η αλβανική πολιτική μετά τα ανοίγματα Ελλάδος για ανάπτυξη σχέσεων καλής γειτονίας, εφαρμόζει έναντι της μειονότητας μια πολιτική “χαμηλής εντάσεως” επιδιώκοντας τον συνδυασμό του θέματος με την παρουσία των αλβανών μεταναστών στην Ελλάδα.
Ειδικότερα δε χωρίς να λαμβάνει οποιαδήποτε θεσμικά ή πολιτικά μέτρα για την αποκατάσταση των δικαιωμάτων της μειονότητας εμφανίζεται να κατανοεί τα δημιουργούμενα προβλήματα κυρίως από την άσκηση της βίας και τρομοκρατίας ουδέν όμως πράττει προφασιζόμενη αδυναμία αντιμετωπίσεως.
Εκτιμάται ότι η Αλβανία το πιθανότερο θα τηρήσει μια παραπλήσια στάση αν και εφ΄όσον χρησιμοποιηθεί από τον UCK κάποια μορφή οργανωμένης τρομοκρατίας κατά της ελληνικής μειονότητας χωρίς να αποκλείεται ότι μια πιθανή δραστηριότητα του UCK θα λάβει και ανεξάρτητη και πολιτική αυτοδύναμη μορφή της επισήμου Αλβανίας ευρισκόμενης σε πραγματική αδυναμία αντιμετωπίσεώς της.
Τμήμα 5ο
Τουρκία
Πολιτική
Βαλκάνια
Η γενικότερη πολιτική της Τουρκίας έναντι του Βαλκανικού προβλήματος υπήρξε συνεπής με τον γενικότερο ρόλο τον οποίον επιδιώκει να διαδραματίσει την Βαλκανική ως προστάτιδα των Μουσουλμανικών πληθυσμών.
Κατά τη διάρκεια της κρίσης του Κοσσυφοπεδίου βρίσκοντας την ευκαιρία αφ΄ενός μεν να ανταποκριθεί στον ρόλο αυτόν, αφ΄ετέρου να αποδείξει τον φιλοδυτικό και κυρίως φιλοαμερικανικό προσανατολισμό της έκανε ότι μπορούσε για να υποστηρίξει χωρίς επιφύλαξη την Νατοϊκή επέμβαση και να ενισχύσει την δράση του UCK.
Μετά το πέρας της κρίσεως σαφώς υποστηρίζει την ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου υπέρ των Αλβανών Κοσσοβάρων.
Έτσι το ανεξάρτητο μουσουλμανικό κράτος σε συνδυασμό με εκείνο της Βοσνίας στην καρδιά της Βαλκανικής, θα έδινε την ευκαιρία στην Τουρκία αναλαμβάνοντας υπό την προστασία της τους Μουσουλμάνους αδελφούς να δημιουργήσει αποσταθεροποιητικές καταστάσεις που με κατάλληλη εκμετάλλευση θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ευρείες αναδιατάξεις στην περιοχή και βεβαίως πάντα υπό τον έλεγχο προστασία και καθοδήγησή της.
Δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται εξ άλλου η παρουσία τουρκικών μουσουλμανικών μειονοτήτων σε όλες τις εμπλεκόμενες στην Βαλκανική κρίση χώρες και περιοχές που παρέχουν ευκαιρίες στην Τουρκία πλην συγκεκριμένων παρεμβάσεων για την υποστήριξη των δικαιωμάτων τους.
Κατά συνέπεια θα πρέπει να αναμένεται ότι η Τουρκία θα επιδιώκει πάντα να παρεμβαίνει υπέρ των “Μουσουλμάνων Αδελφών” της Βαλκανικής επιδιώκοντας εκάστοτε ανάλογα Πολιτικά και Στρατηγικά οφέλη και επιβεβαιώνοντας τον ρόλο της ως “περιφερειακής δύναμης” στην ΝΑ Ευρώπη γενικότερα.
Υπό αυτήν την έννοια σε κάθε περίπτωση θα αντιδρά ανάλογα στην ελληνική πολιτική, έναντι των μουσουλμανικών πληθυσμών συνδυάζοντας πάντα το θέμα με την μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης και με το γενικότερο πλέγμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Αλβανοτουρκικές Σχέσεις
Η παραπάνω πολιτική σαφώς εξυπηρετεί τις αλβανικές αλλυτρωτικές επιδιώξεις πισωγυρίζοντας την ιστορία στις ρίζες της δημιουργώντας του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού (Κεφάλαιο Β΄, Τμήμα 1, “Ο Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός”) και κατά συνέπεια η πολιτική της Τουρκίας θα υποστηρίζει κατά κανόνα τόσο την γενικότερη αλβανική πολιτική όσο και την όποια δράση του UCK για την υλοποίηση της Μεγάλης Αλβανίας συμπεριλαμβανομένου φυσικά και του θέματος των Τσάμηδων όπου η Τουρκία έχει και επί πλέον λόγους εμπλοκής της λόγω των γενικοτέρων ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Σ΄ότι αφορά δε αποκλειστικά τις σχέσεις της Τουρκίας με τον αλβανικό παράγοντα είναι γνωστές οι προσπάθειες που κάνει για να διεισδύσει στην Αλβανία παρέχοντας πολιτική και στρατιωτική υποστήριξη για την οποία υπάρχει ευνοϊκή ανταπόκριση από αλβανικής πλευράς.
Η Τουρκία είναι από τις πρώτες χώρες που έσπευσε να υπογράψει Σύμφωνο Αμυντικής Συνεργασίας με την Αλβανία η οποία περιλαμβάνει :
• Εγκατάσταση στρατιωτικών συμβούλων για την αναδιοργάνωση του Αλβανικού Στρατού.
Οργάνωση και εκπαίδευση Μονάδων.
• Παροχή στρατιωτικού υλικού.
• Εκπαίδευση Αλβανών αξιωματικών σε Στρατιωτικές Σχολές της Τουρκίας.
• Εκσυγχρονισμό Ναυτικών Βάσεων Αυλώνας και Λιμνιώνα και δυνατότητα ελλιμενισμού Τουρκικών Πολεμικών Πλοίων.
Περαιτέρω η διασύνδεση της Τουρκίας απ΄ ευθείας με τον UCK θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη ιδιαίτερα κατά την περίοδο της κρίσεως του Κοσσυφοπεδίου. Χαρακτηριστικά αναφέρονται :
• Ένα μέρος του οπλισμού του UCK (πέραν εκείνου που προήρχετο από λεηλασία των στρατοπέδων και αποθηκών του Αλβανικού Στρατού κατά την αλβανική κρίση του 1997) εκτιμάται ότι περιελάμβανε αμερικανικό και ισραηλίτικο οπλισμό που παραδόθηκε στον UCK από την Τουρκία μέσω Βουλγαρίας.
• Τούρκοι αξιωματικοί χρησιμοποιήθηκαν για την εκπαίδευση του UCK σε στρατόπεδα εκπαιδεύσεως στην Αλβανία .
• Τόσο κατά τη διάρκεια της κρίσης του Κοσσυφοπεδίου όσο και πρόσφατα κατά την κρίση στην ΠΓΔΜ ο UCK διόρισε εκπρόσωπό του στην Τουρκία με σκοπό, ως αναφέρει η ανακοίνωση του UCK την ενημέρωση της κοινής γνώμης .
Τουρκία και Ζήτημα των Τσάμηδων
Η Τουρκία είναι το πιθανότερο η μόνη χώρα η οποία επίσημα θέτει θέμα “Τσάμηδων” ως μειονοτικό πρόβλημα που εκκρεμεί με ευθύνη της Ελλάδος. Πέραν της εκτεταμένης προβολής του θέματος στην Ιστοσελίδα του Τουρκικού ΥΠΕΞ που έχει ήδη αναλυθεί και κατά δημοσιογραφικές πληροφορίες η εκμετάλλευση του θέματος των Τσάμηδων περιλαμβάνονται στους στόχους της Τουρκίας σε σχέση με την Αλβανία που αποφασίσθηκε σε Σύσκεψη των Τούρκων Αρχηγών Γενικών Επιτελείων Μπιρ, Κιβρίκογλου και Κίλιτς την 24 Νοεμβρίου 1997.
Με βάση τα παραπάνω εκτιμάται ότι η Τουρκία προβάλλει επίσημα και συντηρεί το θέμα των Τσάμηδων με προφανή σκοπό :
• Να ενισχύει τους δεσμούς της με την Αλβανία ως αδελφό μουσουλμανικό κράτος.
• Να προβάλλει τον ρόλο της στα Βαλκάνια ως προστάτιδα των μουσουλμανικών μειονοτήτων.
• Να υποσκάψει την διεθνή θέση της Ελλάδας.
• Να διασκεδάσει, σε σχέση πάντα με την Ελλάδα, τις δικές της ανελεύθερες ιστορικές και τωρινές δραστηριότητες σ΄ότι αφορά την γενοκτονία των Ποντίων, των Αρμενίων και το θέμα των Κούρδων.
• Να δημιουργήσει προϋποθέσεις :
• Εκμετάλλευσης του θέματος για πρόκληση και κλιμάκωση τεχνητής κρίσεως με την Ελλάδα σε περίπτωση κάποιας δραστηριότητας του UCK προκαλουμένων πιθανώς και από την ίδια.
• Επιχειρήσεων “αντιπερισπασμών” και “κινδύνων” για την Ελλάδα σε περίπτωση ελληνοτουρκικής σύγκρουσης ή και ακόμα δημιουργία προβλημάτων εσωτερικής ασφάλείας για την χώρα μας με την χρησιμοποίηση ,πλέον των Τούρκων οικονομικών και πολιτικών προσφύγων και ακροεθνικών στοιχείων μεταξύ των αλβανών μεταναστών .
Λοιπές Βαλκανικές Χώρες
Γενικά
Είναι αυτονόητο ότι όλες οι εμπλεκόμενες χώρες με την Βαλκανική κρίση οι όποίες και επηρεάζονται από τις γενικότερες εθνικές επιδιώξεις του αλβανικού παράγοντα δηλαδή ΟΔΓ (Σερβία και Μαυροβούνιο) όπως και τα Σκόπια, είναι εντελώς αντίθετοι με κάθε ιδέα απόσχισης των διεκδικούμενων από τους Αλβανούς εδαφών και πολύ περισσότερο σ΄ ότι αφορά την ενσωμάτωσή τους είτε αρχικά με το Κοσσυφοπέδιο – δημιουργούμενης μιας δεύτερης Αλβανίας - είτε με την Αλβανία.
Για τους δικούς της λόγους αντίθετη είναι και η Βουλγαρία.
Η ανάλυση κατά συνέπεια που ακολουθεί σκοπό έχει να επιβεβαιώσει τα παραπάνω αλλά και να προσδιορίσει ποιες οι σχετικές πολιτικές και οι επιδιώξεις των παραπάνω κρατών ώστε να εκτιμηθούν οι μελλοντικές επιπτώσεις στην αλβανική προσπάθεια υλοποίησης μέρους τουλάχιστον των μεγαλοϊδεατικών της επιδιώξεων που αναμφισβήτητα επηρεάζει και τις μελλοντικές εκτιμήσεις για το Ζήτημα των Τσάμηδων ως αναπόσπαστο μέρος των επιδιώξεων αυτών.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της ΓΒ (ΟΔΓ)
Είναι φανερό ότι όταν στις 3 Ιουνίου 1999 ο Μιλόσεβιτς απεδέχθη χωρίς όρους τις απαιτήσεις του ΝΑΤΟ, το κόστος των νατοϊκών βομβαρδισμών εκτιμήθηκε σαν πολύ υψηλό για το μέλλον της ΟΔΓ και κατά συνέπεια μια μελλοντική στρατιωτική σύγκρουση με το ΝΑΤΟ ή γενικότερα μια μετωπική σύγκρουση με την διεθνή κοινότητα μετά την εμπλοκή του ΟΗΕ δεν μπορεί να αποτελέσει επιλογή στο μέλλον από πλευράς ΟΔΓ όποια και να είναι η τύχη του Κοσσυφοπεδίου.
Είναι λοιπόν φανερό ότι η πολιτική της ΟΔΓ σ΄ότι αφορά το Κόσσοβο θα πρέπει να περιορισθεί κατ΄ ανάγκη στο να περισώσει ότι είναι δυνατόν επικαλούμενη το ισχνό εκείνο “περί κυριαρχικής και εδαφικής ακεραιότητας της ΟΔΓ” που προβλέπει η απόφαση 1244 του ΣΑ.
Έτσι ο διεθνοπολιτικός προσανατολισμός της ΟΔΓ μετά την εκλογή Κοστούνιτσα γίνεται πλέον σαφώς δυτικόστροφος στρεφόμενος προς την ΕΕ, το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ αφού μάλιστα και η Δύση παρουσίασε μία ανάλογη ανταπόκριση.
Αυτό όμως δεν διαφοροποίησε τους άλλους βασικούς εθνικούς σκοπούς της χώρας μεταξύ των οποίων πρωταρχική προτεραιότητα έχουν :
• Η διατήρηση του Κοσσυφοπεδίου μέσα στα εδαφικά της όρια.
• Η διατήρηση της ομοσπονδιακής υπόστασης της χώρας με την παραμονή σ΄αυτή του Μαυροβουνίου.
• Η επάνοδος των προσφύγων στις ιδιαίτερες πατρίδες τους υπό συνθήκες ασφαλείας.
• Η αποφυγή εθνικιστικών και αποσχιστικών κινημάτων από τις εθνικές μειονότητες που ζουν στο έδαφος της Γιουγκοσλαβίας όπως είναι αυτές στο Πρέσεβο.
Είναι φανερό ότι από τους παραπάνω στόχους εκείνος ο οποίος είναι καθοριστικός και καταλυτικός για τις οποιεσδήποτε μελλοντικές εξελίξεις όχι μόνο σ΄ότι αφορά την τύχη της ΟΔΓ αλλά και ολόκληρη την Βαλκανική είναι το μελλοντικό καθεστώς του Κοσσυφοπεδίου.
Ένα καθεστώς πλήρους ανεξαρτησίας και απόσχισης από την Σερβία θα ικανοποιούσε την αλβανική πλευρά πλην όμως θα επηρεάσει άμεσα προς την ίδια κατεύθυνση τις πολιτικές εξελίξεις τόσο στο Μαυροβούνιο όσο και στα Σκόπια.
Από την άλλη πλευρά, με δεδομένο ότι για τους Αλβανούς του Κοσσυφοπεδίου η ανεξαρτησία αποτελεί την μόνη αποδεκτή λύση, ένα καθεστώς “ευρείας αυτονομίας” με ταυτόχρονη διατήρηση της “κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της ΟΔΓ” όπως προνοεί η απόφαση 1244 του ΣΑ του ΟΗΕ θα προκαλέσει αναμφισβήτητα την αντίδραση των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου που μπορεί να οδηγήσει την επαναδραστηριοποίηση του UCK στην περιοχή με όλες τις περαιτέρω αστάθμιστες συνέπειες.
Περαιτέρω η ανεξαρτητοποίηση του Κοσσυφοπεδίου θα οδηγήσει αναμφισβήτητα στην απόσχιση του Μαυροβουνίου από την ομοσπονδία και κατά συνέπεια την διάλυση της ΟΔΓ με όλες τις γεωπολιτικές επιπτώσεις στην περιοχή.
Εκτιμάται κατά συνέπεια ότι η διεθνή κοινότητα η οποία δεν φαίνεται να επιθυμεί την περαιτέρω οποιαδήποτε στρατιωτική εμπλοκή και ιδιαίτερα ένα ανταρτοπόλεμο με τον UCK και με δεδομένη την αδυναμία της ΟΔΓ να αντιδράσει, θα επιβάλλει μια “συγκεκαλυμμένη ανεξαρτησία” στο Κόσσοβο και μια υπό “προϋποθέσεις ”απόσχιση στο Μαυροβούνιο ώστε :
• Να μην προκληθούν αντιδράσεις των Αλβανών.
• Να διατηρηθεί κατά ένα τρόπο η ΟΔΓ με την δημιουργία μιας “χαλαρής ομοσπονδίας” με συμμετοχή Κοσσόβου και Μαυροβουνίου.
Τα παραπάνω σαφώς υλοποιούν τους στόχους του αλβανικού παράγοντα στην έκταση που οι σημερινές διεθνείς συγκυρίες επιτρέπουν. Τούτο σημαίνει ότι :
• Η σταθερότητα και ασφάλεια σ΄ότι αφορά την ΟΔΓ θα εξασφαλισθεί προσωρινά αφού οι στόχοι του αλβανικού παράγοντα δεν έχουν ολοκληρωθεί στην περιοχή (Νοτ. Σερβία, Μαυροβούνιο).
• Ο αλβανικός παράγων με μια νέα δυναμική θα μετατοπίσει την προσπάθεια στην υλοποίηση περαιτέρω στόχων (τα Σκόπια εξετάζονται παρακάτω) όπως και σ΄ ότι αφορά το Ζήτημα των Τσάμηδων με την Ελλάδα.
Σκόπια
Παρά το ότι η κρίση η οποία έχει ξεσπάσει στην ΠΓΔΜ είναι ακόμη εξαιρετικά ρευστή εκ των μέχρι τώρα εξελίξεων επιβεβαιώνονται τα ακόλουθα :
• Η γενικότερη στρατηγική που ακολουθήθηκε από πλευράς εξτρεμιστών Αλβανών είναι ακριβώς εκείνη που εφαρμόσθηκε στο Κοσσυφοπέδιο, τουλάχιστον κατά τις αρχικές φάσεις, (εντάσεις, ένοπλες συγκρούσεις, εμπλοκή τοπικού αλβανικού παράγοντα).
• Εκεί που διαφέρει είναι το ότι η εμπλοκή του διεθνούς παράγοντα σαφώς περιορίζεται σε διαμεσολαβητικές πολιτικές παρεμβάσεις ή επεμβάσεις.
• Στο πολιτικό επίπεδο φαίνεται ότι ο διεθνής παράγων μη προτιθέμενος να εμπλακεί στρατιωτικά κατά των ανταρτών του UCK και ευρισκόμενος σε αδυναμία ακόμη και για άσκηση πολιτικών πιέσεως προς αυτή την κατεύθυνση, πίεσε πολιτικά την Κυβέρνηση των Σκοπίων για συμβιβασμούς και παραχωρήσεις.
• Σε κάθε περίπτωση η στρατιωτική εμπλοκή της διεθνούς κοινότητος φαίνεται να νοείται στην απλή παρουσία στρατιωτικής δύναμης με διαδικαστικές μόνο αρμοδιότητες (όπως ο αφοπλισμός του UCK) μόνο εάν , εφ΄όσον και όσο συμφωνούν σ΄αυτό οι δύο πλευρές.
• Από πλευράς των Αλβανών εξτρεμιστών εφαρμόζεται μια πολιτική αναβλητικότητας ,συνεχούς προβολής, απαιτήσεων και αδιαλλαξίας όσο αντιλαμβάνονται την αδυναμία της Σκοπιανής Κυβέρνησης να αντιμετωπίσει αποτελεσματική την κατάσταση και την ανοχή της Διεθνούς Κοινότητος.
• Εκτιμάται η αλβανική πλευρά δεν θα περιορισθεί στις όποιες επιτυχίες εξασφάλισε πρόσφατα (Συμφωνία Αχρίδος 8ης Αυγ 2001) σ΄ότι αφορά τις προβαλλόμενες αιτιάσεις για την συνταγματική αναβάθμισή της σε ισότιμη εθνότητα αλλά θα επιδιώξει μελλοντικά ανάλογα των γενικότερων εξελίξεων στην Βαλκανική (Κοσσυφοπέδιο) και των διεθνών συγκυριών την υλοποίηση των μεγαλοϊδεατικών σχεδιασμών δηλαδή την κατ΄ ελάχιστο αυτονομία της περιοχής Τετόβου, Γκόστιβαρ, Κουμάνοβου) ή και ακόμη την καντονοποίηση ή και ομοσπονδοποιήσει των Σκοπίων
Με βάση τα παραπάνω εκτιμάται ότι :
• Ο αλβανικός παράγων και εν προκειμένω ο UCK με επιτυχία προσάρμοσε την στρατηγική του στην περίπτωση των Σκοπίων εκτιμώντας σωστά την γενικότερη στάση της διεθνούς κοινότητος σε συνδυασμό με την αδυναμία της Σκοπιανής Κυβέρνησης να αντιμετωπίσει πολιτικά και στρατιωτικά την κρίση.
• Τα μέχρι σήμερα αποτελέσματα συνιστούν αναμφισβήτητη επιτυχία της παραπάνω στρατηγικής πλην όμως εκτιμάται ότι ο αλβανικός παράγων ενθαρρυμένος και από αυτή την επιτυχία του δεν θα περιορισθεί σ΄αυτά αλλά θα συνεχίσει επιδεικτικά την υλοποίηση των βασικών του στόχων που είναι για τα σημερινά τουλάχιστον δεδομένα ο διαχωρισμός των δύο εθνοτήτων με την μορφή της αυτονομίας , καντονοποίησης ή ομοσπονδοποίησης. Στη συνέχεια ή ακόμη και παράλληλα θα πρέπει να αναμένεται η εκδήλωση δραστηριοτήτων για την υλοποίηση υπό την μια ή την άλλη μορφή των αλβανικών στόχων προς την κατεύθυνση Νοτ. Σερβίας (Πρεσέβου), Μαυροβουνίου και Ελλάδας με εφαρμογή ανάλογης κατά περίπτωση στρατηγικής αποβλέπουσας όμως πάντα τελικά στην πραγματοποίηση των τελικών εθνικών στόχων μέσω πολλαπλών ενδιάμεσων αντικειμενικών σκοπών.
Βουλγαρία
Η Βουλγαρία συνεπής με τη βασική εθνική πολιτική της και προσπαθούσα να αποδείξει εμπράκτως τον φιλοδυτικό και φιλοαμερικανικό προσανατολισμό της, ο οποίος πιστεύει ότι θα της εξασφαλίσει την ασφάλεια και ευημερία με την είσοδό της στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ.
Έτσι παρά τις αντιρρήσεις ενός σημαντικού τμήματος του πολιτικού κόσμου και του λαού, συμμορφώθηκε πλήρως με τις Νατοϊκές και Αμερικανικές οδηγίες και παρείχε τη συμπαράστασή της και βοήθεια στις Νατοϊκές επιχειρήσεις του Κοσσυφοπεδίου από τις οποίες επλήγει σημαντικά και η Βουλγαρική οικονομία.
Παράλληλα υποστηρίζει σθεναρά τη διατήρηση της σταθερότητας και αντιτίθεται στις αποσχιστικές διαδικασίες που ακολουθούν οι Αλβανοί και σε κάθε αλλαγή συνόρων.
Σημαντικό ρόλο στη στάση αυτή διαδραματίζει το γεγονός της ύπαρξης στη Βουλγαρία της συμπαγούς Τουρκομουσουλμανικής μειονότητας (1.000.000 περίπου), η οποία αποτελεί τη συντριπτική πλειονότητα του λαού σε ορισμένες νότιες περιοχές και χειραγωγείται από την Τουρκία.
Η ύπαρξη στο δυτικό τμήμα της Βουλγαρίας (περιοχή του Πιρίν) μίας μικρής μειονότητας Σλαβομακεδόνων με οργανώσεις στο εσωτερικό και το εξωτερικό, δημιουργεί αντιπαλότητα και προβλήματα στις σχέσεις της Βουλγαρίας με τους Σλαβομακεδόνες της ΠΓΔΜ τους οποίους η Βουλγαρία δεν αναγνωρίζει ως Μακεδονική εθνότητα.
Ίσως για τους λόγους αυτούς προκάλεσε ανησυχία η πρόταση του Προέδρου της Βουλγαρίας Πέταρ Σογιάνοφ για αποστολή Βουλγαρικών στρατευμάτων στο έδαφος της ΠΓΔΜ για την αντιμετώπιση των Αλβανών ανταρτών η οποία φυσικά δεν βρήκε ανταπόκριση και ανάγκασε τον Πρωθυπουργό κ. Κοστώφ να ανασκευάσει άμεσα δηλώνοντας ότι η βοήθεια φορά μόνο υλικό και όχι στρατεύματα.
Σκόπιμο είναι να αναφερθεί εδώ ότι η Βουλγαρία προωθεί συστηματικά την αντίληψη του λεγομένου Εθνικού Βουλγαρικού Χώρου που συμπίπτει με τα όρια της προκαταρκτικής Συνθήκης του Αγ. Στεφάνου και υποστηρίζει την ύπαρξη Βουλγαρικών μειονοτήτων και στην ΠΓΔΜ και στην Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα στη Μακεδονία και Θράκη.
Κάτω λοιπόν από κάποιες διεθνείς συγκυρίες και καταστάσεις κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι δεν θα εκδηλωθούν οι βαθιά ριζωμένες σ΄αυτή τη χώρα αλλυτρωτικές διεκδικήσεις σε βάρος των γειτονικών κρατών.
Τμήμα 7ο
Διεθνής Κοινότητα
Διεθνής Κοινότητα και Βαλκανική Κρίση
Η πρόσφατη Βαλκανική κρίση απέδειξε μεταξύ των άλλων ότι η επαναλαμβανόμενη ιστορική πραγματικότητα που θέλει μια από τις βασικές αιτίες της Βαλκανικής αστάθειας τις εκάστοτε παρεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων επαληθεύθηκε για μια ακόμη φορά.
Ήδη στο γεωπολιτικό παιχνίδι έχουν εμπλακεί όχι μόνο οι άμεσα ενδιαφερόμενες Βαλκανικές χώρες αλλά και η Διεθνής Κοινότητα είτε στα πλαίσια των Διεθνών Οργανισμών (ΟΗΕ, ΝΑΤΟ, ΕΕ, ΟΑΣΕ) είτε όπως πάντα, με την παρέμβαση κατά διαφόρους τρόπους των Μεγάλων Δυνάμεων και κυρίως των ΗΠΑ.
Οι μέχρι τώρα εξελίξεις επιβεβαιώνουν ότι στην ουσία το επίκαιρο του ενδιαφέροντος των Μεγάλων Δυνάμεων στο Βαλκανικό γεωπολιτικό παιχνίδι που άρχισε το 1991 υπήρξε αρχικά η πρώην Γ/Β.
Η διάλυση της Γ/Β απέφερε κάποια κέρδη για την Γερμανία η οποία θεωρείται ότι ενέταξε την Κορατία στην σφαίρα .επιρροή της και απέδωσε στις ΗΠΑ μικρά μόνο και αμφισβητούμενα οφέλη σ΄ ότι αφορά την Βοσνία.
Η συνέχεια του παιχνιδιού παίχθηκε στη Νέα Γ/Β (ΟΔΓ) όπου η επαμφοτερίζουσα εξωτερική πολιτική του Μιλόσεβιτς προς ΗΠΑ και Γερμανία και τα σφάλματά του στην εσωτερική κρίση οδήγησαν τις ΗΠΑ και κατ΄ επέκταση την Δύση στο να επιδιώξουν το ξεκαθάρισμα της κατάστασης.
Οι ΗΠΑ στη φάση αυτή χρησιμοποίησε ως “μοχλό” τον Αλβανικό Μεγαλοϊδεατισμό και δεν δίστασε ακόμη και να συνεργασθεί με τον αρχικά χαρακτηρισθέντα ως οργάνωση τρομοκρατών UCK .
Η επιλογή απεδείχθη αρχικά επιτυχής αφού λόγω και των σφαλμάτων χειρισμού του Μιλόσεβιτς ο αλβανικός εθνικισμός ευρίσκετο πλέον σε οριακό σημείο εκρήξεως.
Μετά τις εξελίξεις στο Κοσσυφοπέδιο την πτώση Μιλόσεβιτς και την δυτικόστροφη και σαφώς φιλοαμερικανική τροχιά που ετέθη η ΟΔΓ επί Κοστούνιτσα φαίνεται ότι ολοκληρώθηκε μεν ο πολιτικός στόχος της Δύσης αλλά και των ΗΠΑ πλην όμως αμέσως έγινε αντιληπτό ότι ο απελευθερωθείς αλβανικός εθνικισμός δεν ήταν εύκολο να τεθεί υπό έλεγχο.
Και αν ακόμη υποτεθεί ότι η κρίση της Νοτ. Σερβίας υπήρξε ένα μέρος του παιχνιδιού για την άσκηση κάποιων πιέσεων προς τον νεοεκλεγέντα Κοστούνιτσα ώστε να παγιωθεί η προς την Δύση (ΗΠΑ) πορεία, η κρίση στην ΠΓΔΜ επιβεβαιώνει ότι το παιχνίδι ευρίσκεται πλέον εκτός ελέγχου από πλευράς χαλιναγώγησης του αλβανικού εθνικισμού.
Ήδη το γεωπολιτικό ερώτημα από το αρχικό “πόσο μικρή ΟΔΓ” επιθυμεί η Δύση φαίνεται ότι έχει μεταβληθεί σε “πόσο μεγάλη Αλβανία” μπορεί τελικά να αποδεχθεί.
Η αναβάθμιση αυτή του αλβανικού παράγοντα και η όλη δυναμική που έχει δημιουργηθεί σ΄ότι αφορά την υλοποίηση των μεγαλοϊδεατικών αλβανικών στόχων κυρίως μέσω του UCK κάθε άλλο παρά την μελλοντική σταθερότητα και ασφάλεια της περιοχής εγγυώνται γεγονός που οδήγησε την Δύσης στην αναθεώρηση της όλης Βαλκανικής πολιτικής της η οποία κινείται πλέον στους παρακάτω άξονες , τουλάχιστον όπως επίσημα παρουσιάζεται :
• Οι ΗΠΑ και κατ΄ επέκταση το ΝΑΤΟ και η ΕΕ δεν προτίθενται να εμπλακούν στρατιωτικά σε πιθανές εστίες κρίσεως.
• Η μόνο αποδεκτή εμπλοκή είναι η πολιτική διαμεσολάβηση μεταξύ των αντιμαχομένων πλευρών για την μη κλιμάκωση των κρίσεων και την επίλυση των διαφόρων μέσων διαλόγου.
• Υποστηρίζεται η μη αλλαγή συνόρων στην περιοχή και κατ΄ επέκταση η διατήρηση του πολιτικού σχήματος της ΟΔΓ και της ΠΓΔΜ.
Σύμφωνα με τα παραπάνω η Δύση και οι ΗΠΑ για να στηρίξουν την επίσημη τουλάχιστον πολιτική τους περί μη αλλαγής συνόρων και να εξασφαλίσουν τη σταθερότητα στην περιοχή και με δεδομένο ότι δεν προτίθενται να εμπλακούν στρατιωτικά σε μελλοντική κρίση, θα πρέπει κατ΄ανάγκη να προσφύγουν στην πολιτική της “πρόληψης” δημιουργίας κρίσεων ή το πολύ στην αντιμετώπιση, στην έναρξη και όχι στην καταστολή.
Τούτο σημαίνει ότι η διαμεσολάβηση στην ουσία θα πρέπει να μεταφράζεται ως επιβολή διαδικασιών διαλόγου και άσκηση πιέσεων για αποδοχή παραχωρήσεων κυρίως προς την πλευρά του επίσημου κράτους (όπως στην περίπτωση της ΠΓΔΜ) αφού είναι εμφανές ότι μέχρι στιγμής δείχνουν μια αδικαιολόγητη ανοχή αν όχι εύνοια προς την αλβανική πλευρά.
Με βάση τα παραπάνω εκτιμάται ότι σε περίπτωση οποιασδήποτε δραστηριότητας του UCK για το Ζήτημα των Τσάμηδων η Δύση γενικότερα και ειδικότερα οι ΗΠΑ θα καταδικάσουν επίσημα την οποιαδήποτε δραστηριότητα και θα ασκήσουν πιθανόν πιέσεις προς την επίσημη αλβανική πλευρά η οποία όμως θα παρουσιάζεται αμέτοχη και αδύναμη να ελέγξει την δράση “εξτρεμιστικών αλβανικών στοιχείων”.
Πέραν των παραπάνω και σε συνδυασμό με τις εκτιμώμενες πιθανές δραστηριότητες του UCK δεν φαίνεται δυνατή και αναγκαία κάποια άλλη εμπλοκή ιδιαίτερα στον στρατιωτικό τομέα.
Παρά τα παραπάνω θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι μια στρατιωτική ενέργεια του αλβανικού παράγοντα κατά της Ελλάδος αποτελεί στην ουσία πρόκληση και εναντίον του ΝΑΤΟ και εναντίον της ΕΕ οι οποίοι και για λόγους γοήτρου και μόνο θα πρέπει να αντιδράσουν.
Επειδή όμως διαφαίνεται ότι η οποιαδήποτε στρατιωτική εμπλοκή ή άλλη ενέργεια (πλην πολιτικής στήριξης κ.λ.π) δεν είναι δυνατή, πιθανόν να επιδιωχθεί το κατά το συντομότερο κλείσιμο του θέματος με άσκηση πιέσεων προς την ελληνική πλευρά για κάποιο είδος παραχώρησης όπως η καταβολή κάποιων αποζημιώσεων.
Το θέμα της εκδηλώσεως κάποιων ενεργειών του αλβανικού παράγοντα σε συνδυασμό με κάποια γενικότερη ελληνοτουρκική κρίση ή σύγκρουση αποτελεί προφανώς το “έλασσον” το οποίο από πλευράς εμπλοκής της διεθνούς κοινότητος προφανώς πρέπει να θεωρείται αμελητέο σε σχέση με το “μείζον” που είναι η καθ΄ εαυτή ελληνοτουρκική κρίση.
Σε κάθε περίπτωση όμως εάν η χώρα μας φτάσει στο σημείο να εμπλακεί σε σύγκρουση με την Τουρκία το πιθανότερο είναι ότι θα έχει στερηθεί το τεκμήριο της στήριξης της από πλευράς Διεθνούς Κοινότητας η οποία προφανώς θα καταφύγει στην προσφιλή της πολιτική των “ίσων αποστάσεων”.
ΜΕΡΟΣ ΙΙ
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ-ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Το Ζήτημα των Τσάμηδων
Το Ζήτημα των Τσάμηδων είναι υπαρκτό για τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα διότι :
• Οι Τσάμηδες αποτελούν μια εθνοτική ομάδα υπαρκτή και διακριτή τόσο στην σημερινή Αλβανία όσο και στη διεθνή διασπορά.
• Υφίστανται εκ μέρους της εθνοτικής αυτής ομάδας διεκδικήσεις κατά της Ελλάδος είτε με συγκεκαλυμμένη μορφή (παροχή αποζημιώσεων κ.λ.π), είτε με καθαρά αλλυτρωτικό χαρακτήρα (διεκδίκηση της λεγομένης Τσαμουριάς) οι οποίες προβάλλονται και μέσω της επίσημης αλβανικής εξωτερικής πολιτικής και μέσω Οργανώσεων που δραστηριοποιούνται τόσο στην Αλβανία όσο και στη Διεθνή Διασπορά.
Το Πρόβλημα
Το Ζήτημα των Τσάμηδων μετά τις πρόσφατες Βαλκανικές εξελίξεις θα πρέπει να θεωρείται πλέον ως “πρόβλημα” με την μορφή ενός “ενδεχομένου κινδύνου” για τη χώρα μας που δεν θα πρέπει να παραβλέπεται.
Τούτο διότι :
• Το Ζήτημα των Τσάμηδων είναι Συνυφασμένο Διαχρονικά με τον Αλβανικό Μεγαλοϊδεατισμό
• Το Ζήτημα – Πρόβλημα των Τσάμηδων δεν περιορίζεται σε κάποιες περιουσιακές, οικονομικές ή και άλλες διεκδικήσεις των έναντι της Ελλάδας αλλά αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού και κατά συνέπεια θα πρέπει να συναξιολογείται στο γενικότερο πλαίσιο των γενικοτέρων αλλυτρωτικών αλβανικών διεκδικήσεων.
• Το Ζήτημα των Τσάμηδων κατά συνέπεια εξεταζόμενο στα πλαίσια του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού :
Αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του επίσημα προβαλλομένου σήμερα
“Εθνικού Θέματος” της Αλβανίας το οποίο αποτελεί μια συγκεκαλυμμένη μορφή των αλβανικών διεκδικήσεων για τη δημιουργία της Μεγάλης Αλβανίας όπως αυτή είχε καθορισθεί από την Λίγκα του Πρίζρεν τον 1878.
Το λεγόμενο “Εθνικό Θέμα” στηρίζεται στην αντίληψη της διεκδικήσεως των δικαιωμάτων των «καταπιεζομένων αλλυτρώτων αδελφών Μουσουλμάνων Αλβανών» οι οποίοι διαβιούν σε περιοχές που δικαιωματικά ανήκουν στην Αλβανία (Κοσσυφοπέδιο, Νοτ. Σερβία, Τέτοβο, Μαυροβούνιο,Τσαμουριά) και οι οποίοι έχουν το δικαίωμα της «Ένωσής» τους με την Μητέρα Αλβανία.
Ως μέρος λοιπόν του Εθνικού Θέματος το Ζήτημα των Τσάμηδων δεν πρόκειται να εγκαταλειφθεί ποτέ ως εθνική επιδίωξη αφού τότε θα τεθεί σε αμφισβήτηση όλο το οικοδόμημα υλοποίησης του “Εθνικού Στόχου” που είναι η λεγομένη Μεγάλη Αλβανία.
Υπό την έννοια αυτή το Ζήτημα των Τσάμηδων θα είναι αναπόσπαστα και διαχρονικά συνδεδεμένο με όλες τις δημιουργούμενες καταστάσεις στη Βαλκανική που σκοπό έχουν την υλοποίηση των παραπάνω μεγαλοϊδεατικών στόχων.
• Ο Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός με Κύριο Φορέα Υλοποίησής του τον UCK ευρίσκεται σε Δυναμική Εξελικτική Τροχιά.
• Η αφύπνιση του αλβανικού εθνικισμού από τις αρχές της 10ετίας του 1990 και οι μέχρι σήμερα εξελίξεις στο Κοσσυφοπέδιο, Νότ. Σερβία (Πρέσεβο) και ΠΓΔΜ αποδεικνύουν αναμφισβήτητα ότι :
Μετά την αποδειχθείσα επιτυχή στρατηγική της «κατά μέτωπο σύγκρουσης» που εφήρμοσε μέχρι τώρα ο αλβανικός παράγοντας, ο εθνικός στόχος της δημιουργίας της Μεγάλης Αλβανίας έχει τεθεί σε μια “δυναμική” τροχιά υλοποίησης με προφανή συνέχεια και συνέπεια σ΄ότι αφορά την προσπάθεια επίτευξης διαδοχικών στρατηγικών ΑΝΣΚ που τον υλοποιούν (Κοσσυφοπέδιο, Νότ.Σερβία, ΠΓΔΜ). Μαυροβούνιο και Τσαμουριά αποτελούν τους επόμενους ΑΝΣΚ που ολοκληρώνουν τον εθνικό μεγαλοϊδεατικό στόχο.
Ο Αλβανικός Απελευθερωτικός Στρατός (UCK) έχει αναδειχθεί πλέον ως κύριος φορέας εθνικής πολιτικής και στρατηγικής για την υλοποίηση των αλβανικών μεγαλοϊδεατικών στόχων με δεδομένη μάλιστα την αδυναμία της επίσημης αλβανικής πολιτικής να στηρίξει εμφανείς αλλυτρωτικές διεκδικήσεις.
Με την έννοια αυτή ο UCK :
Έχει ταυτίσει την ύπαρξή του με την υλοποίηση του εθνικού μεγαλοϊδεατικού αλβανικού οράματος και κατά συνέπεια δεν θα σταματήσει την δραστηριότητά του όσο υπάρχουν ενδιάμεσοι “εθνικοί στόχοι” για υλοποίηση.
Δεν πρόκειται να “διαγράψει” κανένα από τους στόχους που συνιστούν την Μεγάλη Αλβανία μεταξύ των οποίων και η λεγόμενη Τσαμουριά αφού η μη ολοκλήρωση ή η διαγραφή κάποιου από τους εθνικούς στόχους που συνιστούν την Μεγάλη Αλβανία θα σήμαινε την αυτοκατάργησή του και την αμφισβήτησή του ως εθνικού κινήματος.
Ο UCK ως Απελευθερωτικός Στρατός χρησιμοποιεί αυτονόητα ως κύριο μέσο της δράσης του την «στρατιωτική σύγκρουση» υπό την μορφή κυρίως του ανορθοδόξου πολέμου. Κατά συνέπεια εάν και εφ΄όσον αποφασισθεί κάποια δράση εκ μέρους του UCK προς την κατεύθυνση διεκδίκησης των δικαιωμάτων των Τσάμηδων θα πρέπει να αναμένεται και κάποιας μορφής στρατιωτική ενέργεια.
Το Πρόβλημα των Τσάμηδων αποκτά ιδιαίτερη ευαισθησία εξεταζόμενο στα πλαίσια των ελληνοτουρκικών σχέσεων αφού η Τουρκία ήδη παρουσιάζεται επίσημα ως υποστηρικτής των αλβανικών διεκδικήσεων για τους Τσάμηδες η δε εκμετάλλευση του όλου θέματος σε περίπτωση μιας γενικότερης ελληνοτουρκικής κρίσης ή και σύγκρουσης δεν θα πρέπει να παραβλέπεται.
Οριοθέτηση του Προβλήματος
• Οι Τσάμηδες ως Υπαρκτή Εθνοτική Ομάδα
• Ιστορικό Συμπέρασμα
Η αποχώρηση της εθνοτικής ομάδας των Τσάμηδων από την Θεσπρωτία το 1944 μετά από τον αγώνα των αντάρτικων τμημάτων του ΕΔΕΣ θα πρέπει να θεωρείται γεγονός εθνικής σημασίας για την Ελλάδα.
Εάν οι Τσάμηδες είχαν παραμείνει στην περιοχή, λαμβανομένων υπόψη των ρυθμών της δημογραφικής τους ανάπτυξης, το αβυσσαλέο εθνικό και θρησκευτικό μένος κατά των Ελλήνων χριστιανών που εκδηλώθηκε με όλη τη σφοδρότητα και φρικαλεότητά του εκείνη της εποχή και τις ανέκαθεν επιδιώξεις για την «αυτοδιάθεση» της Θεσπρωτίας, σήμερα θα αποτελούσαν μια πληθυσμιακή χαρακτηριστικά υπερτερούσα εθνοτική ομάδα στην περιοχή με σαφείς αποσχιστικές τάσεις προς την κατεύθυνση της συνένωσής τους με την Αλβανία.
Σαν αποτέλεσμα η Ελλάς σήμερα, μετά τις πρόσφατες εξελίξεις στη Βαλκανική που οδήγησαν στην αφύπνιση του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού, θα αντιμετώπιζε αναμφισβήτητα αργά ή γρήγορα καταστάσεις παρόμοιες με αυτές του Κοσσυφοπεδίου, της Νοτ. Σερβίας και των Σκοπίων με απροσδιόριστες εθνικές συνέπειες για την όλη περιοχή της Ηπείρου και της Θεσπρωτίας ειδικότερα.
• Πληθυσμιακό Μέγεθος και Χωροταξική Κατανομή Διασπορά
Η εθνοτική ομάδα των Τσάμηδων με πληθυσμιακή βάση τον αποδεδειγμένο από την επίσημη απογραφή του 1940 αριθμό των 18.576 Μουσουλμάνων Τσάμηδων στη Θεσπρωτία, εκτιμάται στατιστικά και με βάση τους ετήσιους ρυθμούς δημογραφικής ανάπτυξης σε 90-100 χιλ. συνυπολογιζομένων και των Τσάμηδων της διασποράς.
Η παραπάνω πληθυσμιακή εθνοτική ομάδα είναι συγκεντρωμένη κυρίως στην Αλβανία όπου και στατιστικά αντιπροσωπεύει ένα περίπου 3% του όλου πληθυσμού. Ένα ποσοστό 10-15% του συνόλου θα πρέπει να υπολογίζεται στη αλβανική διεθνή διασπορά.
Δεν διαπιστώνεται διακριτή παρουσία Τσάμηδων στη χώρα μας γενικότερα και στην περιοχή Ηπείρου (Θεσπρωτίας) ειδικότερα.
Εκτιμάται μια αναλογική στατιστική παρουσία Τσάμηδων στο σύνολο των εξ Αλβανίας μεταναστών και λαθρομεταναστών (υπολογιζομένων περίπου σε 700.000) ή όποια αντιστοιχεί περίπου με πληθυσμιακή τους αναλογία στην Αλβανία (3%). Υπό την έννοια αυτή το αντιπροσωπευτικό σύνολο (θεωρητικό) των Τσάμηδων σ΄ολόκληρη την Ελλάδα δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 20.000.
Από την στατιστική ανάλυση εξ άλλου του μεταναστευτικού ρεύματος προς Ήπειρο και επί μέρους προς Θεσπρωτία εκτιμήθηκε ότι ο πιθανός αριθμός (θεωρητικά) Τσάμηδων στην περιοχή είναι εξαιρετικά μικρός μη υπερβαίνοντας το 0,2-0,3% του τοπικού ελληνικού πληθυσμού. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και με τα στοιχεία (δημοσιογραφικά) της τελευταίας απογραφής του Μαρτίου 2001.
Από τις παραπάνω διαπιστώσεις συμπεραίνεται ότι σε καμιά περίπτωση δεν είναι δυνατόν υπό κανονικές συνθήκες ρυθμών του μεταναστευτικού ρεύματος (αριθμός μεταναστών, διασπορά) να έχει δημιουργηθεί υπολογίσιμη εθνοτική παρουσία Τσάμηδων στην Ήπειρο ή την Θεσπρωτία ώστε να στηριχθούν πάνω σ΄αυτή διεκδικήσεις και ανάλογες στρατηγικές με εκείνες που εφαρμόσθηκαν στο Κοσσυφοπέδιο, Νοτ. Σερβία και Σκόπια.
Παρά τα παραπάνω δεν θα πρέπει να παραβλέπεται η δυνατότητα δημιουργίας μιας “τεχνητής” μειονοτικής παρουσίας Τσάμηδων στην διεκδικούμενη περιοχή Θεσπρωτίας λόγω των αδυναμιών του νέου Μεταναστευτικού Νόμου 2910/2001 σ΄ότι αφορά την νομιμοποίηση της παραμονής που οδηγεί τελικά σε ουσιαστική μόνιμη εγκατάσταση και την αδυναμία ελέγχου των εσωτερικών μετακινήσεων και εγκατάσταση σε ορισμένες ευαίσθητες περιοχές των μεταναστών.
Μια τέτοια “τεχνητή” δήθεν μειονοτική παρουσία Τσάμηδων στην περιοχή Θεσπρωτίας μπορεί να επιτευχθεί, σε δεδομένη στιγμή έστω και περιστασιακά για τη δημιουργία και μόνο εντυπώσεων, με μια κατευθυνόμενη είσοδο, νομιμοποίηση και εσωτερική μετακίνηση Τσάμηδων μεταναστών. Τούτο διότι το σύστημα ελέγχου ως έχει οργανωθεί (αφαίρεση αρμοδιοτήτων από την ΕΛ.ΑΣ και ανάθεση στους Δήμους και Κοινότητες) και παρά την δικλείδα ασφαλείας που προβλέπει ο νόμος (αρ. 42 “περί περιορισμών στην κίνηση και εγκατάσταση αλλοδαπών”) δεν διαθέτει επαρκείς προληπτικούς μηχανισμούς για την αποφυγή δημιουργίας συγκέντρωσης αλλοδαπών σε ορισμένες περιοχές. Η εκ των υστέρων διαπίστωση μιας τέτοιας δραστηριότητας είναι αμφίβολο αν μπορεί να αντιμετωπισθεί με την εφαρμογή του αρ. 42 του Νόμου 2910/2001 “Περί απομακρύνσεων των μεταναστών από μια περιοχή »λόγω του αναμενομένου διεθνούς αντικτύπου μιας τέτοιας εκ των υστέρων ενέργειας.
Τσάμηδες, Αλβανικός Μεγαλοϊδεατισμός και Αλβανικός Απελευθερωτικός Στρατός (UCK)
• Παρά το ότι το ζήτημα της διεκδικήσεως της λεγόμενης Τσαμουριάς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού, οι σημερινές πραγματικότητες δεν επιτρέπουν την εφαρμογή εκ μέρους του αλβανικού παράγοντα πολιτικών και στρατηγικών ομοίων με αυτούς που με επιτυχία εφαρμόσθηκαν στο Κοσσυφοπέδιο, Νου. Σερβία και Σκόπια.
• Βασικός λόγος πέραν των λοιπών αποτρεπτικών παραγόντων (γεωπολιτική ισχύς Ελλάδος, στάση διεθνούς κοινότητος κ.λ.π) είναι ότι στην χώρα μας δεν πληρούται η βασική προϋπόθεση για την ύπαρξη μιας τέτοιας πολιτικής αλλυτρωτικών διεκδικήσεων και της αντίστοιχης στρατηγικής που είναι η ύπαρξη “εθνοτικού αλβανικού χώρου”.
Η μη ύπαρξη εθνοτικής ομάδας Τσάμηδων στη Θεσπρωτία και η προαναφερθείσα αντικειμενική αδυναμία δημιουργίας έστω και τεχνητής ουσιαστικής και διακριτής μειονοτικής παρουσίας αφαιρεί κάθε δυνατότητα τεκμηριώσεως αλλυτρωτικών διεκδικήσεων και στήριξης της αντίστοιχης στρατηγικής που έχει εφαρμόσει μέχρι στιγμής ο UCK στις άλλες διεκδικούμενες περιοχές.
• Τα παραπάνω επιβάλλουν στον αλβανικό παράγοντα σε ότι αφορά τις αλλυτρωτικές διεκδικήσεις για την Τσαμουριά :
• Να αρκεστεί αρχικά σε έναν ενδιάμεσο περιορισμένο ΑΝΣΚ που από πολιτικής πλευράς φαίνεται να είναι η διεθνής αναγνώριση των Τσάμηδων ως μειονότητα στην Ελλάδα.
• Να στηρίξει από πλευράς επίσημης αλβανικής πολιτικής την παραπάνω επιδίωξη που περιορίζεται στη διεκδίκηση καταβολής αποζημιώσεων στους Τσάμηδες. Ουσιαστικά όμως η τυχόν αποδοχή καταβολής αποζημιώσεων από την Ελλάδα σημαίνει νομιμοποίηση των Τσάμηδων ως μειονότητα και τους συνδέει με την διεκδικούμενη αλλυτρωτική περιοχή εν απουσία έστω της πληθυσμιακής εθνοτικής ομάδος.
• Να επιδιώξει σε δεδομένη στιγμή τη δημιουργία μιας «τεχνητής μειονοτικής παρουσίας» Τσάμηδων στην Ελλάδα μέσω του μεταναστευτικού ρεύματος ώστε με την εκδήλωση κάποιων δραστηριοτήτων του UCK να δηλώνει “παρουσία” στη χώρα μας ώστε ανάλογα και των γενικοτέρων συγκυριών να πετύχει την πραγματοποίηση του παραπάνω ενδιαμέσου ΑΝΣΚ.
• Να χρησιμοποιήσει εκβιαστικά την ελληνική μειονότητα της Βορείου Ηπείρου για την επίτευξη ορισμένων αντισταθμιστικών ωφελημάτων υπέρ των Τσάμηδων είτε μέσω της επισήμου Αλβανίας είτε με ανεπίσημη δράση του UCK. Μια τέτοια ενέργεια αν και θεωρείται ακραία διότι θα έχει ένα τεράστιο πολιτικό κόστος και για την επίσημη Αλβανία και για τον UCK, εν τούτοις μπορεί να λάβει την μορφή τεχνητής έντασης παρουσιαζομένη ως σύγκρουση ελληνικών και αλβανικών εθνοτήτων και κατά συνέπεια δεν θα πρέπει να αποκλεισθεί.
• Να εκμεταλλευθεί την επίσημα εκδηλωμένη συμπαράσταση της Τουρκίας ιδιαίτερα στην περίπτωση ελληνοτουρκικής κρίσης ή και σύρραξης όπου μάλιστα μπορεί να προσφέρει και ανάλογη εκμετάλλευση μέσω ακροεθνικών στοιχείων Τσάμηδων ή και Αλβανών που μέσω του μεταναστευτικού ρεύματος ευρίσκονται στη χώρα μας (κατασκοπία, δολιοφθορές, υποκίνηση ταραχών μέσω μειονοτικών ομάδων, τρομοκρατικές ενέργειες, περιορισμένης έκτασης ανταρτοπόλεμο, προπαγάνδα κ.λ.π).
• Για τη στήριξη των παραπάνω εκτιμάται ότι είναι δυνατόν να εκδηλωθούν διάφορες δραστηριότητες προερχόμενες κυρίως από Τσάμηδες ή και ακροεθνικά στοιχεία που υπάρχουν μεταξύ του συνόλου των μεταναστών στη χώρα μας ανάλογα των εκάστοτε συγκυριών όπως :
• Διαμαρτυρίες, διανομή προκηρύξεων, αναγραφή συνθημάτων κ.λ.π.
• Προσφυγή σε θεσμικά όργανα διεθνών οργανισμών που προβλέπονται στη χώρα μας (όπως ο Συνήγορος του Πολίτη) για αναγνώριση διεκδικήσεων (όπως των αποζημιώσεων) ή δημιουργίας διεθνών εντυπώσεων σε βάρος της χώρας μας.
• Υποκίνηση άλλων μειονοτικών ομάδων πραγματικών ή μη για εκδηλώσεις συμπαράστασης και την προβολή συναφών διεκδικήσεων.
• Οργανωμένες ενέργειες στρατιωτικής μορφής εκτιμούνται ως μη πιθανές (και σκόπιμες από αλβανικής πλευράς) χωρίς να αποκλείεται η εκδήλωση κάποιων μεμονωμένων τρομοκρατικών ενεργειών προερχομένων κυρίως από ακραία μη ελεγχόμενα στοιχεία.
• Παρά τα παραπάνω εκτιμάται ότι η από τώρα στρατολόγηση πρακτόρων, πληροφοριοδοτών, δολιοφθορέων κ.λ.π. μεταξύ του αλβανικού στοιχείου στην Ελλάδα εκ μέρους της Τουρκίας και η οργάνωση δραστηριοτήτων για την περίπτωση ελληνοτουρκικής σύγκρουσης θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη.
Δυνατότητες Δράσης του UCK στην Ελλάδα
• Η δυνατότητα του UCK να επιχειρήσει για την περίπτωση της Τσαμουριάς την υλοποίηση γεωπολιτικού στόχου (αυτονομία περιοχής) με την εφαρμογή μιας στρατηγικής παρόμοιας με αυτή που έχει ήδη εφαρμόσει στο Κοσσυφοπέδιο, Νοτ. Σερβία και Σκοπίων την οποία και να στηρίξει με ανάλογη στρατιωτική τακτική υπό τις σημερινές συνθήκες εκτιμάται ως πολιτικά μη δυνατή και στρατιωτική εντελώς περιορισμένη αν όχι αδύνατη. Τούτο διότι :
• Η ανυπαρξία εθνοτικής παρουσίας Τσάμηδων στην Θεσπρωτία δεν επιτρέπει τη στήριξη “γεωπολιτικού στόχου” (δημιουργία και διεκδίκηση εθνοτικού χώρου που μπορεί να οδηγήσει σε αυτονομία της περιοχής) αλλά ούτε και την εφαρμογή αναλόγου στρατηγικής (πρόκληση εθνοτικής σύγκρουσης στην περιοχή, παρέμβαση διεθνούς κοινότητος κ.λ.π).
• Η διεξαγωγή κάποιου είδους έστω ανταρτοπολέμου με οργανωμένες δυνάμεις που κα


